17 Φεβρουαρίου 2026

Όταν η κριτική βαφτίζεται έγκλημα και η σιωπή γίνεται νόμος

Στο όνομα της «ισλαμοφοβίας» φιμώνεται η φωνή της εθνικής αυτοπροστασίας

Υπάρχει ένα ερώτημα που αποφεύγεται συστηματικά, όχι επειδή είναι αφελές, αλλά επειδή είναι επικίνδυνα αποκαλυπτικό: από ποιο σημείο και μετά η κριτική μιας ιδεολογίας μετατρέπεται σε ηθικό αδίκημα; Η απάντηση δεν δίνεται ποτέ ευθέως. Υπονοείται, επιβάλλεται και τιμωρείται σιωπηλά. Στην ευρωπαϊκή δημόσια σφαίρα, ο όρος «ισλαμοφοβία» έχει πάψει εδώ και χρόνια να περιγράφει το μίσος κατά ανθρώπων και έχει αναβαθμιστεί σε εργαλείο φίμωσης κάθε αντίρρησης απέναντι στο πολιτικό Ισλάμ. Δεν πρόκειται για γλωσσικό ατύχημα. Πρόκειται για συνειδητή μετάλλαξη ενός όρου σε μηχανισμό πειθαναγκασμού.

Από τη στιγμή που κάποιος φέρει την ετικέτα, η συζήτηση τερματίζεται. Η κατάληξη «-φοβία» προϋποθέτει παράλογο φόβο, ψυχολογική δυσλειτουργία, έλλειψη λογικής. Κανείς όμως δεν εξετάζει αν ο φόβος που περιγράφεται εδράζεται σε εμπειρικά δεδομένα, σε πολιτικές δηλώσεις, σε ιδεολογικά κείμενα, σε πραγματικές συγκρούσεις. Η ένσταση ακυρώνεται πριν διατυπωθεί. Η κατηγορία υποκαθιστά το επιχείρημα.

Η κριτική δεν στρέφεται κατά ανθρώπων που εργάζονται, ζουν ειρηνικά και μεγαλώνουν οικογένειες. Στρέφεται κατά οργανωμένων, μαχητικών ισλαμιστικών κινημάτων που διακηρύσσουν χωρίς περιστροφές την επιβολή της Σαρία, την υπαγωγή των δυτικών κοινωνιών σε θεοκρατικό πλαίσιο και την ανατροπή των κοσμικών νομικών συστημάτων. Η διάκριση είναι σαφής, αλλά συστηματικά θολώνεται. Το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο: πολίτες αποσύρονται από τον δημόσιο διάλογο, φοβούμενοι τον κοινωνικό στιγματισμό και την επαγγελματική εξόντωση.

Η τακτική αυτή δεν είναι πρωτόγνωρη. Κατά την περίοδο της πανδημίας, η αμφισβήτηση συγκεκριμένων πολιτικών mRNA δεν αντιμετωπίστηκε ως πολιτική ή επιστημονική διαφωνία. Σφραγίστηκε ως «αντιεπιστημονική». Η ετικέτα αντικατέστησε τη συζήτηση. Σήμερα, η «ισλαμοφοβία» επιτελεί τον ίδιο ρόλο στον διάλογο για τη μετανάστευση και την εθνική ασφάλεια. Η ηθική υποψία λειτουργεί ως φίμωτρο. Χρήσιμο. Αποτελεσματικό.

Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, η μαζική μετανάστευση σε συνδυασμό με τον ριζοσπαστικό ισλαμιστικό ακτιβισμό έχει δημιουργήσει περιοχές με χαρακτηριστικά πολιτισμικού αποχωρισμού. Δεν πρόκειται για θεωρητικές ανησυχίες, αλλά για καταγεγραμμένες κοινωνικές εντάσεις, για παράλληλες νόρμες, για αστυνομική απουσία, για αυτονομία κοινοτήτων. Το πρόβλημα δεν είναι η πολυμορφία. Οι δυτικές κοινωνίες ενσωμάτωσαν επί δεκαετίες κύματα μεταναστών. Το πρόβλημα είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην αφομοίωση και την αντικατάσταση.

Το εξτρεμιστικό ισλαμιστικό δόγμα, όπως καταγράφεται στη δική του βιβλιογραφία, δεν επιδιώκει τη συνύπαρξη εντός του πλαισίου της χώρας υποδοχής. Επιδιώκει την κυριαρχία. Το δηλώνει. Το επαναλαμβάνει. Το εφαρμόζει όπου μπορεί. Δεν πρόκειται για ψυχολογική υστερία. Πρόκειται για πολιτική θεολογία με στρατηγικό βάθος.

Η ιδέα της μετανάστευσης ως εργαλείου ισχύος δεν αποτελεί ακρότητα. Έχει αναλυθεί συστηματικά. Η μαζική μετακίνηση πληθυσμών δεν εμφανίζεται τυχαία. Παράγεται από πολιτικές αποφάσεις, διεθνείς ισορροπίες και εσωτερικές ελίτ. Αν η μετανάστευση μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός πίεσης, τότε μεταφέρει μαζί της και ιδεολογικό φορτίο. Η επισήμανση αυτής της πραγματικότητας δεν συνιστά μίσος. Συνιστά ανάλυση.

Η χρήση της κατηγορίας «ισλαμοφοβία» επιτυγχάνει τρεις στόχους: θωρακίζει τις ριζοσπαστικές ιδεολογίες από τον έλεγχο, εκφοβίζει τους μετριοπαθείς ώστε να σιωπήσουν και συγχέει μια παγκόσμια θρησκεία με τις πιο επιθετικές πολιτικές της εκφράσεις. Αυτή η σύγχυση είναι άδικη για τους ίδιους τους Μουσουλμάνους που απορρίπτουν τον εξτρεμισμό και συχνά είναι τα πρώτα του θύματα. Η καταστολή της συζήτησης δεν τους προστατεύει. Ενισχύει τους ριζοσπάστες.

Οι δυτικές κοινωνίες συγκροτήθηκαν πάνω σε ένα κοινό πολιτικό υπόβαθρο: κράτος δικαίου, ατομικά δικαιώματα, ισότητα ενώπιον του νόμου, ελευθερία λόγου. Η αφομοίωση σημαίνει συμμετοχή σε αυτό το πλαίσιο. Ο μαχητικός ισλαμισμός επιδιώκει την αντικατάστασή του. Πρόκειται για ανταγωνιστικά οράματα. Η παρατήρηση πολιτισμικών μεταβολών, θρησκευτικών εντάσεων και νομικών εξαιρέσεων δεν αποτελεί ψύχωση. Η απόρριψή της ως φοβίας αποτελεί τακτική.

Ο σύγχρονος πολιτικός λόγος κυβερνά μέσω ενοχής. Η κατηγορία γίνεται εργαλείο εξουσίας. Όπως η «αντιεπιστήμη», έτσι και η «ισλαμοφοβία» σχεδιάστηκε για να τερματίζει τη συζήτηση. Οι δημοκρατίες, όμως, δεν επιβιώνουν με ταμπού. Επιβιώνουν με έλεγχο των ιδεών. Καμία ιδεολογία δεν δικαιούται ασυλία.

Το μίσος κατά ανθρώπων λόγω πίστης είναι καταδικαστέο. Η κριτική της εξτρεμιστικής ισλαμιστικής ιδεολογίας είναι απολύτως θεμιτή. Η συζήτηση για τη μετανάστευση και την ασφάλεια είναι αναγκαία. Η ηθική φίμωση των διαφωνούντων υπονομεύει τη δημοκρατία. Η άρνηση δεν παράγει αρμονία. Παράγει κίνδυνο.

Ο φόβος μπορεί να είναι παράλογος. Η επιβεβλημένη τύφλωση είναι πάντοτε επικίνδυνη. Μια κοινωνία που αδυνατεί να διακρίνει την προκατάληψη από την πολιτική κριτική παραιτείται από την αυτοάμυνά της. Ο όρος «ισλαμοφοβία» λειτουργεί συχνά όχι ως προειδοποίηση, αλλά ως φρένο στη συζήτηση για πραγματικές απειλές. Όταν μια κουλτούρα επιμένει ότι ο λύκος δεν υπάρχει, γελοιοποιεί όσους δείχνουν τα σημάδια του και ντροπιάζει τους φύλακες, η είσοδός του από την μπροστινή πόρτα δεν θα έπρεπε να προκαλεί έκπληξη.

Η πολιτική επιστήμη έχει περιγράψει με σαφήνεια τη μαζική μετανάστευση ως εργαλείο αποσταθεροποίησης. Ως σκόπιμη διαδικασία που προκαλεί κοινωνική διάλυση, πολιτισμική αλλοίωση και περιστολή δημοκρατικών δικαιωμάτων στο όνομα της διαχείρισης κρίσεων. Στόχος είναι η απώλεια ελέγχου από τους αυτόχθονες πληθυσμούς και η μετατροπή τους σε ομήρους εντός της ίδιας τους της χώρας.

Τα σύνορα ορίζουν την κυριαρχία. Δεν είναι αφηρημένη έννοια. Είναι το πεδίο μέσα στο οποίο το κράτος ασκεί δικαιοδοσία. Όταν δεν ελέγχονται, το κράτος παραιτείται από την ύπαρξή του. Τα σύνορα δεν χαράχτηκαν από γραφεία διεθνών οργανισμών. Χαράχτηκαν από πολέμους, θυσίες και αίμα. Στην ελληνική περίπτωση, η γεωστρατηγική θέση τα έχει καταστήσει διαχρονικό πεδίο σύγκρουσης.

Ο πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο με άρματα. Διεξάγεται και με πληθυσμούς. Ο εποικισμός συνιστά μορφή σύγκρουσης. Η αποστολή μαζών μεταναστών, η αλλοίωση της πληθυσμιακής σύνθεσης και η δημιουργία τετελεσμένων αποτελούν στρατηγική. Η αδράνεια των θεσμών δεν αναιρεί το αποτέλεσμα. Το επιταχύνει.

Τα σύνορα διατηρούνται για να αποτρέπουν τον πόλεμο. Φυλάσσονται για να προστατεύουν την κοινωνία. Ελέγχονται για να διασφαλίζουν τη συνέχεια. Το αυτονόητο έχει καταστεί ανείπωτο. Η πολιτική ορθότητα επιβάλλει σιωπή. Η πραγματικότητα επιβάλλει συνέπειες.

Ο λαός που δεν επέλεξε την αντικατάστασή του, που δεν συναίνεσε σε διεθνείς συμφωνίες παράδοσης κυριαρχίας, που γνωρίζει ότι το κράτος αποτελεί το τελευταίο ανάχωμα ελευθερίας, γνωρίζει και τη λύση. Κλειστά σύνορα. Επαναπροώθηση των εισελθόντων. Χωρίς ρητορικά στολίδια. Χωρίς ενοχές. Χωρίς προσχήματα.

Έτσι απλά.