11 Σεπτεμβρίου 2026

Ουκρανικές μυστικές υπηρεσίες: «Η Ρωσία μπορεί να αντέξει τον πόλεμο έως το 2028»

Η Ρωσία ενδέχεται να διαθέτει στρατιωτικούς και οικονομικούς πόρους για να συνεχίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία για ακόμη περίπου δύο χρόνια, σύμφωνα με εκτίμηση του επικεφαλής των ουκρανικών στρατιωτικών υπηρεσιών πληροφοριών.

Ο αντιστράτηγος Όλεχ Ιβαστσένκο υποστήριξε ότι οι απώλειες στο πεδίο των μαχών, η φθορά του ηθικού και οι αυξανόμενες πιέσεις στη ρωσική οικονομία μπορούν να περιορίσουν σημαντικά την ικανότητα της Μόσχας να συντηρεί τον πόλεμο έως το 2028.

Δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι η Ρωσία χάνει κάθε μήνα περίπου 6.000 περισσότερους στρατιώτες από όσους καταφέρνει να εντάξει στις τάξεις της. Παράλληλα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιοποιεί η ουκρανική πλευρά, οι συνολικές ρωσικές απώλειες από το 2022 έχουν ξεπεράσει το 1,5 εκατομμύριο στρατιώτες, με έως και 450.000 νεκρούς. Οι αριθμοί αυτοί αποτελούν εκτιμήσεις του Κιέβου και δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν ανεξάρτητα στο σύνολό τους.

«Οι πόροι της Ρωσίας εξαντλούνται έως το 2028»

Μιλώντας από την έδρα της ουκρανικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών στο Κίεβο, ο Ιβαστσένκο ανέφερε ότι η Μόσχα εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά αποθέματα ανθρώπινου δυναμικού και χρηματοδότησης, ωστόσο εκτίμησε ότι αυτά δεν είναι ανεξάντλητα.

Όπως δήλωσε, η Ρωσία στρατολογεί περίπου 1.000 έως 1.200 άτομα ημερησίως, την ώρα που οι καθημερινές απώλειες, σύμφωνα πάντα με την ουκρανική πλευρά, συχνά ξεπερνούν αυτόν τον αριθμό.

Με βάση αυτούς τους υπολογισμούς, ακόμη 18 μήνες πολέμου θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε περίπου 765.800 επιπλέον ρωσικές απώλειες, από τις οποίες περίπου 459.480 θα αφορούσαν νεκρούς και 306.320 τραυματίες.

Ο Ιβαστσένκο υποστήριξε ακόμη ότι το ηθικό στις ρωσικές δυνάμεις βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, ενώ ανάλογη κόπωση εμφανίζει και τμήμα της ρωσικής κοινωνίας, η οποία, κατά την εκτίμησή του, δεν επιθυμεί τη συνέχιση ενός μακροχρόνιου πολέμου.

Σε έντονο τόνο, ο επικεφαλής των ουκρανικών μυστικών υπηρεσιών άσκησε προσωπική κριτική στον Βλαντίμιρ Πούτιν, κατηγορώντας τον ότι συνεχίζει έναν πόλεμο με μεγάλο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος.

Τα χτυπήματα στις ενεργειακές υποδομές και η πίεση στη ρωσική οικονομία

Ο Ιβαστσένκο υποστήριξε σε ξεχωριστή συνέντευξή του ότι η ρωσική οικονομία βρίσκεται σήμερα σε σαφώς πιο αδύναμη θέση σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την έναρξη της πλήρους κλίμακας εισβολής.

Κεντρικό στοιχείο της ουκρανικής στρατηγικής τους τελευταίους μήνες αποτελεί η χρήση μη επανδρωμένων αεροσκαφών μεγάλου βεληνεκούς κατά διυλιστηρίων, εγκαταστάσεων αποθήκευσης πετρελαίου, εργοστασίων και δεξαμενόπλοιων.

Μόνο τις τελευταίες ημέρες έχουν αναφερθεί ουκρανικά πλήγματα σε διυλιστήριο στην περιοχή του Ροστόφ επί του Ντον και σε τρία ρωσικά συστήματα αεράμυνας, ενώ είχε προηγηθεί πυρκαγιά στο διυλιστήριο του Ριαζάν, ένα από τα μεγαλύτερα της χώρας.

Σύμφωνα με την Kyiv Independent, περίπου το 40% της ρωσικής υποδομής διύλισης πετρελαίου έχει τεθεί εκτός λειτουργίας. Η εξέλιξη αυτή φέρεται να έχει προκαλέσει ελλείψεις καυσίμων και περιορισμούς στις εξαγωγές πετρελαίου κίνησης και βενζίνης.

Ο Ιβαστσένκο ανέφερε ότι μεταξύ των βασικών προβλημάτων της ρωσικής οικονομίας βρίσκονται η έλλειψη εργατικού δυναμικού, η διεύρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος και η επιδείνωση της κατάστασης στο τραπεζικό σύστημα.

Παρά τις πιέσεις αυτές, αναγνώρισε ότι η Ρωσία εξακολουθεί να διαθέτει επαρκείς πόρους για να συνεχίσει τον πόλεμο. Όπως εκτίμησε, οι δυνατότητες αυτές μπορεί να διαρκέσουν έως το 2027 ή το 2028.

Οι δηλώσεις του ήρθαν λίγες ώρες μετά τις αναφορές ουκρανικών αρχών για ρωσικό πλήγμα με μη επανδρωμένο αεροσκάφος σε εμπορικό κέντρο στο Παβλοχράντ, στην περιοχή του Ντνιπροπετρόφσκ.

Σύμφωνα με Ουκρανούς αξιωματούχους, από την επίθεση σκοτώθηκαν πέντε άνθρωποι και τραυματίστηκαν 67. Οχήματα και καταστήματα υπέστησαν ζημιές, ενώ ο υπουργός Εσωτερικών της Ουκρανίας Ιβάν Βιχίβσκι ανέφερε ότι το πλήγμα πραγματοποιήθηκε σε ώρα κατά την οποία οι δρόμοι ήταν γεμάτοι κόσμο.

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι κατηγόρησε τη Ρωσία ότι χρησιμοποιεί μη επανδρωμένα αεροσκάφη εναντίον αμάχων και ζήτησε εκ νέου από τους δυτικούς συμμάχους περισσότερα μέσα αναχαίτισης, επισημαίνοντας ιδιαίτερα τη δυσκολία αντιμετώπισης βαλλιστικών πυραύλων.

Επιθέσεις είχαν αναφερθεί νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα και σε εμπορικές εγκαταστάσεις στη Ζαπορίζια και στο Σούμι.

Ο Ουκρανός υπουργός Εξωτερικών Αντρίι Σίμπιχα χαρακτήρισε τις επιθέσεις κατά αμάχων ως «τακτική εξαναγκασμού», υποστηρίζοντας ότι η Μόσχα επιδιώκει να εξαντλήσει την ουκρανική κοινωνία και να πιέσει το Κίεβο προς πολιτικές υποχωρήσεις.

Η εκτίμηση ότι η Ρωσία μπορεί να διατηρήσει την πολεμική της προσπάθεια έως το 2028 δεν σημαίνει ότι ο πόλεμος θα ολοκληρωθεί υποχρεωτικά τότε. Αποτυπώνει, όμως, την ουκρανική εκτίμηση ότι η διατήρηση της σημερινής έντασης στο πεδίο, σε συνδυασμό με τη φθορά της οικονομίας και των στρατιωτικών αποθεμάτων, μπορεί να περιορίσει σταδιακά τις δυνατότητες της Μόσχας.