Ρήγμα ΗΠΑ–Ευρώπης για τη Ρωσία: Ο Τραμπ την επαναφέρει στο τραπέζι της G20
Βαθαίνει το ρήγμα στο εσωτερικό της G20 μετά την απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να επαναφέρει τη Ρωσία στις δια ζώσης συνομιλίες των κορυφαίων οικονομικών αξιωματούχων, σε μια κίνηση που προκαλεί έντονη δυσφορία στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και καταγράφει τη διεύρυνση της απόστασης ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και τους συμμάχους της ως προς τη διαχείριση της Μόσχας.
Η σύνοδος των υπουργών Οικονομικών και κεντρικών τραπεζιτών της G20 στο Άσβιλ της Βόρειας Καρολίνας σημαδεύτηκε από την παρουσία του Ρώσου υπουργού Οικονομικών Άντον Σιλουάνοφ, ο οποίος επέστρεψε αυτοπροσώπως σε τέτοιου επιπέδου διεθνή συνάντηση μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022.
Για τις ΗΠΑ, η επαναφορά της ρωσικής αντιπροσωπείας εντάσσεται στην προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με τη Μόσχα. Για αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, όμως, η κίνηση εκλαμβάνεται ως επικίνδυνη πολιτική κανονικοποίηση της Ρωσίας ενώ ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται.
Τετ α τετ Μπέσεντ – Σιλουάνοφ με μήνυμα «καμία ανακούφιση πριν από το τέλος του πολέμου»
Ο Σιλουάνοφ συμμετείχε στις εργασίες της πρώτης ημέρας και πραγματοποίησε κατ’ ιδίαν συνάντηση με τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, δίνοντας σαφές πολιτικό βάρος στην επιστροφή της Ρωσίας.
European officials protested Russian finance minister Anton Siluanov’s presence at the U.S.-hosted G20 meeting, with many refusing to join a group photo with him.
— Clash Report (@clashreport) September 1, 2026
Siluanov was excluded from the photo, though U.S. Treasury secretary Scott Bessent still met him and called the… pic.twitter.com/gLjBIYhWwi
Αμερικανοί αξιωματούχοι χαρακτήρισαν τη συνάντηση παραγωγική και ανέφεραν ότι ο Μπέσεντ μετέφερε τη θέση της κυβέρνησης Τραμπ υπέρ του τερματισμού του πολέμου και της επίτευξης μιας συμφωνίας που θα ανοίξει τον δρόμο για ειρήνη και οικονομική ανάπτυξη.
Η αμερικανική πλευρά, πάντως, επιχείρησε να χαράξει μια κόκκινη γραμμή. Όταν η ρωσική αντιπροσωπεία έθεσε ζητήματα οικονομικού ενδιαφέροντος και πιθανής συνεργασίας, το μήνυμα από την Ουάσινγκτον ήταν ότι δεν πρόκειται να υπάρξει οικονομική ανακούφιση ή ουσιαστική συμφωνία όσο συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία.
Η συμμετοχή της Ρωσίας δεν αποτέλεσε τεχνική απόφαση των διοργανωτών. Αμερικανοί αξιωματούχοι κατέστησαν σαφές ότι επρόκειτο για κεντρική πολιτική επιλογή της κυβέρνησης.
Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ υπερασπίστηκε τη στρατηγική του, επαναλαμβάνοντας ότι προτιμά να διατηρεί σχέσεις και διαύλους επικοινωνίας με όλες τις πλευρές. Η προσέγγιση αυτή διαφοροποιείται έντονα από εκείνη που ακολουθούσε η προηγούμενη αμερικανική κυβέρνηση μετά τη ρωσική εισβολή.
Από το 2022 και μετά, οι περισσότερες συναντήσεις αυτού του επιπέδου συνοδεύονταν από έντονες δυτικές αντιδράσεις απέναντι στη ρωσική παρουσία. Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αξιωματούχοι είχαν ακόμη και αποχωρήσει από συνεδριάσεις όταν μιλούσαν Ρώσοι εκπρόσωποι, θέλοντας να καταστήσουν σαφές ότι δεν επρόκειτο να υπάρξει επιστροφή στην κανονικότητα όσο ο πόλεμος συνεχιζόταν.
Στο Άσβιλ, αυτή η κοινή γραμμή έπαψε να υπάρχει. Η Ουάσινγκτον επέλεξε τον διάλογο με τη Μόσχα, ενώ οι Ευρωπαίοι επέμειναν στη συνέχιση της πολιτικής απομόνωσης και των κυρώσεων.
Οι Ευρωπαίοι αρνήθηκαν ακόμη και την κοινή φωτογραφία
Η ένταση αποτυπώθηκε με τον πλέον συμβολικό τρόπο στην καθιερωμένη «οικογενειακή φωτογραφία» των συμμετεχόντων.
Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ ξεκαθάρισε ότι δεν επρόκειτο να φωτογραφηθεί δίπλα στον Ρώσο ομόλογό του. Η στάση του συντονίστηκε με άλλους Ευρωπαίους αξιωματούχους και τελικά η επίσημη φωτογραφία πραγματοποιήθηκε χωρίς τον Σιλουάνοφ.
Η κίνηση είχε σαφή πολιτική στόχευση: οι Ευρωπαίοι θέλησαν να δείξουν ότι η παρουσία της Ρωσίας στο τραπέζι της G20 δεν συνεπάγεται και αποδοχή μιας διαδικασίας πλήρους εξομάλυνσης των σχέσεων.
Ο Κλίνγκμπαϊλ δήλωσε επίσης ότι αξιοποίησε τις επαφές για να μεταφέρει απευθείας στον Ρώσο υπουργό την ευρωπαϊκή απαίτηση για τερματισμό του πολέμου.
Το επεισόδιο αποκαλύπτει μια ολοένα και πιο καθαρή στρατηγική διαφοροποίηση. Η κυβέρνηση Τραμπ θεωρεί ότι η απευθείας εμπλοκή με τη Ρωσία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για μια μελλοντική συμφωνία. Μεγάλο μέρος της Ευρώπης φοβάται ότι η επαναφορά της Μόσχας σε διεθνή φόρα χωρίς προηγούμενες ουσιαστικές παραχωρήσεις αποδυναμώνει την πίεση προς το Κρεμλίνο.
Οι διαφωνίες δεν περιορίζονται στη συμβολική διάσταση. Οι Ευρωπαίοι συνεχίζουν να συζητούν νέες κυρώσεις κατά της Ρωσίας, ενώ στην Ουάσινγκτον η κυβέρνηση εμφανίζεται περισσότερο προσανατολισμένη στην προσπάθεια διαμόρφωσης πλαισίου για διαπραγματεύσεις.
Η αμερικανική απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις και στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Στελέχη των Δημοκρατικών κατηγόρησαν την κυβέρνηση ότι προσφέρει στη Μόσχα μια διεθνή πλατφόρμα τη στιγμή που θα έπρεπε να αυξάνει την πίεση προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Η γερουσιαστής Τζιν Σαχίν, από τα κορυφαία στελέχη των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων, επέκρινε ανοιχτά την πρόσκληση προς τη ρωσική αντιπροσωπεία, ζητώντας παράλληλα αυστηρότερες κυρώσεις.
Η αντιπαράθεση γύρω από τη Ρωσία επισκίασε έτσι σημαντικό μέρος της οικονομικής ατζέντας της συνόδου, η οποία ήταν αφιερωμένη στην ανάπτυξη, στο παγκόσμιο χρέος, στις εμπορικές ανισορροπίες και στις μεγάλες ανακατατάξεις που δημιουργούν οι γεωπολιτικές συγκρούσεις και οι νέες τεχνολογίες.
Η επιστροφή της Ρωσίας στις συνομιλίες της G20 δεν σημαίνει ακόμη άρση των κυρώσεων ούτε επαναφορά των σχέσεων με τη Δύση στην προπολεμική κατάσταση. Αποκαλύπτει, όμως, ότι η ενότητα ΗΠΑ και Ευρώπης απέναντι στη Μόσχα έχει υποστεί σοβαρές ρωγμές. Η Ουάσινγκτον ανοίγει ξανά την πόρτα του διαλόγου, ενώ οι Ευρωπαίοι προσπαθούν να κρατήσουν τη Ρωσία πολιτικά απομονωμένη. Και όσο ο πόλεμος συνεχίζεται, αυτή η διαφορετική στρατηγική κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα ρήγματα της δυτικής συμμαχίας.
Πιο Δημοφιλή
Η ΝΙΚΗ πορεύεται αυτόνομα προς τις εκλογές.
Τουρκική πρόκληση σε Ρόδο και Κάρπαθο: «Θα λάβουμε τα απαραίτητα μέτρα»
Πιο Πρόσφατα
Ανδρουλάκης: Μόνιμος μηχανισμός φορολόγησης υπερκερδών
Δούρου: Η συλλογική ηγεσία είναι συνειδητή επιλογή