Η αμυντική θωράκιση της Κύπρου απέναντι στις αναταράξεις που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν, με τη συμμετοχή ελληνικών και άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων, γεννά σοβαρές παράπλευρες συνέπειες για τη Μεγαλόνησο, καθώς η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει τις έκτακτες συνθήκες ώστε να ενισχύσει την εικόνα μιας πλήρους και εμπεδωμένης διχοτόμησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στο σχήμα που επιδιώκει να επιβάλει η Άγκυρα, οι ελληνικές, ευρωπαϊκές και αμερικανικές δυνάμεις εμφανίζονται να προστατεύουν τη «Νότια Κύπρο», ενώ η ίδια η Τουρκία παρουσιάζεται ως η μόνη δύναμη που υπερασπίζεται αποκλειστικά τα Κατεχόμενα.
Στην παρούσα φάση, ο επιχειρησιακός έλεγχος των ελληνικών δυνάμεων που βρίσκονται στην Κύπρο ασκείται από το Εθνικό Κέντρο Αεροπορικού Ελέγχου του ΑΤΑ στη Λάρισα, ενώ ο επιχειρησιακός έλεγχος των τουρκικών δυνάμεων επί κυπριακού εδάφους ασκείται απευθείας από την Τουρκία. Αυτό το διπλό σχήμα διοίκησης δημιουργεί ήδη ένα επικίνδυνο επιχειρησιακό και πολιτικό ρήγμα στο πεδίο.
Στην πράξη, οι ελληνικές δυνάμεις δεν μπορούν να αναπτύξουν αμυντική αεροπορική δράση πάνω από το βόρειο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, δηλαδή εντός του ψευδοFIR ERCAN, διότι σε μια τέτοια περίπτωση ο Ερντογάν θα επιχειρούσε αμέσως να εμφανίσει την Ελλάδα ως δύναμη που εισβάλλει με πλοία και αεροσκάφη στα Κατεχόμενα. Αντιστοίχως, ούτε τα τουρκικά F-16 που επιχειρούν από τα Κατεχόμενα και μέσα από το ψευδοFIR ERCAN μπορούν να αναπτυχθούν στο νότιο τμήμα του νόμιμου FIR Λευκωσίας.
Την ίδια στιγμή, επισημαίνεται ότι η αποστολή ελληνικών δυνάμεων στην Κύπρο έγινε χωρίς επαρκή επιχειρησιακό σχεδιασμό, καθώς ιδίως τα F-16 μεταστάθμευσαν σε ένα περιβάλλον όπου στο FIR Λευκωσίας επικρατούσε ήδη συνθήκη επιχειρησιακού χάους.
Αρχικά, ο επιχειρησιακός έλεγχος των ελληνικών μαχητικών και των πλοίων είχε τεθεί ορθώς υπό τον έλεγχο του 6ου Στόλου και του αεροπλανοφόρου Ford. Όμως το Ford αποχώρησε εδώ και έξι ημέρες για τον Περσικό Κόλπο, προκειμένου να αντικαταστήσει, για λόγους που παραμένουν αδιευκρίνιστοι, το αεροπλανοφόρο Lincoln. Με αυτή την εξέλιξη δημιουργήθηκε κενό συντονισμού στις επιχειρήσεις που αφορούν την αμυντική κάλυψη της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Μέσα σε αυτό το κενό, η Τουρκία σπεύδει να στείλει το δικό της μήνυμα, ότι μόνο εκείνη, μέσω των δυνάμεων που μετέφερε στη Μεγαλόνησο και μέσω του ψευδοFIR ERCAN, προστατεύει το κατοχικό μόρφωμα. Έτσι, επανέρχεται με εξαιρετικά επικίνδυνο τρόπο το ενδεχόμενο εμπέδωσης της διχοτόμησης της Κύπρου.
Ο κίνδυνος αυτός ενισχύεται από το γεγονός ότι η διάταξη των ευρωπαϊκών δυνάμεων που αναπτύχθηκαν για την προστασία της Κύπρου περιορίζεται αποκλειστικά στο νότιο τμήμα της νήσου. Δεν αγγίζει το βόρειο κατεχόμενο τμήμα, δεν παρεμβαίνει στο ψευδοFIR ERCAN, ούτε συνοδεύεται από οποιαδήποτε επαφή ή συνεννόηση με την Άγκυρα για τις δυνάμεις που αυτή έχει εγκαταστήσει στα Κατεχόμενα.
Με αυτόν τον τρόπο, ο Ερντογάν αφήνεται ουσιαστικά ανεξέλεγκτος, με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται η εικόνα δύο διακριτών, αυτόνομων και επιχειρησιακά απολύτως ξεχωριστών στρατιωτικών συστημάτων πάνω στην ίδια νήσο, παρότι οι ευρωπαϊκές δυνάμεις διακηρύσσουν ότι υπερασπίζονται το σύνολο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Μέχρι στιγμής, ούτε οι ευρωπαϊκές χώρες ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες, που δηλώνουν έτοιμες να συμβάλουν στην άμυνα και την ασφάλεια της Κύπρου, έχουν σχεδιάσει αποστολή δυνάμεων και στο βόρειο τμήμα της νήσου, ώστε να αποδείξουν στην πράξη ότι εμμένουν στην υπεράσπιση της αμυντικής ακεραιότητας ολόκληρης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αντιθέτως, αφήνουν ανέγγιχτο τον Ερντογάν να μεταφέρει στα Κατεχόμενα όσες δυνάμεις επιθυμεί, για να εμφανίζεται ως ο αποκλειστικός προστάτης του κατοχικού καθεστώτος απέναντι σε «κάθε εχθρό», χωρίς μάλιστα να κατονομάζει ποτέ το Ιράν.
Η πιθανότητα εμπλοκής ελληνικών και τουρκικών δυνάμεων στη Μεγαλόνησο δεν μπορεί να αποκλειστεί, καθώς από το 1978 η Τουρκία έχει επιβάλει το λεγόμενο FIR ERCAN advisory, ένα παράνομο καθεστώς αεροπορικού ελέγχου που διχοτομεί επιχειρησιακά την Κύπρο και το οποίο, όπως επισημαίνεται, έχει γίνει ανεκτό ακόμη και από αμερικανικής πλευράς μέσω της αμερικανικής ΥΠΑ.

Σε περίπτωση που καταστεί αναγκαία η απογείωση ελληνικών F-16 για αναχαίτιση πυραύλου ή drone στο βόρειο ή βορειοανατολικό τμήμα του FIR Λευκωσίας, δηλαδή μέσα στην περιοχή που η Τουρκία θεωρεί ότι ανήκει στο ψευδοFIR ERCAN, τότε διαμορφώνεται αμέσως ένα άκρως επικίνδυνο σενάριο. Η Τουρκία μπορεί να απογειώσει και αυτή F-16 από τα Κατεχόμενα για την αναχαίτιση των ίδιων στόχων, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σοβαρό ενδεχόμενο άμεσης εμπλοκής ελληνικών και τουρκικών αεροσκαφών, με απρόβλεπτες συνέπειες. Και τούτο διότι η Άγκυρα και το ψευδοκράτος δεν αποδέχονται καμία μορφή προστασίας στο παράνομο FIR ERCAN από δυνάμεις άλλες πλην των τουρκικών.
Αυτή η τουρκική επιδίωξη αποτυπώθηκε ξεκάθαρα και με αφορμή την κυπριακή αγγελία Α 0304 για την εκτέλεση στρατιωτικών δραστηριοτήτων στο βορειοανατολικό τμήμα του FIR Λευκωσίας. Το ψευδοκράτος αντέδρασε άμεσα, ισχυριζόμενο ότι η αγγελία της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι παράνομη, καταχρηστική και άκυρη, επειδή, κατά την τουρκική θέση, η διοίκηση της νότιας Κύπρου δεν έχει δικαίωμα να εκδίδει αγγελίες για το ERCAN advisory της «Βόρειας Κύπρου».
Από όλα αυτά τα δεδομένα προκύπτει ότι η Τουρκία δεν απέστειλε τα τουρκικά F-16 στην Κύπρο για την άμυνα της νήσου απέναντι στον πόλεμο. Τα απέστειλε για να αντιμετωπίσει την παρουσία των ελληνικών δυνάμεων που μετέβησαν στη Μεγαλόνησο με στόχο την προστασία ολόκληρης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα τουρκικά μαχητικά έχουν αποσταλεί πρωτίστως για να ενισχύσουν τη στρατηγική εμπέδωσης της διχοτόμησης.
Η αποστολή των έξι τουρκικών F-16 στα Κατεχόμενα είναι παράνομη, ωστόσο η Άγκυρα τα χρησιμοποιεί ως εργαλείο πολιτικής, νομικής και επιχειρησιακής εκμετάλλευσης της συγκυρίας. Και τούτο διότι, από αμιγώς στρατιωτική άποψη, τα τουρκικά F-16 δεν προσθέτουν τίποτε ουσιαστικό στην αεράμυνα του κατεχόμενου τμήματος, καθώς η Τουρκία έχει ήδη εγκαταστήσει στην Κύπρο το σύστημα αεράμυνας HISAR, με τρεις εκτοξευτήρες, οργανικό ραντάρ εμβέλειας 120 χιλιομέτρων και πυραύλους δραστικού βεληνεκούς 40 χιλιομέτρων, τουρκικής κατασκευής. Το σύστημα αυτό συνδέεται με το κεντρικό δίκτυο XAKIM στο Νταλαμάν, με ραντάρ στον Πενταδάκτυλο, στο ύψωμα 888, εμβέλειας 500 χιλιομέτρων, και με ραντάρ στο Κιόνελι εμβέλειας 250 χιλιομέτρων. Στην επιχειρησιακή του εφαρμογή, το σύστημα αυτό καλύπτει περιοχή μέχρι τη Ρόδο και έως τη Συρία και τον Λίβανο, λειτουργώντας ως ένας τουρκικός «σιδερένιος θόλος» τύπου Iron Dome. Υπό αυτή την έννοια, η αποστολή των έξι F-16 έχει περισσότερο χαρακτήρα βιτρίνας και αντιπερισπασμού απέναντι στην ελληνική παρουσία.
Σημειώνεται ακόμη ότι το σύστημα HISAR έχει εγκατασταθεί στην Κύπρο ήδη από τον Οκτώβριο του 2025. Δηλαδή, η Τουρκία συνεχίζει παράνομα την εξοπλιστική θωράκιση των Κατεχομένων εδώ και μήνες, χωρίς να έχει υπάρξει καμία ουσιαστική ελληνική, κυπριακή ή διεθνής αντίδραση, ανεξάρτητα από τον πόλεμο στο Ιράν.
Το κρίσιμο ερώτημα που πλέον ανακύπτει είναι αν ο Ερντογάν θα αποσύρει τα έξι F-16 από τα Κατεχόμενα μετά τη λήξη του πολέμου, τη στιγμή που η ελληνική πλευρά έχει δεσμευθεί πως οι ελληνικές αμυντικές δυνάμεις στην Κύπρο θα αποχωρήσουν με το τέλος των εχθροπραξιών και την αποκατάσταση της ειρήνης και της ασφάλειας στην περιοχή.
Την ίδια ώρα, μια ευρύτερη ανάγνωση των εξελίξεων δείχνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ είχαν προετοιμαστεί για έναν πόλεμο με το Ιράν πολύ πριν ξεσπάσει. Η απόφαση για στρατιωτική αναμέτρηση φαίνεται πως είχε ληφθεί ήδη από τα τέλη του 2025, με την έναρξη των επιχειρήσεων να μετατίθεται για μερικούς μήνες αργότερα, εντός του 2026.
Η Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ είχαν προφανώς υπολογίσει εξαρχής ότι η αναμέτρηση με το Ιράν δεν θα εξελισσόταν σε πόλεμο λίγων ημερών, αλλά σε σύγκρουση παρατεταμένης διάρκειας, πολλών μηνών. Αυτή η εκτίμηση, κατά την ίδια ανάλυση, τεκμηριώνεται από στοιχεία που ξεκινούν ήδη από το 2025.
Το Ισραήλ και οι ΗΠΑ είχαν φέρεται να σχεδιάσει επίθεση κατά του Ιράν από τις αρχές Νοεμβρίου του 2025, όμως η επιχείρηση αναβλήθηκε για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος ήταν η έλλειψη επαρκών αποθεμάτων σε εκτοξευτήρες και πυραύλους από ισραηλινής πλευράς, γεγονός που καθιστούσε δύσκολη την έναρξη τόσο μεγάλης κλίμακας επιχειρήσεων χωρίς προηγούμενη ενίσχυση οπλικών συστημάτων και πυρομαχικών. Η μετάθεση για το 2026 αποφασίστηκε προκειμένου να έχει ολοκληρωθεί η μαζική παραγωγή πυρομαχικών. Ο δεύτερος λόγος ήταν η αποφυγή χρονικής σύμπτωσης των επιχειρήσεων με την περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, καθώς τόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ισραήλ είχαν πλήρη επίγνωση ότι η επιχείρηση θα ξεπερνούσε κατά πολύ ένα τρίμηνο.
Αυτή η εκτίμηση συνδέεται και με την κυπριακή αγγελία Α 1364/25, με την οποία προβλεπόταν ότι στο FIR Λευκωσίας τα αεροσκάφη θα μπορούν να πετούν ανεξέλεγκτα, χωρίς κατάθεση σχεδίων πτήσης και χωρίς IFF. Η αγγελία ανανεώθηκε στις 11 Φεβρουαρίου 2026 με ισχύ έως τις 10 Μαΐου 2026. Αυτό, κατά την ίδια ανάγνωση, δείχνει ότι ΗΠΑ και Ισραήλ γνώριζαν εκ των προτέρων ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε τουλάχιστον μέχρι τις 10 Μαΐου 2026.
Από εδώ προκύπτει και ένα ακόμη συμπέρασμα. Μολονότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν ουσιαστικά προγραμματίσει την έναρξη του πολέμου ήδη από τις 11 Φεβρουαρίου, συνέχισαν για λόγους σκοπιμότητας και παραπλάνησης τις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη μέχρι την τελευταία στιγμή.
Πιο Δημοφιλή
Μαρτυρία στο ΕΡΤnews επαναπατρισθέντος από το Ντουμπάι
Φωτογραφίες κορυφής, κοινωνία στον πάτο
Πιο Πρόσφατα
Ο Ερντογάν στήνει νέο Αττίλα