Ο Τραμπ μόνος του στο μέτωπο, ο Κυριάκος πρόθυμος στην εξέδρα και ο λογαριασμός πάλι στους λαούς

Αν εξαιρεθεί ο δικός μας ανέμελος πρωθυπουργός, που δείχνει πλέον πιο τραμπικός και από τον ίδιο τον Τραμπ, σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι ηγέτες της Ευρώπης, και όχι μόνο, έχουν επιλέξει να κινηθούν σε αντίθετη κατεύθυνση από τον πλανητάρχη.

Το αποτέλεσμα είναι αποκαλυπτικό και για τον ίδιο και για το μέγεθος της πολιτικής του αλαζονείας. Αφού πρώτα επιδόθηκε στις γνωστές προσβολές, στις δημόσιες ταπεινώσεις και στις υπερφίαλες νουθεσίες προς τους συμμάχους του, τώρα τους καλεί σχεδόν ικετευτικά να στοιχηθούν πίσω του στον πόλεμο κατά του Ιράν, φτάνοντας στο σημείο να εκτοξεύει ακόμη και απειλές περί αποχώρησης των Ηνωμένων Πολιτειών από το ΝΑΤΟ, μόνο και μόνο για να αποσπάσει μια στήριξη που δεν έρχεται. Και αυτοί, αντί να τρέξουν ως πρόθυμοι ακόλουθοι όπως άλλοτε, τον αφήνουν να φωνάζει μόνος του.

Οι λόγοι αυτής της ευρωπαϊκής άρνησης είναι πολλοί και απολύτως κατανοητοί. Πρώτα απ’ όλα, δεν ρωτήθηκαν καν πριν αρχίσει ο νέος τυχοδιωκτισμός. Ο Τραμπ άναψε το φιτίλι και μετά θυμήθηκε να ζητήσει συνδρομή. Επιπλέον, είχε προηγηθεί η γνωστή του συμπεριφορά, αυτή η μίξη αλαζονείας, περιφρόνησης και πατρωνίας, με την οποία αντιμετώπισε τους Ευρωπαίους σαν κακομαθημένα παιδάκια που ζουν χάρη στη δική του γενναιοδωρία. Κανείς δεν συγχωρεί εύκολα έναν τέτοιο πολιτικό εξευτελισμό, πολύ περισσότερο όταν συνοδεύεται από την απαίτηση να μπουν όλοι μετά στη φωτιά για να σβήσουν τη δική του πυρκαγιά.

Έτσι, όλα επιστρέφουν τώρα σαν μπούμερανγκ στον Ντόναλντ Τραμπ. Πρόσωπα και δυνάμεις που κάποτε έδειχναν πρόθυμα να τον ακολουθήσουν, σήμερα κρατούν αποστάσεις ή του γυρίζουν ανοιχτά την πλάτη. Και αν συνεχίσει στον ίδιο δρόμο, με τα καύσιμα να τραβούν την ανηφόρα και με την παγκόσμια αγορά να τρίζει, θα βρεθεί παγιδευμένος μέσα στο ίδιο το σχέδιο που ο ίδιος έστησε. Τότε δεν θα υπάρχει ούτε τραγουδιστής, ούτε τηλεοπτική φούσκα, ούτε κανένα επικοινωνιακό πυροτέχνημα που να μπορεί να τον τραβήξει έξω από τη λάσπη.

Βεβαίως, έχει στο πλευρό του τον Κυριάκο. Μόνο που κι αυτός, όσο πρόθυμος κι αν είναι να κάνει τον καλό μαθητή της Ουάσιγκτον, κάποια στιγμή συναντά και τα όρια της γελοιότητας. Πόσες φρεγάτες να στείλει, πόσα υποβρύχια να φορτώσει, πόσες χάρες να υποσχεθεί, όταν πάνω από το κεφάλι του έχει μια Τουρκία που καραδοκεί και μια εσωτερική πραγματικότητα που βράζει; Εκτός κι αν η επόμενη μεγάλη ιδέα είναι να σταλούν στο Ορμούζ οι γνωστοί τηλεοπτικοί ντουντούκες του συστήματος για να λύσουν το ζήτημα με φωνές, πάνελ και δελτία αυτοθαυμασμού. Σ’ αυτή τη χώρα όλα είναι πιθανά.

Πίσω όμως από τη φαιδρή όψη των πραγμάτων κρύβεται και ένα σοβαρό στρατηγικό λάθος του Τραμπ. Ή, για να ειπωθεί ακριβέστερα, μια μοιραία λανθασμένη εκτίμηση. Έδωσε υπερβολική σημασία στις μαζικές ιρανικές διαδηλώσεις του περασμένου Γενάρη και πείστηκε πως, αν η αμερικανική στρατιωτική ισχύς εμφανιζόταν ως εξωτερικός επιταχυντής, το θεοκρατικό καθεστώς θα κατέρρεε σαν χάρτινος πύργος.

Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρή. Το καθεστώς των μουλάδων διαθέτει βαθύτερα στηρίγματα, σκληρότερους μηχανισμούς και πολύ πιο ανθεκτικές δομές απ’ όσες φαντάστηκε ο Τραμπ και οι επιτελείς του. Παρά το ότι η εξωτερική βοήθεια έφτασε, έστω καθυστερημένα, η Τεχεράνη είχε ήδη φροντίσει να πνίξει τις διαδηλώσεις στο αίμα. Είχε ήδη ανακτήσει τον έλεγχο στο εσωτερικό της. Είχε ήδη δείξει ότι μπορεί να σκοτώνει κατά χιλιάδες για να επιβιώσει. Και στη συνέχεια, όχι μόνο ανασυγκροτήθηκε, αλλά κατόρθωσε επί εβδομάδες να αντέχει τα συνεχή αμερικανοϊσραηλινά χτυπήματα και ταυτόχρονα να απαντά με τρόπο αδιάκριτο, επιθετικό και διαρκή.

Έτσι ο Τραμπ, που ξεκίνησε αυτή την περιπέτεια σχεδόν μόνος του, σαν τυπικός εγωπαθής νάρκισσος της εποχής του θεάματος, χωρίς ουσιαστική διεθνή στήριξη, χωρίς πολιτική νομιμοποίηση στο εσωτερικό, χωρίς καθαρή κάλυψη από το Κογκρέσο, χωρίς τους Δημοκρατικούς, χωρίς καν τη συμπαγή αποδοχή του ίδιου του στρατοπέδου του, βρέθηκε ξαφνικά μπροστά στο πιο απλό και πιο δυσάρεστο μάθημα ισχύος. Όταν μένεις μόνος, αντιλαμβάνεσαι τι σημαίνει μοναξιά της εξουσίας. Και ο μόνος του σταθερός σύμμαχος παραμένει το Ισραήλ, μια χώρα με τεράστια επιρροή αλλά με ελάχιστη διεθνή συμπάθεια αυτή τη στιγμή, για λόγους που είναι γνωστοί και που δεν χρειάζονται εδώ περαιτέρω ανάπτυξη.

Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι μεγάλοι ωφελημένοι αρχίζουν να ξεχωρίζουν. Η Ρωσία τρίβει τα χέρια της. Η Κίνα παρακολουθεί και βγάζει συμπεράσματα. Ακόμη και η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τα δικά της αδιέξοδα, φαίνεται να κερδίζει ένα μικρό αλλά σημαντικό περιθώριο αυτονόμησης, ακριβώς επειδή η αμερικανική ηγεσία μετατρέπεται σε πηγή αστάθειας αντί για παράγοντα συντονισμού.

Η εκτόξευση των τιμών της ενέργειας, με φόντο τα Στενά του Ορμούζ και τον κίνδυνο γενικευμένης ανάφλεξης, συνιστά ένα απρόσμενο δώρο για τον Πούτιν. Ο Τραμπ, με τις δικές του αντιφατικές κινήσεις, έχει ήδη χαλαρώσει σε ορισμένα σημεία την πίεση προς τη Μόσχα, επιτρέποντας στη ρωσική πλευρά να βρίσκει διεξόδους και αγορές. Και τώρα, με το πετρέλαιο να παίρνει την ανηφόρα, ο Ρώσος πρόεδρος αποκτά ακόμη μεγαλύτερο περιθώριο να πουλά, να εισπράττει και να σταθεροποιεί τη δική του οικονομική θέση.

Από την άλλη, η Κίνα κοιτάζει το σκηνικό και πείθεται ολοένα περισσότερο ότι ο αμερικανικός παράγοντας δεν είναι πια ο αδιαμφισβήτητος παγκόσμιος χωροφύλακας του χθες. Βλέπει την απομόνωση του Τραμπ, βλέπει τη δυσανεξία των συμμάχων του, βλέπει την έλλειψη συνοχής στη δυτική πλευρά και συμπεραίνει ότι το πεδίο στην Ασία ανοίγει περισσότερο από ποτέ. Η Ταϊβάν, η Ιαπωνία, οι Φιλιππίνες και όλη η περιφέρεια του Ειρηνικού μπαίνουν πλέον σε μια νέα εξίσωση, όπου το Πεκίνο αισθάνεται όλο και πιο άνετα να δοκιμάζει όρια, νεύρα και αντοχές.

Για τον Τραμπ, η μόνη καθαρή διέξοδος θα ήταν μια εσωτερική ανατροπή του καθεστώτος στο Ιράν. Μόνο που αυτό ακούγεται πολύ πιο εύκολο στις δηλώσεις απ’ ό,τι είναι στην πράξη. Εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, οι μουλάδες, οι Φρουροί της Επανάστασης και ολόκληρος ο μηχανισμός της θεοκρατίας έχουν οικοδομήσει ένα πλέγμα εξουσίας βασισμένο όχι μόνο στην καταστολή αλλά και στην εξάρτηση. Τεράστια τμήματα της ιρανικής κοινωνίας επιβιώνουν μέσα από αυτό το σύστημα, τρέφονται από αυτό, εξαρτώνται από αυτό, ακόμη κι όταν το μισούν. Κι ένα τέτοιο καθεστώς δεν σωριάζεται επειδή το ευχήθηκε ένας Αμερικανός πρόεδρος μπροστά στις κάμερες.

Γι’ αυτό και όλα δείχνουν ότι ο Τραμπ θα αναγκαστεί σύντομα να βρει ένα καινούριο αφήγημα, μια βολική έξοδο, μια κατασκευή νίκης για εσωτερική κατανάλωση, ώστε να αποχωρήσει όσο πιο ανώδυνα μπορεί από την παγίδα που μόνος του έστησε. Θα χρειαστεί να το κάνει προτού η βενζίνη στο Μαϊάμι αρχίσει να θυμίζει τιμές ευρωπαϊκής απελπισίας και προτού ο μέσος Αμερικανός, που μπορεί να μην ξέρει πού πέφτει το Ιράν, καταλάβει ότι κάθε γεωπολιτικός τυχοδιωκτισμός μεταφράζεται τελικά σε ακριβότερη καθημερινότητα, άδειο πορτοφόλι και οργή.

Και τότε ίσως χρειαστεί έναν αντιπερισπασμό. Ένα ευκολότερο μέτωπο. Έναν στόχο του χεριού του. Και ποια χώρα προσφέρεται περισσότερο από την Κούβα;

Η Κούβα σήμερα είναι ένα νησί εξαντλημένο. Η οικονομία της παραπαίει, η ηλεκτρική ενέργεια λείπει, τα τρόφιμα σπανίζουν και η παλιά εικόνα της καθημερινής αντοχής, της λαϊκής χαράς και της κουβανικής αισιοδοξίας έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Η σοσιαλιστική επανάσταση που κάποτε προβλήθηκε ως φάρος για λαούς και κινήματα κατέληξε, δεκαετίες μετά, να μοιάζει περισσότερο με θλιβερή προειδοποίηση παρά με υπόδειγμα. Για έναν τεράστιο αριθμό Κουβανών η ζωή έχει καταρρεύσει στη φτώχεια, στην έλλειψη και στην εξάντληση.

Και το πιο συμβολικό στοιχείο είναι ότι για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Αβάνα γεμίζει με εξαθλιωμένους και οργισμένους πολίτες που βγαίνουν στους δρόμους, χτυπούν κατσαρόλες και ζητούν ανοιχτά πολιτική αλλαγή. Το κουβανικό σύστημα δεν κλυδωνίζεται πια μόνο από τις εξωτερικές πιέσεις, αλλά και από τη φθορά της ίδιας του της ιστορικής εξάντλησης.

Σε αυτή την κατάρρευση, τα μέτρα του Τραμπ έχουν παίξει τον δικό τους ρόλο. Μετά τις γνωστές αμερικανικές κινήσεις κατά της Βενεζουέλας, περιορίστηκε και η ροή πετρελαίου από το Καράκας προς την Κούβα, αφαιρώντας από το νησί ένα από τα τελευταία στηρίγματα επιβίωσης. Οι Κουβανοί είχαν μάθει επί δεκαετίες να ζουν μέσα σε καθεστώς εμπάργκο, όμως διέθεταν τουλάχιστον κάποιες πηγές ενεργειακής ανάσας, πρώτα από τη Σοβιετική Ένωση και αργότερα από τη Βενεζουέλα. Τώρα ακόμη και αυτή η σανίδα έχει σχεδόν χαθεί, και η σκληρή πραγματικότητα απογυμνώνει το επαναστατικό αφήγημα από κάθε ρομαντικό περίβλημα.

Έτσι το κουβανικό καθεστώς δείχνει να φθείρεται άδοξα, με έναν τρόπο που θυμίζει την αργή αποσύνθεση της σοβιετικής αυτοκρατορίας, χωρίς έπος, χωρίς μεγαλείο, χωρίς πυροβολισμούς, μόνο με εξάντληση, φτώχεια και εσωτερική κατάρρευση. Και μέσα σε αυτό το παρασκήνιο, ήδη διακινούνται σενάρια και επαφές για μια μετάβαση σε μια νέα τάξη πραγμάτων, πιο φιλική προς την Ουάσιγκτον, πιο εξαρτημένη από τις διαθέσεις της αμερικανικής διοίκησης, πιο συμβατή με τα σχέδια όσων ονειρεύονται μια Κούβα επανασχεδιασμένη για τουρισμό, επενδύσεις, αμερικανική επιρροή και γεωπολιτική υποταγή.

Για τον Τραμπ, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν βολική σανίδα σωτηρίας. Θα του επέτρεπε να φορέσει ξανά τον μανδύα του αποφασιστικού ηγέτη, να εμφανιστεί ως αναμορφωτής της Ιστορίας και να πουλήσει στο εσωτερικό του την εικόνα του ανθρώπου που πέτυχε εκεί όπου άλλοι απέτυχαν. Μια Κούβα επαναπροσαρμοσμένη στα αμερικανικά μέτρα θα του έδινε την ευκαιρία να υποδυθεί κάτι που ούτε παλαιότεροι και ισχυρότεροι πρόεδροι δεν κατόρθωσαν να γίνουν.

Και το τίμημα όλων αυτών, όπως σχεδόν πάντα, δεν θα το πληρώσουν οι ισχυροί. Θα το πληρώσουν οι λαοί. Θα το πληρώσουν οι Ιρανοί, οι Κουβανοί, οι Αμερικανοί χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων, οι Ευρωπαίοι καταναλωτές και φυσικά εμείς. Στην Ελλάδα θα μείνει πάλι η ακρίβεια, η ακριβή βενζίνη, το κρέας που γίνεται είδος πολυτελείας, η καθημερινότητα που συνθλίβεται και ένα κράτος που εισπράττει φόρους από κάθε λίτρο καυσίμου λες και οι πολίτες είναι ανεξάντλητο πορτοφόλι. Θα μείνει ένας πρωθυπουργός που θα συνεχίσει να παριστάνει τον συμπονετικό πατερούλη με επιδόματα και πάσα, την ώρα που στην πραγματικότητα θα λειτουργεί ως φοροεισπράκτορας της δυστυχίας. Θα μείνει και η γνωστή φιγούρα του διεθνούς statesman για εσωτερική κατανάλωση, όσο οι Έλληνες θα πληρώνουν στο ταμείο το κόστος της γεωπολιτικής υποτέλειας και της εσωτερικής εξαπάτησης.

Κάποια στιγμή όμως ακόμη και οι πιο κουρασμένοι λαοί αντιλαμβάνονται ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός. Κάποια στιγμή ακόμη και οι πιο υπομονετικοί πολίτες καταλαβαίνουν ότι πίσω από τα χαμόγελα, τα διαγγέλματα και τις ευρωπαϊκές φωτογραφίες δεν υπάρχει σχέδιο, δεν υπάρχει προστασία, δεν υπάρχει σοβαρότητα, υπάρχει μόνο μια εξουσία που πουλάει εικόνα και αγοράζει χρόνο. Και τότε αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Μέχρι τότε, η υπομονή παραμένει το μοναδικό καύσιμο που δεν φορολογείται ακόμη.