Σήμερα Γιορτάζουν:

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

23 Ιανουαρίου 2026

Πρώτη αλλά πιο ρηχή: Το όριο της κυριαρχίας της ΝΔ

Η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να προηγείται καθαρά στις δημοσκοπήσεις, με διαφορά από τα υπόλοιπα κόμματα, ωστόσο πίσω από αυτή την εικόνα πρωτιάς διαμορφώνεται ένα παράδοξο που αποδυναμώνει τις αισιόδοξες αναγνώσεις. Παραμένει πρώτη δύναμη, αλλά το πολιτικό της βάθος έχει περιοριστεί αισθητά. Τα τελευταία δεδομένα την τοποθετούν σταθερά μεταξύ 24% και 26% στην πρόθεση ψήφου, με τη συσπείρωσή της να κινείται στο εύρος του 58% έως 62%. Πρόκειται για επιδόσεις που απέχουν από την αίσθηση κυριαρχίας προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων και, κυρίως, δεν επαρκούν –με τους σημερινούς συσχετισμούς– για εξασφάλιση αυτοδυναμίας χωρίς αυξημένες προϋποθέσεις.

Εάν τα σημερινά ποσοστά μεταφράζονταν σε κάλπη, η Νέα Δημοκρατία θα κινούνταν, στην καλύτερη εκδοχή, στην περιοχή του 31% με 33%, εφόσον επιβεβαιωθεί η παραδοσιακή ενίσχυση του πρώτου κόμματος από τους αναποφάσιστους. Η αυτοδυναμία στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση παραμένει μακρινός στόχος, αλλά θα μπορούσε να καταστεί ρεαλιστική στη δεύτερη –ή ακόμη και στην τρίτη– κάλπη. Αν όμως το ποσοστό υποχωρήσει κάτω από το 30%, το σενάριο απομακρύνεται αισθητά και ανοίγει ένας κύκλος πολιτικής αβεβαιότητας, τον οποίο το κυβερνών κόμμα επιδιώκει πάση θυσία να αποφύγει.

Το κρίσιμο ζήτημα για την κυβέρνηση και τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν αφορά μόνο το ύψος των ποσοστών, αλλά και τη σύνθεσή τους. Η συσπείρωση παραμένει εμφανώς χαμηλότερη σε σύγκριση με το 2019 και το 2023, όταν ξεπερνούσε άνετα το 70%. Σήμερα, ένα τμήμα παραδοσιακών ψηφοφόρων δηλώνει αποστασιοποιημένο, χωρίς ωστόσο να έχει μετακινηθεί οργανωμένα προς την αντιπολίτευση. Αυτό το ρεύμα «παγωμένης στήριξης» είναι το στοιχείο στο οποίο επενδύει το Μέγαρο Μαξίμου, καθώς υποδηλώνει ότι η σχέση με τη βάση δεν έχει διαρραγεί, αλλά έχει χαλαρώσει.

Παράγοντες φθοράς και μεταβλητές του πολιτικού σκηνικού

Σε αυτό το περιβάλλον, κάθε νέα πολιτική πρωτοβουλία ή κάθε νέο κομματικό εγχείρημα μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής εξελίξεων. Η συζήτηση γύρω από ένα ενδεχόμενο πολιτικό σχήμα με αναφορά στη Μαρία Καρυστιανού, ανεξαρτήτως της τελικής του μορφής, έχει ήδη ανοίξει κύκλους προβληματισμού. Όχι επειδή απειλεί άμεσα τη Νέα Δημοκρατία με εκλογική εκτόπιση, αλλά επειδή μπορεί να απορροφήσει ένα τμήμα ψηφοφόρων που βρίσκονται στο όριο μεταξύ στήριξης και αποχής. Πρόκειται κυρίως για πολίτες με έντονη ευαισθησία σε ζητήματα θεσμών, δικαιοσύνης και διαφάνειας, ένα ακροατήριο που η ΝΔ είχε προσεγγίσει σε προηγούμενες φάσεις, αλλά σήμερα εμφανίζεται πιο καχύποπτο.

Οι πρώτες ενδείξεις υποδηλώνουν ότι ένα τέτοιο σχήμα θα μπορούσε να κινηθεί σε υπολογίσιμα ποσοστά, εφόσον αποκτήσει πολιτική συγκρότηση και σαφές αφήγημα. Σε αυτή την περίπτωση, η Νέα Δημοκρατία δεν θα υφίστατο μαζική εκλογική διαρροή, αλλά θα δεχόταν πλήγμα κυρίως στη δυνατότητά της να ανακτήσει τους αναποφάσιστους και να φτάσει σε επίπεδα αυτοδυναμίας. Δεν θα επρόκειτο για άμεση απειλή εξουσίας, αλλά για έναν σταθερό παράγοντα φθοράς.

Παράλληλα, ανοιχτή και πολυδιάστατη παραμένει η συζήτηση για τον ρόλο του Αλέξη Τσίπρα. Η πιθανή επανεμφάνισή του με νέο πολιτικό σχήμα δεν φαίνεται προς το παρόν να προκαλεί ανησυχία στη Νέα Δημοκρατία. Θα μπορούσε, ωστόσο, να μεταβάλει τις ισορροπίες στον χώρο της Κεντροαριστεράς και να περιορίσει το στρατηγικό πλεονέκτημα της κυβέρνησης, το οποίο σήμερα στηρίζεται στην αδυναμία της αντιπολίτευσης. Ένα σενάριο ανασύνταξης γύρω από τον Τσίπρα θα μπορούσε να συμπιέσει το ΠΑΣΟΚ και να διαμορφώσει έναν πιο καθαρό διπολισμό, εξέλιξη που ιστορικά δυσκολεύει τη ΝΔ όταν βρίσκεται ήδη σε φάση φθοράς.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η στάση των κοινωνικών ομάδων. Στα μεσαία στρώματα, που αποτέλεσαν βασικό πυλώνα των εκλογικών επιτυχιών της Νέας Δημοκρατίας, καταγράφεται πλέον κόπωση. Ελεύθεροι επαγγελματίες, μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και ιδιωτικοί υπάλληλοι δηλώνουν αυξημένη οικονομική πίεση και περιορισμένες προσδοκίες βελτίωσης. Εκεί το κυβερνών κόμμα εξακολουθεί να προηγείται, αλλά με μειωμένα ποσοστά και έντονη αμφιθυμία, ενώ και ένα τμήμα του αγροτικού κόσμου εμφανίζεται αποστασιοποιημένο.

Στους νέους έως 34 ετών, η εικόνα είναι ακόμη πιο απαιτητική. Η Νέα Δημοκρατία κινείται χαμηλότερα από τον εθνικό της μέσο όρο, συχνά κάτω από το 18% – 20%. Η εργασιακή ανασφάλεια, το στεγαστικό πρόβλημα και η εγγενής τάση της νεολαίας προς την αλλαγή λειτουργούν αποτρεπτικά. Πρόκειται για μια γενιά χωρίς ισχυρούς κομματικούς δεσμούς, με αυξημένη κινητικότητα, γεγονός που καθιστά την εκλογική της συμπεριφορά απρόβλεπτη.

Αντίθετα, στους πολίτες άνω των 60 ετών, η Νέα Δημοκρατία διατηρεί ισχυρά ερείσματα, με ποσοστά που συχνά υπερβαίνουν το 35%. Εκεί εξακολουθούν να λειτουργούν τα αντανακλαστικά της σταθερότητας και της εμπιστοσύνης στη διακυβέρνηση. Ωστόσο, αυτό το πλεονέκτημα έχει χρονικό ορίζοντα, εάν δεν συνοδευτεί από ουσιαστική ανανέωση του κοινωνικού ακροατηρίου.

Η στρατηγική της επόμενης περιόδου φαίνεται να κινείται σε δύο παράλληλους άξονες: αύξηση της συσπείρωσης με καθαρά μηνύματα προς τη βάση και ανάκτηση της πρωτοβουλίας στην καθημερινότητα, μέσω παρεμβάσεων με άμεσο αντίκτυπο στο εισόδημα και στην ποιότητα ζωής. Χωρίς αυτά, η συζήτηση περί αυτοδυναμίας θα παραμένει θεωρητική.

Η Νέα Δημοκρατία δεν αντιμετωπίζει άμεση εκλογική απειλή, αλλά έναν πιο ύπουλο κίνδυνο: να παγιωθεί σε ποσοστά που δεν της επιτρέπουν να κυβερνά με άνεση, σε ένα πολιτικό τοπίο ολοένα πιο κατακερματισμένο. Το αν θα αναστρέψει αυτή την τάση θα κριθεί λιγότερο από τα συνθήματα και περισσότερο από το αν μπορεί να αποδείξει ότι εξακολουθεί να κατανοεί –και να εκπροσωπεί– τις κοινωνικές ομάδες που τη στήριξαν όταν βρέθηκε στην κορυφή.