Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΓΕΝΙΟΣ

Πόλεμος χωρίς τέλος στον Περσικό Κόλπο – Το Ιράν αντέχει, ο Τραμπ αναζητά την επόμενη κίνηση

Οι σφοδρές επιθέσεις που εξαπέλυσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ κατά του Ιράν συνεχίζονται αδιάκοπα εδώ και μία εβδομάδα, με τη σύγκρουση να αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη ένταση και να μετατρέπεται σε μια κρίση με απρόβλεπτες διεθνείς συνέπειες.

Οι εξελίξεις υπήρξαν δραματικές από τις πρώτες κιόλας ημέρες των βομβαρδισμών. Ο Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, η μορφή που συμβόλιζε επί δεκαετίες την κορυφή της εξουσίας στην Ισλαμική Δημοκρατία, έχασε τη ζωή του, ενώ σημαντικό τμήμα της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της Τεχεράνης εξουδετερώθηκε. Παράλληλα, ένα μεγάλο μέρος στρατηγικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων της χώρας, μεταξύ αυτών πυραυλικές βάσεις και κέντρα επιχειρήσεων, υπέστη εκτεταμένες καταστροφές.

Στην Ουάσιγκτον ο στόχος της επιχείρησης διατυπώθηκε εξαρχής με σαφήνεια. Για τον Ντόναλντ Τραμπ η στρατιωτική πίεση αποτελεί εργαλείο ανατροπής του καθεστώτος της Τεχεράνης, σε μια προσπάθεια επανάληψης του μοντέλου που επιχειρήθηκε στη Βενεζουέλα με πολιτική αποσταθεροποίηση και εσωτερική αναδιάταξη της εξουσίας.

Η πραγματικότητα της ιρανικής κοινωνίας και του κρατικού μηχανισμού αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη. Παρά τους συνεχιζόμενους βομβαρδισμούς και τις βαριές απώλειες στην ηγεσία του, το καθεστώς της Τεχεράνης παραμένει όρθιο και δείχνει ικανό να απορροφήσει το πρώτο κύμα των επιθέσεων χωρίς σημάδια κατάρρευσης.

Η Ισλαμική Δημοκρατία έχει ήδη περάσει δεκαετίες υπό καθεστώς πίεσης. Οικονομικές κυρώσεις, πολεμικές συγκρούσεις, αεροπορικοί βομβαρδισμοί και διπλωματική απομόνωση αποτελούν μέρος της καθημερινότητας του κράτους από τη δεκαετία του 1980, δημιουργώντας έναν μηχανισμό εξουσίας προσαρμοσμένο σε συνθήκες μόνιμης αντιπαράθεσης με τη Δύση.

Η αντίδραση της Τεχεράνης στην αμερικανοϊσραηλινή επίθεση υπήρξε εξίσου σφοδρή. Οι ιρανικές δυνάμεις εκτόξευσαν εκατοντάδες βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη προς διάφορους στόχους στη Μέση Ανατολή, πλήττοντας περιοχές σε γειτονικά κράτη και επεκτείνοντας το γεωγραφικό αποτύπωμα της κρίσης μέχρι και την Κύπρο.

Η πραγματοποίηση του στρατηγικού στόχου της Ουάσιγκτον απαιτεί συνθήκες που δύσκολα διαμορφώνονται. Μια στρατιωτική επέμβαση με χερσαίες δυνάμεις θα προϋπέθετε την παρουσία αμερικανικών στρατευμάτων στο ιρανικό έδαφος και μια εσωτερική αντιπολιτευτική δύναμη ικανή να αναλάβει την εξουσία.

Κανένα από τα δύο σενάρια δεν φαίνεται εύκολο. Η αμερικανική κοινή γνώμη έχει κουραστεί από τους πολέμους της Μέσης Ανατολής και δείχνει ελάχιστη διάθεση να αποδεχθεί νέες απώλειες σε μια ακόμη εκστρατεία χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, τα σαράντα πέντε χρόνια θεοκρατικής διακυβέρνησης στην Τεχεράνη έχουν δημιουργήσει ένα σύστημα εξουσίας ιδιαίτερα ανθεκτικό σε οργανωμένες εσωτερικές εξεγέρσεις.

Η πολιτική δομή του Ιράν στηρίζεται σε ένα πλέγμα θεσμών και ισχυρών μηχανισμών. Δεν πρόκειται για μια προσωπική δικτατορία που εξαρτάται από έναν και μόνο ηγέτη, ούτε για μια ομάδα ολιγαρχών που θα εγκατέλειπε την εξουσία υπό στρατιωτική πίεση. Πρόκειται για μια πολυπρόσωπη θεοκρατική εξουσία με βαθιά ριζωμένη επιρροή στον κρατικό μηχανισμό, στον στρατό και στη θρησκευτική ιεραρχία της χώρας.

Η γεωπολιτική διάσταση της σύγκρουσης προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα. Σε αντίθεση με τις παρεμβάσεις των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, η περίπτωση του Ιράν συνδέεται άμεσα με την ενεργειακή ισορροπία του πλανήτη.

Η Τεχεράνη ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα για τη διεθνή μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ήδη εκατοντάδες δεξαμενόπλοια και εμπορικά πλοία έχουν εγκλωβιστεί στην περιοχή, μεταξύ των οποίων αρκετά ελληνικών συμφερόντων, ενώ η διεθνής αγορά ενέργειας καταγράφει έντονες αναταράξεις που μεταφράζονται σε αυξήσεις τιμών στα πρατήρια καυσίμων σε ολόκληρο τον κόσμο.

Μέσα σε αυτή τη γεωπολιτική εξίσωση ο Ντόναλντ Τραμπ καλείται να αποφασίσει την επόμενη κίνηση. Η πολιτική του τακτική συχνά χαρακτηρίζεται απρόβλεπτη, στοιχείο που πολλές φορές λειτουργεί ως στρατηγικό εργαλείο πίεσης.

Ένα πιθανό σενάριο περιλαμβάνει την αναζήτηση ενός προσώπου μέσα στο ίδιο το καθεστώς που θα μπορούσε να ανακατευθύνει την εξουσία προς μια νέα πολιτική ισορροπία, κατά το πρότυπο όσων συνέβησαν στη Βενεζουέλα. Εκεί η Ντέλσι Ροντρίγκεζ, άλλοτε ένθερμη υποστηρίκτρια του Νικολάς Μαδούρο, βρέθηκε στο επίκεντρο της εξουσίας υιοθετώντας μια στάση που εξυπηρέτησε σε μεγάλο βαθμό τις αμερικανικές προσδοκίες.

Στην Τεχεράνη η κατάσταση βρίσκεται ήδη σε φάση διαδοχής. Μετά τον θάνατο του Αγιατολάχ Χαμενεΐ, την ηγεσία ανέλαβε ο γιος του, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ. Η επιλογή αυτή στηρίχθηκε από τους ισχυρούς Φρουρούς της Επανάστασης, η νομιμοποίηση της εξουσίας του όμως εξαρτάται από την αποδοχή της ανώτατης θρησκευτικής ιεραρχίας της χώρας.

Στο πολιτικό σκηνικό εμφανίζονται και άλλες πιθανές μορφές εξουσίας. Ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, πρώην καρδιοχειρουργός με μεταρρυθμιστικό προφίλ, παραμένει ενεργός παρά τις εξελίξεις και θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στις επόμενες ισορροπίες. Στο προσκήνιο επανέρχεται επίσης το όνομα του γιου του τελευταίου Σάχη της Περσίας, ο οποίος εμφανίζεται από ορισμένους κύκλους ως πιθανός πολιτικός διάδοχος που θα μπορούσε να οδηγήσει τη χώρα σε μια νέα εποχή διακυβέρνησης.

Το μέλλον της σύγκρουσης παραμένει αβέβαιο. Στην Ουάσιγκτον ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε εκλογικές αναμετρήσεις για το Κογκρέσο, γεγονός που καθιστά κάθε στρατιωτική επιλογή πολιτικά επικίνδυνη. Η αποστολή αμερικανικών στρατευμάτων στη Μέση Ανατολή θα σήμαινε μια ακόμη πολεμική περιπέτεια σε μια περιοχή που μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας γνωρίζει ελάχιστα.

Η εκλογική του νίκη στηρίχθηκε στο σύνθημα της αποφυγής νέων πολέμων. Η επόμενη απόφαση του Λευκού Οίκου θα κρίνει αν η κρίση στον Περσικό Κόλπο θα μετατραπεί σε έναν ακόμη μεγάλο πόλεμο ή σε μια παρατεταμένη γεωπολιτική αντιπαράθεση με ανοιχτό τέλος.