Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ

Προστασία ανηλίκων ή πρόβα καθολικής ψηφιακής επιτήρησης;

Σε κάθε σοβαρή και οργανωμένη κοινωνία, η θωράκιση των ανηλίκων απέναντι στο αλκοόλ, τα καπνικά προϊόντα και τις νέες μορφές νικοτίνης συνιστά στοιχειώδες καθήκον της Πολιτείας. Υπό αυτή την έννοια, η παρουσίαση σήμερα, 18 Μαρτίου 2026, από την κυβέρνηση ενός νέου «Οδικού Χάρτη και Επιχειρησιακού Σχεδίου» για την καθολική εφαρμογή της απαγόρευσης πώλησης καπνικών και αλκοόλ σε ανηλίκους εμφανίζεται, σε πρώτη ανάγνωση, ως μια αυτονόητη πρωτοβουλία. Στο επίκεντρο τοποθετούνται το Gov.gr Wallet, το Kids Wallet, το ψηφιακό μητρώο λιανικής και η πλατφόρμα events.gov.gr, ενώ το επίσημο κυβερνητικό πλαίσιο συνοδεύεται από λέξεις όπως προστασία, πρόληψη, διαφάνεια και αποτελεσματικότερος έλεγχος. Σε επίπεδο διατύπωσης, το σχήμα αυτό μοιάζει εύλογο και πολιτικά εύπεπτο.

Η ουσία της πολιτικής, ωστόσο, αποκαλύπτεται στον τρόπο με τον οποίο οργανώνει την εξουσία και διαμορφώνει τους όρους της καθημερινής ζωής. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο γεννώνται τα κρίσιμα ερωτήματα. Διότι το κράτος δεν αρκείται πλέον στην κλασική απαγόρευση πώλησης σε ανηλίκους. Προχωρεί σε μια νέα αρχιτεκτονική πρόσβασης, μέσα στην οποία η κοινωνική και οικονομική συναλλαγή υπάγεται σε ψηφιακή επιβεβαίωση ιδιότητας. Ο πωλητής θα δημιουργεί QR code μέσω του Gov.gr Wallet, ο πολίτης ή ο ανήλικος θα το σαρώνει μέσα από το Gov.gr Wallet ή το Kids Wallet και το σύστημα θα αποδίδει ένα πράσινο ή ένα κόκκινο σήμα, ανάλογα με το αν η συναλλαγή επιτρέπεται. Κατά την επίσημη περιγραφή, η ακριβής ηλικία δεν εμφανίζεται, παρά μόνο η επιλεξιμότητα.

Από τη στιγμή αυτή, η συζήτηση παύει να αφορά έναν απλό αυστηρότερο έλεγχο στην αγορά. Εισερχόμαστε σε μια νέα θεσμική λογική, σύμφωνα με την οποία για κάθε πράξη που το κράτος ταξινομεί ως ευαίσθητη απαιτείται προηγουμένως ψηφιακή απόδειξη επιτρεπτότητας. Σήμερα το πεδίο αφορά το αλκοόλ και τα καπνικά προϊόντα. Αύριο το ίδιο τεχνικό μοντέλο μπορεί να μεταφερθεί στην πρόσβαση σε ψηφιακές πλατφόρμες, στην παρακολούθηση περιεχομένου, στην αγορά άλλων προϊόντων, στη συμμετοχή σε εκδηλώσεις και σε ακόμη περισσότερες μορφές κοινωνικής δραστηριότητας. Η προοπτική αυτή δεν αποτελεί αυθαίρετη υπόθεση. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ρητά ότι το πρότυπο της επαλήθευσης ηλικίας έχει σχεδιαστεί ώστε να ενσωματωθεί στα μελλοντικά ευρωπαϊκά ψηφιακά πορτοφόλια και ότι τεχνικά προσφέρεται για επέκταση και σε άλλες χρήσεις, όπως η αγορά αλκοόλ και ευρύτερες ηλικιακές ή λειτουργικές κατηγορίες πρόσβασης.

Εκεί ακριβώς εδράζεται και ο πυρήνας της ανησυχίας. Το ζήτημα δεν περιορίζεται στο μέτρο καθαυτό, αλλά στο θεσμικό προηγούμενο που παράγει. Το κράτος εισάγει σταδιακά τον πολίτη στην ιδέα ότι η ελευθερία του δεν είναι ένα δεδομένο πεδίο άσκησης δικαιωμάτων, αλλά μια κατάσταση υπό όρους, που ενεργοποιείται μόνο όταν προηγηθεί ψηφιακή πιστοποίηση. Καλλιεργείται έτσι μια κουλτούρα όπου κάθε καθημερινή πράξη μπορεί να συνοδεύεται από ηλεκτρονική άδεια, κάθε κοινωνική λειτουργία να απαιτεί σκανάρισμα, κάθε συμμετοχή στη δημόσια και ιδιωτική ζωή να περνά μέσα από επιβεβαίωση. Όποιος αδυνατεί να διακρίνει τον κίνδυνο αυτής της λογικής, είτε επιδεικνύει υπερβολική αφέλεια απέναντι στην εξουσία είτε αδιαφορεί για την κατεύθυνση που λαμβάνει η σταδιακή οικοδόμηση τέτοιων μηχανισμών.

Η κυβέρνηση αντιτείνει ότι πρόκειται για ένα σύστημα «privacy-preserving», ένα σύστημα που προστατεύει τα προσωπικά δεδομένα, αφού ο έμπορος δεν θα βλέπει την ημερομηνία γέννησης, παρά μόνο μια δυαδική ένδειξη επιτρεπτότητας. Και πράγματι, η ευρωπαϊκή τεχνική προσέγγιση για το age verification στηρίζεται στη λογική της ελάχιστης κοινοποίησης δεδομένων και της επιβεβαίωσης αποκλειστικά του ηλικιακού ορίου. Αυτή είναι η τεχνολογική φιλοσοφία που προβάλλεται ως εγγύηση του εγχειρήματος.

Η ουσία, όμως, δεν εξαντλείται στο τι ακριβώς βλέπει ο ταμίας στην οθόνη του. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά εκείνον που κατασκευάζει την υποδομή, εκείνον που καθορίζει τις χρήσεις της, εκείνον που πιστοποιεί τους επαληθευτές, εκείνον που έχει τη δυνατότητα να επεκτείνει τον σκοπό της και να μεταβάλει τα όριά της. Το ερώτημα αφορά τις εγγυήσεις απέναντι στη διασύνδεση, στην επέκταση σκοπού, στον λειτουργικό εξαναγκασμό, στη σταδιακή μετατροπή ενός εργαλείου σε έμμεση υποχρέωση. Η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη και η κρατική εξουσία δεν διαθέτει ιστορικό αθωότητας. Ήδη οργανώσεις ψηφιακών δικαιωμάτων στην Ευρώπη κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, επισημαίνοντας ότι τέτοιου τύπου συστήματα, ακόμη και όταν παρουσιάζονται ως ασφαλή, μπορούν να οδηγήσουν σε scope creep, δηλαδή σε σταδιακή διεύρυνση σε ολοένα περισσότερους τομείς, με συνέπειες που αγγίζουν την παρακολούθηση, τον αποκλεισμό, το chilling effect στην πρόσβαση σε νόμιμες υπηρεσίες και την ενίσχυση της εξάρτησης του πολίτη από κρατικά ψηφιακά διαπιστευτήρια. Η EDRi έχει ήδη μιλήσει ευθέως για απειλή στην ιδιωτικότητα, στην πρόσβαση στην πληροφορία και για τον κίνδυνο ψηφιακού αποκλεισμού, ενώ η EFF έχει τονίσει ότι χωρίς ουσιαστική λογοδοσία από τους φορείς που απαιτούν τέτοιες αποδείξεις, ο πολίτης αδυνατεί ακόμη και να γνωρίζει αν το αίτημα επαλήθευσης είναι νόμιμο, θεμιτό και αναλογικό.

Υπάρχει, μάλιστα, και μια βαθύτερη διάσταση, που αγγίζει τη συνολική φυσιογνωμία του ελληνικού κράτους. Η εξουσία δεν ζητά εμπιστοσύνη μέσα σε ένα κενό θεσμικής αρετής. Τη ζητά έχοντας ήδη εδραιώσει τα τελευταία χρόνια μια κουλτούρα αυξανόμενης κεντρικοποίησης δεδομένων, καθολικής ψηφιοποίησης διοικητικών σχέσεων και συνεχούς διεύρυνσης των πεδίων στα οποία ο πολίτης ταυτοποιείται, καταγράφεται και καθοδηγείται μέσα από πλατφόρμες. Όταν, λοιπόν, μια κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι όλα αυτά υπηρετούν έναν καλό σκοπό, ο δημοκρατικά σκεπτόμενος πολίτης δεν σπεύδει να χειροκροτήσει. Θέτει τα αναγκαία ερωτήματα για τα όρια, για τα φίλτρα, για την ανεξάρτητη εποπτεία, για τις ρητές απαγορεύσεις μελλοντικής χρήσης, για το ενδεχόμενο η ίδια τεχνική υποδομή να αξιοποιηθεί αύριο στο όνομα της δημόσιας τάξης, της αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης ή της προστασίας ευάλωτων ομάδων. Με αυτόν τον τρόπο συγκροτούνται οι ψηφιακές φυλακές, μέσα από συσσώρευση μικρών, λογικοφανών, καλοδιατυπωμένων βημάτων που παρουσιάζονται κάθε φορά ως αναγκαία και καλοπροαίρετα.

Το συγκεκριμένο μέτρο, από μόνο του, δεν συνιστά ακόμη μια ολοκληρωμένη ψηφιακή φυλακή. Μπορεί, όμως, να εξελιχθεί σε κρίσιμο δομικό στοιχείο μιας τέτοιας πραγματικότητας. Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε ένα εργαλείο και σε μια υποδομή. Ένα εργαλείο με απολύτως περιορισμένο πεδίο εφαρμογής, με αναλογικότητα, με αυστηρό έλεγχο και με ισχυρή νομική θωράκιση είναι δυνατόν να υπηρετήσει έναν θεμιτό σκοπό. Μια υποδομή που γενικεύεται, διασυνδέεται με άλλες βάσεις και μετατρέπεται σε γενικό μοντέλο κοινωνικής αδειοδότησης αποκτά τα χαρακτηριστικά ενός μηχανισμού πειθάρχησης.

Η προστασία των παιδιών δεν μπορεί να μετατραπεί σε όχημα νομιμοποίησης μιας κοινωνίας καθολικής ψηφιακής επιτήρησης. Η πατρίδα έχει ανάγκη από πολίτες ελεύθερους, με πρόσωπο και συνείδηση, όχι από ανθρώπους που θα ζουν με ένα κινητό στο χέρι ώστε να αποδεικνύουν αδιάκοπα ποιοι είναι και τι τους επιτρέπεται. Έχει ανάγκη από οικογένεια, από παιδεία, από πρόληψη, από πραγματικούς ελέγχους στην αγορά, από αυστηρές κυρώσεις στους παραβάτες και από ισχυρά θεσμικά αναχώματα απέναντι στον ψηφιακό δεσποτισμό.

Αν η κυβέρνηση επιθυμεί πράγματι να αποδείξει ότι δεν ανοίγει τον δρόμο προς μια νέα μορφή ηλεκτρονικού πατερναλισμού, οφείλει να θεσπίσει από τώρα σαφείς και δεσμευτικές δικλείδες ασφαλείας: ρητή απαγόρευση δευτερογενούς χρήσης των δεδομένων ή των αποδείξεων επιλεξιμότητας, ανεξάρτητο έλεγχο του κώδικα και των διαλειτουργικοτήτων, απαγόρευση εμπορικής ή διοικητικής προφίλ-οποίησης, σαφή χρονικά όρια αποθήκευσης, πλήρη λογοδοσία για κάθε φορέα που ζητά επαλήθευση και, πάνω απ’ όλα, νομοθετική απαγόρευση επέκτασης του μηχανισμού σε άλλες χρήσεις χωρίς νέα, ειδική και αυξημένη κοινοβουλευτική έγκριση.

Διαφορετικά, πίσω από το επιχείρημα της προστασίας των ανηλίκων ενδέχεται να προβάλλει κάτι πολύ ευρύτερο και πολύ πιο ανησυχητικό: η σταδιακή εξοικείωση της κοινωνίας με την ιδέα ότι για τα πάντα απαιτείται άδεια. Και τότε το πραγματικό ζήτημα δεν θα εξαντλείται στο αν ένα παιδί μπορεί να αγοράσει αλκοόλ ή καπνικά προϊόντα. Θα αφορά το αν ένας ολόκληρος λαός θα αποδεχθεί ως κανονικότητα τη ζωή μέσα σε ένα αόρατο, διαρκώς παρόν, ψηφιακό κλουβί.