Πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα; Τ ο σχέδιο των δισ., οι σεισμοί και ο γρίφος των αποβλήτων

Το ενδεχόμενο κατασκευής πυρηνικού αντιδραστήρα στην Ελλάδα, το κόστος μιας τέτοιας επένδυσης, η ασφάλεια σε μια σεισμογενή χώρα και η διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων επανέρχονται στον δημόσιο διάλογο μετά τις δηλώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκος Μητσοτάκης στη 2η Σύνοδο για την Πυρηνική Ενέργεια στο Παρίσι. «Η Ελλάδα γυρίζει σελίδα. Ήρθε η ώρα να εξετάσουμε αν η πυρηνική ενέργεια, και ειδικά οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες, μπορούν να διαδραματίσουν ρόλο στο ελληνικό ενεργειακό σύστημα» ανέφερε, ανοίγοντας τη συζήτηση για τις τεχνολογίες της νέας γενιάς.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η κατηγορία των μικρών αρθρωτών πυρηνικών αντιδραστήρων, γνωστών ως Small Modular Reactors (SMR), μια τεχνολογία που αναπτύσσεται διεθνώς τα τελευταία χρόνια. Σε σύγκριση με τα μεγάλα πυρηνικά εργοστάσια ισχύος άνω των 1.000 μεγαβάτ, οι SMR αποτελούν μονάδες συνήθως μεταξύ 50 και 300 μεγαβάτ και μπορούν να εγκαθίστανται σταδιακά, ανάλογα με τις ενεργειακές ανάγκες.

Το οικονομικό σκέλος αποτελεί βασική παράμετρο της συζήτησης, καθώς οι επενδύσεις σε πυρηνικές εγκαταστάσεις υπολογίζονται σε δισεκατομμύρια ευρώ. Όπως επισημαίνει ο ενεργειακός επιθεωρητής Μιχάλης Χριστοδουλίδης, οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες έχουν υψηλό αρχικό κόστος επένδυσης, το οποίο μπορεί να αντισταθμιστεί από χαμηλότερο κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σε βάθος χρόνου. Σύμφωνα με την εκτίμησή του, ένα συγκρότημα τριών μονάδων ισχύος 300 μεγαβάτ θα απαιτούσε επένδυση περίπου 4,5 δισ. ευρώ. Η απόσβεση ενός τέτοιου έργου υπολογίζεται σε χρονικό διάστημα 10 έως 12 ετών, ενώ μετά την απόσβεση το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσε να διαμορφωθεί μεταξύ 25 και 35 ευρώ ανά μεγαβατώρα.

Η ασφάλεια των πυρηνικών εγκαταστάσεων αποτελεί επίσης βασικό ζήτημα της συζήτησης. Όπως αναφέρει ο ίδιος, οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες βασίζονται σε παθητικά συστήματα ασφαλείας που επιτρέπουν στον αντιδραστήρα να διακόπτει αυτόματα τη λειτουργία του σε περίπτωση ανωμαλίας χωρίς να απαιτείται ανθρώπινη παρέμβαση.

Συχνά τίθεται και το ερώτημα της σεισμικότητας της Ελλάδας. Ειδικοί στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας σημειώνουν ότι η σεισμική δραστηριότητα μιας χώρας δεν αποτελεί από μόνη της απαγορευτικό παράγοντα για την ανάπτυξη πυρηνικών εγκαταστάσεων.

Την προσέγγισή του στο ζήτημα παρουσιάζει και ο καθηγητής Πυρηνικής Φυσικής και Οπλικών Επιστημών στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων Θεόδωρος Λιόλιος, ο οποίος επισημαίνει ότι σημαντικό μέρος της ανησυχίας για την πυρηνική ενέργεια συνδέεται ιστορικά με μεγάλα ατυχήματα, όπως το Πυρηνικό ατύχημα του Τσερνόμπιλ και το Πυρηνικό ατύχημα της Φουκουσίμα. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν σε σημαντική εξέλιξη των προτύπων ασφάλειας και στην ανάπτυξη νέων γενεών αντιδραστήρων με αυστηρότερα πρωτόκολλα λειτουργίας.

Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η ασφαλής λειτουργία πυρηνικών εγκαταστάσεων προϋποθέτει συνεχή παρακολούθηση, υψηλή τεχνογνωσία και αυστηρή τήρηση διαδικασιών, καθώς κάθε ενεργειακή τεχνολογία συνοδεύεται από συγκεκριμένους κινδύνους που πρέπει να διαχειρίζονται με θεσμικά και τεχνικά μέσα.

Σημαντική είναι και η θεσμική διάσταση της διαδικασίας, όπως επισημαίνει η Ελληνική Επιτροπή Ατομικής Ενέργειας, η οποία αποτελεί την αρμόδια αρχή για την πυρηνική ασφάλεια στη χώρα. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η ανάπτυξη πυρηνικών εγκαταστάσεων απαιτεί αυστηρή εφαρμογή των διεθνών κανόνων ασφαλείας, εκτεταμένες μελέτες χωροθέτησης και πλήρη συμμόρφωση με το κανονιστικό πλαίσιο της Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας και της Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τα έργα αυτού του τύπου προϋποθέτουν πολυεπίπεδες αδειοδοτικές διαδικασίες και μακρόχρονη προετοιμασία, με εξειδικευμένη τεχνογνωσία σε όλα τα στάδια σχεδιασμού και λειτουργίας.

Στο πλαίσιο της ενεργειακής στρατηγικής, ο επίκουρος καθηγητής Πυρηνικής Φυσικής του Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών Θεόδωρος Μερτζιμέκης επισημαίνει ότι η Ελλάδα έως σήμερα δεν έχει αξιοποιήσει την πυρηνική ενέργεια για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς στο παρελθόν διέθετε μόνο ερευνητικό πυρηνικό αντιδραστήρα.

Η πυρηνική ενέργεια αποτελεί βασικό στοιχείο του ενεργειακού μείγματος σε πολλές αναπτυγμένες οικονομίες, καθώς μπορεί να παρέχει σταθερή παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες. Όπως σημειώνει, για την επίτευξη πραγματικής ενεργειακής αυτάρκειας ένα κράτος χρειάζεται μια σταθερή πηγή ηλεκτροπαραγωγής που να καλύπτει περίπου το 20% έως 25% της συνολικής ζήτησης.

Σημαντική πρόκληση παραμένει και η διαχείριση των πυρηνικών αποβλήτων. Το χρησιμοποιημένο πυρηνικό καύσιμο αποθηκεύεται αρχικά για αρκετά χρόνια σε δεξαμενές ψύξης και στη συνέχεια σε ειδικά κάνιστρα για μακροχρόνια αποθήκευση ή επανεπεξεργασία. Παρότι υπάρχουν διεθνώς καθιερωμένες πρακτικές, το ζήτημα της τελικής αποθήκευσης εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της πυρηνικής βιομηχανίας.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο οικονομολόγος Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος Γεώργιος Καρακατσάνης επισημαίνει ότι οι αντιδραστήρες τέταρτης γενιάς μπορούν να αξιοποιούν μέρος των πυρηνικών αποβλήτων ως καύσιμο, μειώνοντας τον όγκο των υλικών που χρειάζονται μακροχρόνια αποθήκευση. Την ίδια στιγμή σημειώνει ότι οι τεχνολογίες ορυκτών καυσίμων έχουν προσεγγίσει τα όρια της θερμικής τους απόδοσης, ενώ η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται λόγω της ανάπτυξης ψηφιακών υποδομών όπως τα κέντρα δεδομένων και οι εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης.

Με αυτά τα δεδομένα, ειδικοί επισημαίνουν ότι η συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια στην Ελλάδα αφορά κυρίως την προετοιμασία των θεσμικών και τεχνικών προϋποθέσεων και όχι την άμεση εγκατάσταση αντιδραστήρων. Ακόμη και αν ληφθεί πολιτική απόφαση για ένα τέτοιο πρόγραμμα, η υλοποίησή του εκτιμάται ότι θα απαιτούσε χρονικό ορίζοντα τουλάχιστον 15 έως 20 ετών.