Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΦΡΑΣΙΑ

ΜΑΚΑΡΙΟΣ

19 Ιανουαρίου 2026

Όταν το «προσωρινό» έγινε μόνιμο βάρος

Οι μισθωτοί στην Ελλάδα εξακολουθούν να στηρίζουν το ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών και, στη συνέχεια ως συνταξιούχοι, το πρωτογενές πλεόνασμα, ενώ διαχρονικά, ως καταναλωτές, αποτελούν τη βασική πηγή των κρατικών εσόδων.

Μήπως πρόκειται για την «έκτακτη» συνταγή των μνημονίων που δεν έληξε ποτέ; Για εκείνο το προσωρινό μέτρο που τελικά έγινε μόνιμο;

Και ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της επιλογής στο Δημογραφικό και στη συνολική ευημερία των πολιτών;

Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης μειώθηκαν οι μισθοί στο Δημόσιο και περικόπηκαν οι συντάξεις, με στόχο τη συρρίκνωση του δημοσιονομικού ελλείμματος και τη μείωση των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού.

Στον ιδιωτικό τομέα, οι αποδοχές των μισθωτών περιορίστηκαν δραστικά – ένα φαινόμενο σπάνιο στην οικονομική ιστορία, όπου συνήθως οι απώλειες προκύπτουν από αυξήσεις χαμηλότερες του πληθωρισμού. Στόχος ήταν η εξισορρόπηση του ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών και κυρίως του εμπορικού ελλείμματος: χαμηλότερο κόστος παραγωγής, φθηνότερες εξαγωγές και περιορισμός των εισαγωγών μέσω της συμπίεσης του διαθέσιμου εισοδήματος.

Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν δικαίωσε τον σχεδιασμό. Το εξωτερικό έλλειμμα παραμένει σχεδόν στα επίπεδα του 2009, κοντά στο 6% του ΑΕΠ. Περισσότερα από 16 δισ. ευρώ ετησίως κατευθύνονται στο εξωτερικό για εισαγωγές αγαθών, προϊόντων, μηχανημάτων και πρώτων υλών, πέρα από τις εισπράξεις από εξαγωγές και ευρωπαϊκούς πόρους.

Παράλληλα, τόσο οι μισθωτοί όσο και οι συνταξιούχοι, ως η βασική μάζα των καταναλωτών, επωμίστηκαν το κύριο βάρος των δημοσίων εσόδων μέσω της υψηλής – και διαρκώς αυξανόμενης – έμμεσης φορολογίας. Ενδεικτικά, η χώρα εισήλθε στην κρίση με ΦΠΑ 19% και σήμερα βρίσκεται στο 24%.

Κάθε δαπάνη και κάθε καταναλωτική ανάγκη φορολογείται, ενώ μέσω της ακρίβειας τα κρατικά έσοδα διογκώνονται δυσανάλογα.

Δημογραφία, φορολογία και αδιέξοδο

Οι επιλογές αυτές, που αρχικά παρουσιάστηκαν ως αναγκαστικές, παραμένουν σε ισχύ και σήμερα, σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα ενισχυμένες, επιτείνοντας τα αναπτυξιακά και παραγωγικά προβλήματα και αφαιρώντας σταθερά διαθέσιμο εισόδημα από τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.

Οι συνέπειες είναι πολλαπλές. Νέοι με υψηλά προσόντα αναζητούν εργασία στο εξωτερικό για καλύτερες αμοιβές. Οι εισαγωγές δεν περιορίζονται, καθώς η εγχώρια παραγωγικότητα έχει αποδυναμωθεί λόγω έλλειψης επενδύσεων και εκσυγχρονισμού, ενώ ο τουρισμός αυξάνει πρόσθετα τις ανάγκες κατανάλωσης.

Η έλλειψη εργατικού δυναμικού τροφοδότησε συζητήσεις για «εισαγωγή» μεταναστών, επιβαρύνοντας περαιτέρω το πολιτικό κλίμα και περιορίζοντας τα περιθώρια άσκησης πολιτικής. Ταυτόχρονα, ενθαρρύνθηκε η εργασία των συνταξιούχων, γεγονός που, σε συνδυασμό με τους χαμηλούς μισθούς και τη δυσπραγία της αγοράς, οδήγησε σε αύξηση των συνταξιοδοτήσεων και πίεση στις αμοιβές λόγω παράλληλης απασχόλησης χωρίς αντικίνητρα.

Το αποτέλεσμα είναι αυξημένες συνταξιοδοτικές δαπάνες, με τον ΕΦΚΑ και το Δημόσιο να καλούνται ουσιαστικά να επιδοτήσουν τους χαμηλούς μισθούς μέσω συνδυασμού σύνταξης και εργασίας.

Ενδεικτικά, το 2025 καταγράφηκαν 68.000 γεννήσεις, 126.000 θάνατοι και 225.000 συνταξιοδοτήσεις. Η εξίσωση δεν κλείνει.

Την ίδια στιγμή, η ακρίβεια λειτουργεί ως έμμεσος σύμμαχος της δημοσιονομικής πολιτικής, καθώς η αύξηση των τιμών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες μεταφράζεται αυτόματα σε υψηλότερα έσοδα από ΦΠΑ. Τα κρατικά έσοδα ενισχύονται επίσης από την άμεση φορολογία, λόγω της μη τιμαριθμοποίησης της φορολογικής κλίμακας, με αποτέλεσμα κάθε μικρή μισθολογική αύξηση να οδηγεί σε δυσανάλογη φορολογική επιβάρυνση.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί μια αύξηση 60 ευρώ στον βασικό μισθό, όπου ο εργοδότης καταβάλλει 73 ευρώ και ο εργαζόμενος λαμβάνει μόλις 44.

Για τους συνταξιούχους, πέρα από τον ΦΠΑ και τη φορολογική κλίμακα, προστίθεται και η Εισφορά Αλληλεγγύης, που αποφέρει στο κράτος εκατοντάδες εκατομμύρια ετησίως, συμβάλλοντας στη δημιουργία του λεγόμενου «δημοσιονομικού μαξιλαριού».

Έτσι διαμορφώνονται πλεονάσματα 11,5 έως 12 δισ. ευρώ ετησίως, τα οποία κατευθύνονται σε πρόωρες αποπληρωμές χρέους, σε αντίθεση με τη διεθνή πρακτική που δίνει έμφαση στην ανάπτυξη και στη διεύρυνση του ΑΕΠ. Πρόκειται για μια στρατηγική που επιλέγει τη μείωση του χρέους μέσω συμπίεσης της οικονομίας, αντί για τη μεγέθυνση του παρανομαστή, αφήνοντας την ανάπτυξη καθηλωμένη.