Σήμερα Γιορτάζουν:

ΤΡΙΦΥΛΛΙΟΣ

11 Ιουνίου 2026

Ψηφίστηκε το νομοσχέδιο για τα περιφερειακά κανάλια

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Υπερψηφίστηκε το νομοσχέδιο για την αδειοδότηση των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών.
  • Τέλος στο προσωρινό καθεστώς λειτουργίας 28 ετών για 81 σταθμούς.
  • Ρύθμιση για αναγνώριση προϋπηρεσίας δημοσιογράφων σε ΕΡΤ, ΑΠΕ-ΜΠΕ και ΓΓΕΕ.
  • Αδειοδότηση με ποιοτικά κριτήρια, κατάργηση μοντέλου δημοπρασίας και υποχρεωτική εκπομπή σε HD.
  • Ενίσχυση του ΕΣΡ με αύξηση προσωπικού κατά 62%.

Σε μια ιστορική εξέλιξη για τον χώρο των περιφερειακών μέσων ενημέρωσης, η Ολομέλεια της Βουλής υπερψήφισε σήμερα, 11 Ιουνίου 2026, το νομοσχέδιο που εισηγήθηκε ο Υφυπουργός παρά τω Πρωθυπουργώ και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, Παύλος Μαρινάκης. Το νομοθέτημα φέρει τον τίτλο «Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης περιφερειακής εμβέλειας και λοιπές διατάξεις» και σηματοδοτεί το τέλος μιας μακροχρόνιας εκκρεμότητας που ταλάνιζε τον κλάδο.

Παράλληλα, με τροπολογία που κατέθεσε ο κ. Μαρινάκης και ενσωματώθηκε στο νομοσχέδιο, έγινε δεκτό το αίτημα ενός περιορισμένου αριθμού δημοσιογράφων που εργάζονται στην ΕΡΤ, στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και στη Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας και Ενημέρωσης (ΓΓΕΕ). Η ρύθμιση αυτή αφορά την αναγνώριση της προϋπηρεσίας τους για χρονικά διαστήματα κατά τα οποία είχαν απασχοληθεί στο παρελθόν στον ίδιο φορέα, αλλά σε διαφορετική θέση, ασκώντας ωστόσο καθήκοντα δημοσιογράφου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη διάταξη έτυχε ευρείας αποδοχής και χαιρετίστηκε από το σύνολο των κομμάτων του κοινοβουλίου, αναδεικνύοντας ένα σπάνιο πεδίο συναίνεσης.

Τέλος σε μια εκκρεμότητα 28 ετών

Το νέο νομοθετικό πλαίσιο έρχεται να επιλύσει μια θεσμική και νομική εκκρεμότητα που διαρκούσε επί δεκαετίες. Για 28 ολόκληρα χρόνια, τα περιφερειακά κανάλια σε ολόκληρη τη χώρα λειτουργούσαν υπό το καθεστώς της «νόμιμης λειτουργίας», ένα προσωρινό σχήμα που τους επέτρεπε να εκπέμπουν και να συμμετέχουν στη διαφημιστική αγορά, τόσο ιδιωτική όσο και δημόσια, χωρίς ωστόσο να υπόκεινται σε αυστηρούς ελέγχους και χωρίς να διαθέτουν οριστική άδεια. Σήμερα, ο αριθμός των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών που λειτουργούν νομίμως ανέρχεται σε 81.

Η οριστική αδειοδότηση δεν αποτελεί μόνο μια συνταγματική επιταγή, αλλά και μια ουσιαστική αναβάθμιση για τους ίδιους τους σταθμούς. Με την απόκτηση άδειας, αναμένεται να βελτιωθεί η ποιότητα του τηλεοπτικού προϊόντος που προσφέρεται στο κοινό, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται η περιουσιακή αξία των επιχειρήσεων. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι θεσπίζονται σαφείς προϋποθέσεις και κανόνες, η τήρηση των οποίων θα ελέγχεται συστηματικά, βάζοντας τάξη σε ένα κατά κύριο λόγο αρρύθμιστο τοπίο.

Ένα τρίτο μεταρρυθμιστικό βήμα

Το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αποτελεί το τρίτο κατά σειρά σε λιγότερο από έναν χρόνο που στοχεύει στη διευθέτηση χρόνιων παθογενειών στον χώρο των ΜΜΕ. Προηγήθηκαν ο Νόμος 5212/2025 για τον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο και ο Νόμος 5253/2025 για την ενίσχυση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης και την ενσωμάτωση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης (EMFA). Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επιδιώκει να δημιουργήσει ένα σταθερό και διαφανές περιβάλλον, με κανόνες και προϋποθέσεις για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Μάλιστα, το επόμενο διάστημα αναμένεται ανάλογη νομοθετική ρύθμιση και για την αδειοδότηση των ραδιοφωνικών σταθμών της επικράτειας, ολοκληρώνοντας έναν ευρύ μεταρρυθμιστικό κύκλο.

Βασικοί στόχοι και καινοτομίες

Το νέο πλαίσιο εισάγει μια ολοκληρωμένη διαδικασία αδειοδότησης, η οποία βασίζεται σε σύγχρονα, διαφανή, αντικειμενικά και αμιγώς ποιοτικά κριτήρια αξιολόγησης. Οι περιφερειακοί τηλεοπτικοί σταθμοί θα πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις τόσο για τη λήψη της άδειας όσο και για τη μετέπειτα λειτουργία τους. Σε περίπτωση μη τήρησης των κανόνων, προβλέπονται αυστηρές κυρώσεις, οι οποίες μπορεί να φτάσουν μέχρι και την ανάκληση της άδειας.

Μια από τις σημαντικότερες καινοτομίες είναι η υποχρέωση εκπομπής προγράμματος αποκλειστικά σε υψηλή ευκρίνεια (HD), γεγονός που αναβαθμίζει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της μετάβασης στο τεχνολογικό πρότυπο μετάδοσης DVB T-2, ένα έργο που υλοποιείται από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Παράλληλα, καταργούνται οι σχετικές προβλέψεις του Νόμου 4339/2015 της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ακυρώνοντας στην πράξη το αποτυχημένο μοντέλο της δημοπρασίας, όπου η άδεια δινόταν σε όποιον προσέφερε τα περισσότερα χρήματα.

Προστασία εργαζομένων και ανταγωνισμού

Το νομοσχέδιο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία των θέσεων εργασίας των δημοσιογράφων και του συνόλου των εργαζομένων, ενώ παράλληλα δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας. Επιπλέον, προστατεύονται οι νόμιμοι τηλεοπτικοί σταθμοί από τον αθέμιτο ανταγωνισμό που δέχονται από σταθμούς «φαντάσματα» ή από εκείνους που δεν πληρούν τα ελάχιστα κριτήρια, αλλά κάνουν χρήση του σπάνιου πόρου των συχνοτήτων. Ο έλεγχος και η εποπτεία από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) ενισχύονται ουσιαστικά, καθώς το προσωπικό του αυξάνεται κατά 62%.

Η διαδικασία αδειοδότησης

Η διαδικασία αδειοδότησης θα πραγματοποιηθεί εξ ολοκλήρου από το ΕΣΡ, ανά Περιφερειακή Ζώνη. Ο αριθμός των αδειών καθορίζεται αποκλειστικά με βάση τη χωρητικότητα του διαθέσιμου φάσματος, έπειτα από εισήγηση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) και γνώμη του ΕΣΡ. Για τον καθορισμό των προϋποθέσεων, ελήφθησαν υπόψη πληθυσμιακά δεδομένα, οικονομικές συνθήκες και πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη διαβούλευση με τους περιφερειακούς σταθμούς. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αδειοδοτημένοι σταθμοί δεν θα καταβάλλουν αντίτιμο για την άδεια, αλλά ένα συμβολικό ετήσιο ποσό για το κόστος εποπτείας από το ΕΣΡ, το οποίο θα διαφέρει ανάλογα με την περιφέρεια.

Η διαδικασία χωρίζεται σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση, ελέγχονται αποκλειστικά ποιοτικές προϋποθέσεις με κριτήρια «on/off», τα οποία πρέπει να πληροί κάθε σταθμός για να αδειοδοτηθεί. Οι άδειες διακρίνονται σε άδειες ενημερωτικού και μη ενημερωτικού προγράμματος.

Ο κ. Παύλος Μαρινάκης, μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου, προέβη στην ακόλουθη δήλωση: «Με το νομοθετικό πλαίσιο για τη λειτουργία των καναλιών περιφερειακής εμβέλειας, το οποίο φέραμε και ψηφίστηκε σήμερα από την Ολομέλεια της Βουλής, αφήνουμε οριστικά πίσω ένα καθεστώς λειτουργίας που παρέμενε “προσωρινό” επί 28 χρόνια. Περνάμε πλέον σε ένα πλαίσιο οριστικής αδειοδότησης, με κανόνες, διαφάνεια και σαφή κριτήρια. Και το κάνουμε με τον θεσμικά ορθό τρόπο: Η εκτελεστική εξουσία δεν αναλαμβάνει τη χορήγηση των αδειών. Η διαδικασία ανατίθεται, όπως επιβάλλει το Σύνταγμα, στο αρμόδιο ανεξάρτητο όργανο, το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Επίσης, αφήνουμε πίσω το αποτυχημένο μοντέλο της δημοπρασίας, καθώς δεν πιστεύουμε ότι είναι σωστό να παίρνει άδεια όποιος δίνει τα περισσότερα χρήματα, όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να επισημανθεί ότι κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου διαμορφώθηκε ένα πεδίο συνεννόησης με τα κόμματα της αντιπολίτευσης και ο διάλογος διεξήχθη με όρους ουσίας και αμοιβαίου σεβασμού, αντί στείρας αντιπαράθεσης. Τα τοπικά κανάλια είναι οι σταθμοί αυτοί που προβάλλουν τα πολύ σημαντικά ζητήματα για κάθε χωριό, κάθε πόλη, κάθε νομό, κάθε γειτονιά και της Αττικής και της περιφέρειας. Είναι οι δημοσιογράφοι, οι τεχνικοί, οι υπάλληλοι συνολικά, αλλά είναι και οι τηλεθεατές, οι οποίοι τα βλέπουν και για πάρα πολλά χρόνια βλέπανε τα τοπικά τους ζητήματα να προβάλλονται σε χαμηλότερης ποιότητας εικόνα και μέσα από εταιρείες που κάθε χρόνο περίμεναν τον εκάστοτε υπουργό να ανανεώσει την άδειά τους. Αυτή λοιπόν τη σοβαρή συζήτηση κάποιοι την τίμησαν. Και αναφέρομαι στην κυβερνητική πλειοψηφία και ένα μέρος της αντιπολίτευσης και κάποιοι την απαξίωσαν. Εγώ λοιπόν κρατώ τη θετική εικόνα. Η τελική μορφή της νομοθετικής πρωτοβουλίας είναι αποτέλεσμα της διαβούλευσης που προηγήθηκε, των εισηγήσεων και των προτάσεων των φορέων, αλλά και της συμβολής εκείνου του μέρους της αντιπολίτευσης που άσκησε τον θεσμικό του ρόλο με υπευθυνότητα».