Έκπτωση 10 λεπτών, αυξήσεις χωρίς τέλος: Η κοροϊδία στην αντλία συνεχίζεται
Πάνω από το ψυχολογικό και οικονομικό όριο των 2 ευρώ ανά λίτρο έχει περάσει η αμόλυβδη βενζίνη σε πολλούς νομούς της χώρας, μετατρέποντας κάθε επίσκεψη στο πρατήριο σε νέα δοκιμασία για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.
Η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον ανάμεσα στις ακριβότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρότι η προ φόρων τιμή της βενζίνης παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η τελική επιβάρυνση στην αντλία αποκαλύπτει τον καθοριστικό ρόλο του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης και του ΦΠΑ, τους οποίους η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί ανέγγιχτους.
Από τις 14 Ιουλίου εφαρμόζεται προσωρινή έκπτωση περίπου 10 λεπτών ανά λίτρο στην απλή αμόλυβδη 95 οκτανίων και 5 λεπτών στο πετρέλαιο κίνησης. Η παρέμβαση χρηματοδοτείται από τα δύο ελληνικά διυλιστήρια και θα ισχύσει έως το τέλος Αυγούστου. Δεν πρόκειται για μείωση της φορολογίας των καυσίμων ούτε για μόνιμη κρατική παρέμβαση στην αγορά.
Την ίδια ώρα, οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου κινούνται ξανά ανοδικά λόγω της γεωπολιτικής έντασης και των προβλημάτων στην τροφοδοσία. Εκπρόσωποι των πρατηριούχων προειδοποιούν ότι η έκπτωση μπορεί τελικά να απορροφηθεί από τις νέες ανατιμήσεις πριν γίνει αισθητή στις τσέπες των καταναλωτών.
Αμόλυβδη πάνω από 2 ευρώ και το κράτος εισπράττει πάνω από το μισό ποσό
Τα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Τιμών Υγρών Καυσίμων καταγράφουν την απότομη επιβάρυνση. Στις 13 Ιουλίου 2026, η πανελλαδική μέση τιμή λιανικής της απλής αμόλυβδης είχε διαμορφωθεί στα 1,978 ευρώ ανά λίτρο, από 1,925 ευρώ στις 30 Ιουνίου.
Μέσα σε δύο εβδομάδες προστέθηκαν περισσότερα από πέντε λεπτά στο λίτρο. Για ένα γέμισμα 50 λίτρων, η διαφορά αντιστοιχεί σε πρόσθετη επιβάρυνση άνω των 2,5 ευρώ, πριν ακόμη αποτυπωθούν πλήρως οι επόμενες μεταβολές της διεθνούς αγοράς.
Στην Αττική η μέση τιμή κινείται κοντά στα 1,95 ευρώ, ενώ σε αρκετές περιοχές το όριο των 2 ευρώ έχει ήδη καταρριφθεί. Ακριβότερη εικόνα καταγράφεται σε νησιωτικούς και απομακρυσμένους νομούς, όπου στο κόστος προστίθενται οι μεταφορές και οι τοπικές συνθήκες τροφοδοσίας.
Τιμές κοντά ή πάνω από τα 2 ευρώ εμφανίζονται, μεταξύ άλλων, σε Αιτωλοακαρνανία, Γρεβενά, Δωδεκάνησα, Ευρυτανία, Ζάκυνθο, Ηράκλειο, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Λασίθι, Λέσβο, Λευκάδα, Μαγνησία, Ρέθυμνο, Σάμο και Φωκίδα.
Η εικόνα γίνεται ακόμη βαρύτερη μέσα από τη σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Στο εβδομαδιαίο δελτίο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η Ελλάδα εμφανίζεται με μέση τιμή αμόλυβδης περίπου 1,95 ευρώ ανά λίτρο. Ακριβότερες καταγράφονταν μόνο η Δανία, η Ολλανδία και η Γερμανία.
Ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση βρισκόταν κοντά στα 1,81 ευρώ, ενώ στην Κύπρο η αμόλυβδη πωλούνταν περίπου 1,47 ευρώ το λίτρο. Η απόσταση των σχεδόν 50 λεπτών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Κύπρο δεν εξηγείται από το κόστος του αργού πετρελαίου. Εξηγείται κυρίως από τη διαφορά στη φορολογική επιβάρυνση.
Η επίσημη ανάλυση του Παρατηρητηρίου είναι αποκαλυπτική. Με μέση λιανική τιμή 1,972 ευρώ στις 10 Ιουλίου, η τιμή διυλιστηρίου αντιστοιχούσε σε 0,7272 ευρώ ανά λίτρο. Οι φόροι, τα τέλη και οι υπόλοιπες επιβαρύνσεις έφθαναν συνολικά τα 1,0978 ευρώ.
Με απλά λόγια, το 55,67% της τελικής τιμής προερχόταν από φόρους και επιβαρύνσεις. Η τιμή διυλιστηρίου αντιστοιχούσε στο 36,88% και το εκτιμώμενο περιθώριο εταιρειών εμπορίας, μεταφορέων και πρατηρίων στο 7,46%.
Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στην απλή αμόλυβδη παραμένει στα 0,70 ευρώ ανά λίτρο. Πάνω στο άθροισμα της τιμής του προϊόντος, του ΕΦΚ, των τελών και των εμπορικών περιθωρίων επιβάλλεται ΦΠΑ 24%. Το κράτος φορολογεί ακόμη και τον ίδιο τον φόρο, διατηρώντας έναν μηχανισμό που διογκώνει αυτόματα τα δημόσια έσοδα κάθε φορά που αυξάνεται η βασική τιμή.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η προ φόρων σύγκριση. Χωρίς τις φορολογικές επιβαρύνσεις, η ελληνική τιμή της αμόλυβδης βρισκόταν περίπου στα 0,857 ευρώ ανά λίτρο, χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των περίπου 0,923 ευρώ. Έντεκα χώρες είχαν ακριβότερη προ φόρων τιμή από την Ελλάδα.
Η χώρα γίνεται τέταρτη ακριβότερη στην τελική λιανική κατάταξη επειδή μεσολαβεί το βαρύ φορολογικό φορτίο. Η κυβέρνηση γνωρίζει τα συγκεκριμένα στοιχεία, εισπράττει πάνω από ένα ευρώ από κάθε λίτρο και επιλέγει μια προσωρινή έκπτωση των διυλιστηρίων αντί για ουσιαστική παρέμβαση στον ΕΦΚ ή στον ΦΠΑ.
Η πίεση είναι δυσανάλογη για τους πολίτες των χαμηλότερων εισοδημάτων και για όσους κατοικούν στην περιφέρεια. Η χρήση αυτοκινήτου σε πολλές περιοχές δεν αποτελεί πολυτέλεια. Αποτελεί αναγκαστική επιλογή λόγω της απουσίας αξιόπιστων δημόσιων συγκοινωνιών, των μεγάλων αποστάσεων και της συγκέντρωσης βασικών υπηρεσιών στα αστικά κέντρα.
Διυλιστήρια, πρόσκαιρη έκπτωση και φόβοι ότι η μείωση θα χαθεί στην αντλία
Ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Πρατηριούχων Εμπόρων Καυσίμων, Θέμης Κιουρτζής, αποδίδει το υψηλό κόστος στον συνδυασμό φορολογίας και τιμών διυλιστηρίου. Όπως επισημαίνει, η μεταβολή του αργού πετρελαίου δεν περνά αυτούσια στην αντλία, καθώς προηγείται η τιμολόγηση από τις εταιρείες διύλισης.
Ο ίδιος αναφέρει ότι, όταν η διεθνής τιμή υποχώρησε κοντά στα 73 δολάρια το βαρέλι, η τιμή πώλησης των καυσίμων από τα διυλιστήρια δεν επέστρεψε στα επίπεδα πριν από την πολεμική κρίση.
Κατά την τοποθέτησή του, η βενζίνη πριν από την κρίση πωλούνταν από τα διυλιστήρια περίπου 1,56 ευρώ το λίτρο, ενώ μετά την υποχώρηση του πετρελαίου η αντίστοιχη τιμή παρέμενε κοντά στα 1,76 ευρώ. Η διαφορά των περίπου 20 λεπτών μεταφέρθηκε τελικά στην αγορά και στον καταναλωτή.
Οι πρατηριούχοι καταγγέλλουν επίσης ότι οι αυξήσεις περνούν ταχύτατα στις χονδρικές τιμές, ακόμη και όταν τα διυλιστήρια δεν έχουν προμηθευτεί εκείνη τη στιγμή νέες ποσότητες ακριβότερου αργού. Η τιμολόγηση ακολουθεί τη διεθνή αγορά άμεσα προς τα πάνω, ενώ η αποκλιμάκωση εμφανίζεται βραδύτερη και περιορισμένη.
Το πρόβλημα συμπληρώνεται από την υψηλή συγκέντρωση και την καθετοποίηση της αγοράς. Οι όμιλοι διύλισης συνδέονται με δίκτυα εταιρειών εμπορίας και πρατηρίων, γεγονός που δημιουργεί διαφορετικές δυνατότητες τιμολόγησης σε σχέση με έναν ανεξάρτητο μικρό πρατηριούχο.
Η ΠΟΠΕΚ κάνει λόγο για αθέμιτες πρακτικές, υποστηρίζοντας ότι μέρος των αυξημένων κερδών μπορεί να μεταφέρεται στα συνδεδεμένα δίκτυα λιανικής. Έτσι, ορισμένα εταιρικά πρατήρια αποκτούν τη δυνατότητα να πωλούν σε επίπεδα που ένας ανεξάρτητος επαγγελματίας αδυνατεί να ακολουθήσει.
Η έκπτωση που τέθηκε σε εφαρμογή από τα διυλιστήρια ανέρχεται σε 7,95 λεπτά ανά λίτρο προ ΦΠΑ για την απλή αμόλυβδη 95 οκτανίων και σε 4,05 λεπτά προ ΦΠΑ για το πετρέλαιο κίνησης. Με την προσθήκη του ΦΠΑ, η ονομαστική μείωση φθάνει περίπου τα 10 και 5 λεπτά αντίστοιχα.
Το ποσό καταγράφεται χωριστά στα τιμολόγια προς τις εταιρείες εμπορίας και προβλέπεται να μεταφερθεί στα πρατήρια και στον τελικό καταναλωτή. Η εφαρμογή διαρκεί από τις 14 Ιουλίου έως τις 31 Αυγούστου και αφορά τα καύσιμα που προορίζονται για την ελληνική αγορά.
Η πραγματική επίδραση στην αντλία παραμένει αβέβαιη. Οι μεταβολές των τιμών διυλιστηρίου μπορούν να εξανεμίσουν μέρος ή ολόκληρη την έκπτωση. Στο πετρέλαιο κίνησης, η ανακοινωμένη μείωση των 5 λεπτών αποτυπώθηκε, κατά τους πρατηριούχους, σε πραγματική υποχώρηση περίπου 1,5 λεπτού, επειδή μεσολάβησε παράλληλη αύξηση της χονδρικής τιμής.
Για ένα ρεζερβουάρ 50 λίτρων, η πλήρης μεταφορά της έκπτωσης αντιστοιχεί σε όφελος 5 ευρώ για τη βενζίνη και 2,5 ευρώ για το πετρέλαιο κίνησης. Πρόκειται για περιορισμένη και προσωρινή ελάφρυνση απέναντι σε μια αγορά όπου οι ανατιμήσεις μέσα σε λίγες ημέρες μπορούν να υπερκαλύψουν το ίδιο ποσό.
Οι προβλέψεις για την επόμενη περίοδο παραμένουν δυσοίωνες. Τα διεθνή αποθέματα χρειάζονται αναπλήρωση, οι παραγωγοί επιδιώκουν να διαθέσουν ποσότητες που είχαν μείνει εκτός αγοράς και οι χώρες ανταγωνίζονται για ασφαλείς πηγές προμήθειας.
Η μειωμένη πρόσβαση σε φθηνότερο ιρανικό πετρέλαιο υποχρεώνει κράτη και εταιρείες να στραφούν σε ακριβότερες εναλλακτικές. Παράλληλα, η γεωπολιτική ένταση αυξάνει το κόστος μεταφοράς και τα ασφάλιστρα κινδύνου, επιβαρύνοντας ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα.
Η επάρκεια καυσίμων για το καλοκαίρι δεν φαίνεται να απειλείται, καθώς τα ελληνικά διυλιστήρια έχουν διατηρήσει την τροφοδοσία της αγοράς. Η διαθεσιμότητα όμως δεν λύνει το πρόβλημα της τιμής. Οι καταναλωτές βρίσκουν καύσιμα, καλούνται όμως να τα πληρώσουν σε επίπεδα που εξαντλούν οικογενειακούς και επαγγελματικούς προϋπολογισμούς.
Η κυβέρνηση επιλέγει να παρουσιάζει την εμπορική έκπτωση των διυλιστηρίων ως ανάχωμα στις ανατιμήσεις, αποφεύγοντας την πολιτικά κρίσιμη συζήτηση για τη φορολογία. Με πάνω από το μισό της τελικής τιμής να κατευθύνεται σε φόρους και επιβαρύνσεις, η διατήρηση της αμόλυβδης κοντά ή πάνω από τα 2 ευρώ αποτελεί και αποτέλεσμα συνειδητής δημοσιονομικής επιλογής.
Οι πολίτες πληρώνουν τη διεθνή κρίση, τα περιθώρια της αγοράς και ένα από τα βαρύτερα φορολογικά καθεστώτα καυσίμων στην Ευρώπη. Η έκπτωση των 10 λεπτών προσφέρει μια σύντομη ανάσα. Η πραγματική λύση απαιτεί διαφάνεια στην τιμολόγηση των διυλιστηρίων, ουσιαστικό έλεγχο του ανταγωνισμού και μόνιμη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης στην αντλία.
Πιο Δημοφιλή
Η Ελλάδα των κυβερνητικών αναρτήσεων και η Ελλάδα του ταμείου
ΠΑΣΟΚ: Ο Δημητριάδης στέλνει εκβιαστικά μηνύματα στον Μητσοτάκη
Πιο Πρόσφατα
Αγριογούρουνα στη Βραυρώνα: Προσοχή στους δρόμους
Επίθεση ΣΥΡΙΖΑ σε Τσίπρα για τις ανεξαρτητοποιήσεις
Παρεμβάσεις για οδική ασφάλεια και κυκλοφοριακό