Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται στη Μέση Ανατολή, καθώς διαμορφώνεται ένα εντελώς νέο γεωπολιτικό σκηνικό με τη δημιουργία μιας μεγάλης ισλαμικής στρατιωτικής συμμαχίας. Η πρωτοβουλία που αναλαμβάνουν χώρες όπως η Τουρκία, το Ιράν, η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος στοχεύει στην ένωση των δυνάμεων του μουσουλμανικού κόσμου σε ένα κοινό στρατιωτικό μέτωπο, το οποίο για πρώτη φορά διατυπώνεται τόσο ανοιχτά ως εχθρικό προς το Ισραήλ. Πρόκειται για τη σημαντικότερη απόπειρα στρατιωτικής ενοποίησης του ισλαμικού κόσμου από τη δεκαετία του 1970, γεγονός που υποδηλώνει τη βαθιά μεταμόρφωση των περιφερειακών ισορροπιών. Την ίδια ώρα, η στρατιωτική επιχείρηση του Ισραήλ στην πρωτεύουσα του Κατάρ, Ντόχα, και η άμεση ενεργοποίηση των κοινών αμυντικών μηχανισμών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου, καταδεικνύουν ότι η περιοχή βρίσκεται σε οριακό σημείο, με τις παλαιές γεωστρατηγικές συμμαχίες να δοκιμάζονται και νέες να διαμορφώνονται υπό την πίεση των εξελίξεων.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, κορυφαίοι αξιωματούχοι από μουσουλμανικές χώρες έχουν διατυπώσει επίσημα την πρόθεση να συστήσουν έναν κοινό ισλαμικό στρατό, με βασική αποστολή την στρατιωτική αντιπαράθεση με το Ισραήλ. Η κίνηση αυτή απορρέει από τις ολοένα εντεινόμενες γεωπολιτικές εντάσεις που έχουν επιδεινωθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια, δημιουργώντας το κατάλληλο έδαφος για μια ευρύτερη περιφερειακή στρατιωτική συνεργασία.
Η Τουρκία εμφανίζεται ως ο βασικός κινητήριος μοχλός αυτής της πρωτοβουλίας. Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει δηλώσει απερίφραστα ότι η χώρα του είναι έτοιμη να παρέχει τεχνογνωσία και εξοπλισμό από τη δική της αμυντική βιομηχανία στους συμμάχους της, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής αποτροπής του Ισραήλ. Η Αίγυπτος έχει από την πλευρά της εκφράσει τη στήριξή της, αποδεχόμενη να συμβάλει σε αυτή την προσπάθεια που επαναπροσδιορίζει τον ρόλο της στην περιοχή.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί η στάση του Ιράν, το οποίο, παρά τις βαθιές θρησκευτικές του διαφορές με τις σουνιτικές χώρες, εμφανίζεται πρόθυμο να συνεργαστεί σε αυτή τη νέα συμμαχία. Το Ιράν έχει καλέσει δημόσια για την ίδρυση ενός κοινού ισλαμικού στρατού, επισημαίνοντας ότι το Ισραήλ συνιστά κοινό κίνδυνο για όλο τον μουσουλμανικό κόσμο, ανεξαρτήτως δογματικών διαφορών. Αυτή η πρωτοφανής σουνιτο-σιιτική προσέγγιση ενισχύει τη δυναμική της υπό σύσταση συμμαχίας και φανερώνει τη σοβαρότητα των προθέσεων.
Καθοριστική είναι και η έμμεση εμπλοκή της Κίνας σε αυτή τη γεωπολιτική ανακατάταξη. Αν και η εμπλοκή της δεν είναι επίσημη, εκτιμάται ότι προσφέρει στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη, κυρίως μέσω του Ιράν, με το οποίο διατηρεί στενούς δεσμούς. Το Πεκίνο έχει εξελιχθεί στον μεγαλύτερο οικονομικό εταίρο της Τεχεράνης και έχει εντείνει την παρουσία του στη Μέση Ανατολή. Το 2024, περίπου το 15% των εισαγωγών αργού πετρελαίου της Κίνας προερχόταν από το Ιράν, γεγονός που καθιστά ζωτικής σημασίας τη διατήρηση της ροής ενέργειας μέσω των Στενών του Ορμούζ. Παράλληλα, το Ιράν έχει προμηθευτεί προηγμένα κινεζικά οπλικά συστήματα, όπως τα μαχητικά αεροσκάφη J-10C, κάτι που επιβεβαιώνει την ανάπτυξη στρατηγικής συνεργασίας.
Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή της ιδέας για κοινό ισλαμικό στρατό προσκρούει σε σοβαρά εμπόδια. Ένα από τα βασικά προβλήματα είναι η ηγεσία της συμμαχίας, με την Τουρκία και το Ιράν να διεκδικούν πρωταγωνιστικό ρόλο, δημιουργώντας εσωτερικές εντάσεις. Η Τουρκία επιδιώκει την αξιοποίηση του στρατού αυτού ως διπλωματικού εργαλείου για την αντιμετώπιση των Κούρδων και την εδραίωση της επιρροής της στη Μέση Ανατολή. Αντίθετα, το Ιράν βλέπει τη συμμαχία ως μέσο πολιτικής ενδυνάμωσης, ενόψει πιθανών νέων διαπραγματεύσεων με τις δυτικές δυνάμεις για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Οι διαφορετικές στρατηγικές επιδιώξεις των δύο χωρών επιβαρύνουν το εγχείρημα και δημιουργούν ερωτήματα για τη βιωσιμότητά του.
Καταλύτης των πρόσφατων εξελίξεων αποτέλεσε η αιφνιδιαστική ισραηλινή επίθεση στην πρωτεύουσα του Κατάρ, Ντόχα, στις αρχές Σεπτεμβρίου 2025. Η επιχείρηση, με την κωδική ονομασία «Σύνοδος της Φωτιάς», στόχευσε ηγετικά στελέχη της Χαμάς που φέρονταν να βρίσκονται στο εμιράτο. Το Κατάρ έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα ότι λειτουργεί ως χρηματοδότης τρομοκρατικών οργανώσεων, μεταξύ των οποίων ο ISIS, η Μπόκο Χαράμ και η Μουσουλμανική Αδελφότητα, με εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια να διοχετεύονται, κυρίως μέσω φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, στη Χαμάς και τις δραστηριότητές της στη Λωρίδα της Γάζας και αλλού.
Η επίθεση αυτή θεωρήθηκε από το Ισραήλ ως πλήγμα κατά των «κεντρικών γραφείων του παγκόσμιου ισλαμικού εξτρεμισμού», καθώς για πρώτη φορά στοχοποιήθηκαν στρατηγικά σημεία εντός του Κατάρ. Η επιχείρηση προκάλεσε διεθνή αναστάτωση και ισχυρές αντιδράσεις, ιδιαίτερα από τις χώρες του Κόλπου. Το Συμβούλιο Συνεργασίας του Κόλπου, στο οποίο συμμετέχουν χώρες-κλειδιά της περιοχής, αντέδρασε άμεσα και καταδίκασε την επίθεση ως βίαιη παραβίαση της κυριαρχίας του Κατάρ και ως σοβαρή απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα.
Το Συμβούλιο αποφάσισε την άμεση σύγκληση του Κοινού Συμβουλίου Άμυνας και της Ανώτατης Στρατιωτικής Επιτροπής, ενεργοποιώντας επίσημα, για πρώτη φορά, τη Συμφωνία Κοινής Άμυνας που είχε υπογραφεί το 2000. Σύμφωνα με τη συμφωνία αυτή, επίθεση εναντίον ενός κράτους-μέλους θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, γεγονός που φανερώνει την πρόθεση για συλλογική αντίδραση και ενοποιημένη στρατιωτική δράση σε περίπτωση νέων εχθροπραξιών.
Η Μέση Ανατολή βρίσκεται πλέον σε μια ιστορική καμπή, όπου ο συνδυασμός εσωτερικών εντάσεων, διεθνών επεμβάσεων και στρατιωτικών πρωτοβουλιών διαμορφώνει ένα ρευστό και επικίνδυνο περιβάλλον. Οι επόμενες κινήσεις των βασικών παικτών θα καθορίσουν όχι μόνο την πορεία των περιφερειακών ισορροπιών αλλά και τη θέση της περιοχής στον παγκόσμιο γεωστρατηγικό χάρτη.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Στα άκρα από την πρώτη στιγμή η δίκη για τα βίντεο των Τεμπών
Ισραήλ–Γερμανία σφίγγουν τον άξονα ασφάλειας απέναντι στο Ιράν