11 Αυγούστου 2026

Politico: Το ηλεκτρικό δίκτυο πίσω από το 75% των καμένων εκτάσεων – Βαριές ευθύνες

Ένα ιδιαίτερα επιβαρυντικό δημοσίευμα του Politico επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των ευθυνών για τις μεγάλες δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα, στρέφοντας το ενδιαφέρον στο γερασμένο και σε μεγάλο βαθμό υπέργειο δίκτυο ηλεκτροδότησης. Με βάση προκαταρκτικά στοιχεία ελληνικών Αρχών που επικαλείται το διεθνές μέσο, οι πυρκαγιές που συνδέονται με βλάβες, σπινθήρες ή δυσλειτουργίες του δικτύου φέρονται να αντιστοιχούν περίπου στο 75% της συνολικής καμένης έκτασης φέτος.

Το στοιχείο αυτό προκαλεί σοβαρή πολιτική και θεσμική πίεση, καθώς επαναφέρει τη συζήτηση για τις καθυστερήσεις στην υπογειοποίηση των γραμμών, τη συντήρηση των υποδομών και την πραγματική προτεραιότητα που έχει δοθεί στην πρόληψη των πυρκαγιών τα προηγούμενα χρόνια.

Το παράδοξο είναι ότι οι πυρκαγιές που συνδέονται με ηλεκτρικές υποδομές δεν αποτελούν, αριθμητικά, την πλειονότητα των περιστατικών. Όταν όμως ξεσπούν, συχνά εκδηλώνονται στις χειρότερες δυνατές συνθήκες: με ισχυρούς ανέμους, σε ημέρες υψηλής κατανάλωσης ρεύματος, μέσα ή κοντά σε δασικές εκτάσεις υψηλού κινδύνου και σε περιοχές με δύσκολη πρόσβαση.

Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να εξελίσσονται πολλές φορές σε μεγάλες και εξαιρετικά καταστροφικές πυρκαγιές, πριν προλάβουν οι δυνάμεις κατάσβεσης να τις περιορίσουν.

Σύμφωνα με στοιχεία που αποδίδονται στη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού, οι πυρκαγιές που σχετίζονται με το δίκτυο ηλεκτροδότησης ευθύνονται φέτος για περίπου τα τρία τέταρτα των συνολικών καμένων εκτάσεων στη χώρα.

Στο ίδιο πλαίσιο, δύο από τις πλέον καταστροφικές πυρκαγιές στα τέλη Ιουλίου, στη Δυτική Αττική και στην Κρήτη, συνδέθηκαν στα προκαταρκτικά ευρήματα της Πυροσβεστικής με ηλεκτρικές υποδομές. Οι δύο πυρκαγιές κατέκαψαν συνολικά περισσότερα από 145.000 στρέμματα και κόστισαν τη ζωή σε τέσσερις ανθρώπους.

Ο Ηλίας Τζιρίτης, συντονιστής δράσεων για τις δασικές πυρκαγιές στο WWF Ελλάς, σημείωσε ότι το 2025 έξι στις δέκα μεγάλες πυρκαγιές και το 55% των καμένων εκτάσεων είχαν αποδοθεί σε προβλήματα του δικτύου ηλεκτροδότησης.

Όπως υπογράμμισε, μπορεί στατιστικά η πλειονότητα των πυρκαγιών να ξεκινά από άλλες αιτίες, όμως εκείνες που σχετίζονται με το δίκτυο είναι δυσανάλογα συχνά οι πιο μεγάλες και καταστροφικές.

Οι αιτίες που μπορούν να προκαλέσουν ανάφλεξη είναι πολλές: χαλαρά ή φθαρμένα καλώδια, επαφή βλάστησης με γραμμές, συσσώρευση σκόνης και ρύπων σε εξοπλισμό μεταφοράς, αστοχίες μονωτήρων και άλλες τεχνικές βλάβες.

Σε συνθήκες θυελλωδών ανέμων ή μεγάλης ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, η πίεση πάνω σε παλιές υποδομές αυξάνεται και μαζί της αυξάνεται και η πιθανότητα δημιουργίας σπινθήρων σε περιβάλλον ήδη αποξηραμένο και εξαιρετικά εύφλεκτο.

Υπογειοποίηση με καθυστέρηση δεκαετιών και ένα δίκτυο εκτεθειμένο μέσα στα δάση

Μεγάλο μέρος του ελληνικού δικτύου ηλεκτροδότησης κατασκευάστηκε πριν από πολλές δεκαετίες και εξακολουθεί να αναπτύσσεται υπέργεια μέσα από αγροτικές και δασικές περιοχές.

Τη δεκαετία του 1960 επιλέχθηκε το εναέριο δίκτυο ως φθηνότερη λύση για τη γρήγορη επέκταση της ηλεκτροδότησης σε ολόκληρη τη χώρα. Οι υποδομές αυτές, όμως, σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον: συχνότερους καύσωνες, ξηρότερη βλάστηση, ισχυρότερους ανέμους και πολύ μεγαλύτερο ενεργειακό φορτίο.

Η μακρά οικονομική κρίση μετά το 2009 περιόρισε επιπλέον τις επενδύσεις, ενώ οι επικριτές της κρατικής πολιτικής υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα καθυστέρησε υπερβολικά να προχωρήσει σε ουσιαστική υπογειοποίηση και εκσυγχρονισμό των γραμμών.

Ο Χρήστος Καλογερόπουλος, απόστρατος αντιστράτηγος της Πυροσβεστικής και πρώην διοικητής της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού, ανέφερε ότι το ζήτημα είχε επισημανθεί εδώ και χρόνια και ότι η ανάγκη υπογειοποίησης των καλωδίων είχε τεθεί επανειλημμένα ως επείγουσα προτεραιότητα.

Η εικόνα που προκύπτει είναι πολιτικά δύσκολη για την κυβέρνηση, καθώς ένα πρόβλημα γνωστό εδώ και χρόνια εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται με ρυθμούς που οι ειδικοί θεωρούν ανεπαρκείς σε σχέση με την ταχύτητα με την οποία αυξάνεται ο κίνδυνος των δασικών πυρκαγιών.

Από την πλευρά του, ο ΔΕΔΔΗΕ απορρίπτει την εικόνα ότι το δίκτυο αποτελεί βασική αιτία εκδήλωσης πυρκαγιών.

Η εταιρεία υποστηρίζει ότι περίπου το 1% των περιστατικών πυρκαγιάς που καταγράφηκαν το 2025 αποδόθηκε στο δίκτυο ηλεκτροδότησης, ποσοστό που, όπως σημειώνει, είναι χαμηλότερο από το περίπου 3% που καταγράφεται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παράλληλα, ο ΔΕΔΔΗΕ τονίζει ότι οι τεχνικές ομάδες του βρίσκονται στα μεγάλα πύρινα μέτωπα, τόσο για να συνδράμουν τις υπηρεσίες πολιτικής προστασίας όσο και για να αποκαθιστούν την ηλεκτροδότηση στις πληγείσες περιοχές.

Σε ανακοίνωσή του, ο Διαχειριστής έκανε λόγο για εύκολη στοχοποίησή του κάθε φορά που ξεσπά πυρκαγιά, υποστηρίζοντας ότι αυτή η πρακτική δημιουργεί λανθασμένες εντυπώσεις και μπορεί να απομακρύνει τη συζήτηση από άλλες τοπικές ευθύνες.

Η συγκεκριμένη θέση, ωστόσο, δεν αναιρεί το βασικό πρόβλημα που αναδεικνύεται από τα στοιχεία: μπορεί ο αριθμός των περιστατικών να είναι περιορισμένος ως ποσοστό, όμως η έκταση της καταστροφής που προκαλούν οι πυρκαγιές από ηλεκτρικές εγκαταστάσεις εμφανίζεται πολύ μεγαλύτερη.

Μετά τη μεγάλη πυρκαγιά στην Κρήτη, οι Αρχές συνέλαβαν δύο στελέχη που σχετίζονταν με τη λειτουργία και συντήρηση του δικτύου του ΔΕΔΔΗΕ, τα οποία στη συνέχεια αφέθηκαν ελεύθερα.

Στη Βοιωτία, από όπου πυρκαγιά επεκτάθηκε προς τη Δυτική Αττική, οι ερευνητές εξετάζουν την εκδοχή οι σπινθήρες να προήλθαν από εξοπλισμό ιδιωτικού αιολικού πάρκου. Στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας τέθηκαν υπό κράτηση ένας τοπικός δήμαρχος, ένας εργολάβος και ένας ιδιοκτήτης εταιρείας.

Οι έρευνες παραμένουν σε εξέλιξη και οι ποινικές ευθύνες δεν έχουν κριθεί, όμως το γεγονός ότι πολλαπλές μεγάλες φωτιές εξετάζονται σε σχέση με ηλεκτρικές υποδομές εντείνει την πίεση για συνολική επανεξέταση του συστήματος πρόληψης.

Ο υπουργός Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, έχει δηλώσει ότι η κυβέρνηση σχεδιάζει αυστηρότερους κανόνες για τα ιδιωτικά ενεργειακά έργα. Ειδικοί, πάντως, προειδοποιούν ότι η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί αποκλειστικά στους ιδιώτες, καθώς το κεντρικό ζήτημα αφορά συνολικά την ηλικία, τη συντήρηση και την ανθεκτικότητα του δικτύου.

Ο αναπληρωτής καθηγητής προστασίας δασών στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Παλαιολόγος Παλαιολόγου, επισήμανε ότι η υπογειοποίηση είναι ακριβή και χρονοβόρα διαδικασία.

Τόνισε, όμως, ότι οι ερευνητές χρειάζονται πλήρη πρόσβαση σε δεδομένα για τη θέση των γραμμών ηλεκτροδότησης και των πυλώνων, ώστε να χαρτογραφήσουν τις περιοχές όπου το δίκτυο εμφανίζει τη μεγαλύτερη τρωτότητα.

Με περιορισμένους διαθέσιμους πόρους, η λογική αυτή οδηγεί σε στοχευμένες παρεμβάσεις πρώτα στις περιοχές με τον υψηλότερο κίνδυνο πυρκαγιάς.

Τα 35 δισ. ευρώ, το Ταμείο Ανάκαμψης και οι ευθύνες που δεν μπορούν να κρυφτούν

Η κυβέρνηση χρηματοδοτεί μέρος των έργων υπογειοποίησης μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με τα κυβερνητικά στοιχεία, το ποσοστό του δικτύου διανομής που βρίσκεται πλέον κάτω από το έδαφος έχει αυξηθεί περίπου στο 14%, από 9% το 2021.

Η Αλεξάνδρα Σδούκου, εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, έχει υποστηρίξει ότι η πλήρης υπογειοποίηση του δικτύου μέσης τάσης μήκους περίπου 120.000 χιλιομέτρων θα απαιτούσε κονδύλια της τάξης των 35 δισ. ευρώ.

Με αυτή τη λογική, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η στρατηγική πρέπει να επικεντρωθεί κατά προτεραιότητα στις περιοχές όπου ο κίνδυνος πυρκαγιάς είναι μεγαλύτερος.

Το οικονομικό κόστος, όμως, δεν εξαφανίζει το ερώτημα της πολιτικής προτεραιότητας. Όταν τα ίδια τα στοιχεία των ερευνητικών Αρχών δείχνουν ότι πυρκαγιές από το δίκτυο προκαλούν δυσανάλογα μεγάλη καταστροφή, η ταχύτητα των παρεμβάσεων αποκτά πλέον άμεση σχέση με την προστασία ζωών, περιουσιών και φυσικού πλούτου.

Κόμματα της αντιπολίτευσης και περιβαλλοντικές οργανώσεις κατηγορούν την κυβέρνηση ότι καθυστέρησε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, ότι η συντήρηση του δικτύου παραμένει ανεπαρκής και ότι έργα πρόληψης πυρκαγιών αφαιρέθηκαν από τη χρηματοδότηση του Ταμείου Ανάκαμψης.

Ο Ηλίας Τζιρίτης σημείωσε ότι εξακολουθεί να απουσιάζει, κατά την εκτίμησή του, μια σαφής δημόσια αναγνώριση του προβλήματος σε κυβερνητικό επίπεδο και ότι οι λύσεις πρέπει να σχεδιαστούν κεντρικά και όχι αποσπασματικά.

Η συζήτηση αποκτά και σοβαρές νομικές διαστάσεις, καθώς η επίσημη σύνδεση μιας μεγάλης πυρκαγιάς με ηλεκτρικές υποδομές μπορεί να δημιουργήσει αξιώσεις αποζημιώσεων και σημαντικές οικονομικές υποχρεώσεις.

Το Politico αναφέρεται χαρακτηριστικά στην περίπτωση της αμερικανικής Pacific Gas & Electric, η οποία οδηγήθηκε σε πτώχευση μετά από καταστροφικές πυρκαγιές στην Καλιφόρνια που συνδέθηκαν με εξοπλισμό της και δημιούργησαν υποχρεώσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον Χρήστο Καλογερόπουλο, οι δικαστικές υποθέσεις για πυρκαγιές που φέρονται να σχετίζονται με το δίκτυο ηλεκτροδότησης αυξήθηκαν από 369 σε 681 το 2024.

Μία από τις υποθέσεις που έχουν οδηγήσει σε οριστική καταδικαστική απόφαση κατά του ΔΕΔΔΗΕ αφορά τη μεγάλη πυρκαγιά του 2015 στη Νεάπολη Λακωνίας, όπου καταστράφηκαν κατοικίες, καλλιέργειες και εκτεταμένες δασικές εκτάσεις.

Περίπου 90 πληγέντες διεκδικούν αποζημιώσεις.

Η δικηγόρος Ευγενία Λαζαράκη, η οποία εκπροσωπεί θύματα της συγκεκριμένης πυρκαγιάς, υπογράμμισε ότι για έναν πολίτη η δικαστική αντιπαράθεση με μια μεγάλη εταιρεία ηλεκτρικού δικτύου αποτελεί δύσκολη και άνιση διαδικασία.

Όπως σημείωσε, οι εταιρείες διαθέτουν τεχνική γνώση, εξειδικευμένο προσωπικό και άμεση πρόσβαση σε στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη διερεύνηση της αιτίας μιας πυρκαγιάς, γεγονός που μπορεί να φέρνει τους πολίτες που προσφεύγουν στη Δικαιοσύνη σε μειονεκτική θέση.

Το δημοσίευμα του Politico φωτίζει ένα πρόβλημα που δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως τεχνική λεπτομέρεια. Αν οι προκαταρκτικές εκτιμήσεις των αρμόδιων Αρχών επιβεβαιωθούν, ένα μικρό ποσοστό πυρκαγιών που συνδέεται με το ηλεκτρικό δίκτυο προκαλεί το μεγαλύτερο μέρος της καταστροφής. Η κυβέρνηση γνωρίζει εδώ και χρόνια την ηλικία και την ευαλωτότητα των υποδομών, διαθέτει ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και έχει πλέον μπροστά της συγκεκριμένα δεδομένα. Η καθυστέρηση στην πρόληψη παύει να είναι απλώς τεχνικό ζήτημα και μετατρέπεται σε ζήτημα πολιτικής ευθύνης, όταν οι φωτιές καταστρέφουν δεκάδες χιλιάδες στρέμματα και αφαιρούν ανθρώπινες ζωές.