Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΣΕΒΙΟΣ

ΧΛΟΗ

Ρήγμα στην Αριστερά: ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά σε τροχιά ρήξης για την προανακριτική Μητσοτάκη

Οι σχέσεις μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Αριστεράς έχουν φτάσει σε οριακό σημείο, με τις διαφωνίες για τον τρόπο μεταχείρισης του Κυριάκου Μητσοτάκη σε ενδεχόμενη προανακριτική επιτροπή να προκαλούν πολιτική ασφυξία και ανοιχτή σύγκρουση. Η αρχική στρατηγική σύγκλιση ανάμεσα στα δύο κόμματα έχει πλέον διαβρωθεί, με τις ηγεσίες τους να ανταλλάσσουν αιχμηρές δηλώσεις και δημόσιες αιτιάσεις που αποκαλύπτουν το βάθος της κρίσης εμπιστοσύνης. Οι συνεννοήσεις που είχαν ξεκινήσει για μια ενιαία κοινοβουλευτική στάση απέναντι στον πρώην πρωθυπουργό φαίνεται να ναυαγούν, καθώς η Νέα Αριστερά κατηγορεί τον ΣΥΡΙΖΑ για τακτικισμό και έλλειψη καθαρής γραμμής, ενώ από την πλευρά της Κουμουνδούρου διαμηνύεται ότι δεν πρόκειται να δεχθεί εκβιασμούς ή τελεσίγραφα. Το ενδεχόμενο κοινής πρότασης για σύσταση προανακριτικής επιτροπής κρέμεται πλέον από μια κλωστή, καθώς οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις, οι προσωπικές στρατηγικές και οι υπόνοιες περί ηγεμονισμού δηλητηριάζουν κάθε προσπάθεια πολιτικής σύμπλευσης.

Παρά τη βαθιά ρήξη που έχει ήδη αναδειχθεί, η προσπάθεια να διαμορφωθεί μια κοινή πρόταση για τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και Νέας Αριστεράς δεν έχει εγκαταλειφθεί. Οι επαφές αναμένεται να συνεχιστούν τις επόμενες ημέρες, ωστόσο το κλίμα κάθε άλλο παρά ευνοϊκό είναι. Οι δυο πλευρές εμφανίζονται εγκλωβισμένες σε διαφορετικές στρατηγικές και σε ένα σύνθετο πολιτικό πεδίο, που επιτείνει τις εντάσεις και καθιστά εξαιρετικά αβέβαιη την κατάληξη των συζητήσεων.

Η κρίση στις σχέσεις τους σοβεί μέσα σε ένα σκηνικό πυκνών πολιτικών διεργασιών και παράλληλων πρωτοβουλιών. Το ΚΚΕ και η Πλεύση Ελευθερίας έχουν ήδη προχωρήσει στην κατάθεση προτάσεων για προανακριτική επιτροπή, στις οποίες περιλαμβάνεται ρητά ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως πρόσωπο που πρέπει να ελεγχθεί. Η στάση αυτή του Περισσού και της Ζωής Κωνσταντοπούλου δημιουργεί πρόσθετη πίεση στην Κουμουνδούρου, η οποία καλείται να τοποθετηθεί με σαφήνεια και να μην εμφανίζεται διστακτική απέναντι στην προοπτική ελέγχου του πρώην πρωθυπουργού.

Ταυτόχρονα, ο ΣΥΡΙΖΑ βλέπει στην απόφαση του ΠΑΣΟΚ να μην ζητήσει τον έλεγχο του Μητσοτάκη μια ευκαιρία να διαφοροποιηθεί. Η Κουμουνδούρου θεωρεί ότι μπορεί να αναδειχθεί ως η πιο μαχητική αντιπολιτευτική δύναμη, αξιοποιώντας την αποστασιοποίηση του κεντρώου χώρου για να ενισχύσει το πολιτικό της στίγμα. Όμως, η εσωτερική ρήξη με τη Νέα Αριστερά λειτουργεί ως τροχοπέδη σε αυτή την επιδίωξη, αποδυναμώνοντας το μέτωπο της αντιπολίτευσης και θολώνοντας το μήνυμα προς την κοινωνία. Οι εξελίξεις των επόμενων ημερών θα κρίνουν όχι μόνο την τύχη της κοινής πρότασης, αλλά και τη δυνατότητα συνεννόησης μεταξύ δύο δυνάμεων που καλούνται να αποφασίσουν αν θα πορευτούν ως σύμμαχοι ή ως αντίπαλοι.

Ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει πως η διερεύνηση του ρόλου του Κυριάκου Μητσοτάκη στην υπόθεση των Τεμπών είναι πολιτικά και θεσμικά αναγκαία, επιλέγοντας να βάλει τον πρώην πρωθυπουργό στο επίκεντρο της πρότασης για προανακριτική επιτροπή. Η απόφαση αυτή εδράζεται σε δύο κρίσιμα σημεία της δικογραφίας. Πρώτον, στην ύπαρξη εγγράφου της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Σιδηροδρομικών, το οποίο είχε κοινοποιηθεί απευθείας στον Κυριάκο Μητσοτάκη πριν από την τραγωδία και περιλάμβανε σαφείς προειδοποιήσεις για τα σοβαρά κενά ασφαλείας στο σιδηροδρομικό δίκτυο. Το ίδιο έγγραφο επικαλείται και το ΚΚΕ, προσδίδοντας μεγαλύτερη βαρύτητα στις ενδείξεις αμέλειας ή απόκρυψης ευθυνών σε ανώτατο επίπεδο.

Δεύτερον, ιδιαίτερο βάρος δίνεται στο ζήτημα του λεγόμενου «μπαζώματος», δηλαδή της μεθοδευμένης καταστροφής κρίσιμων στοιχείων που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον ΣΥΡΙΖΑ, τα πορίσματα του ΕΟΔΑΣΑΜΜ και του καθηγητή Καρώνη συνθέτουν την εικόνα ενός ενορχηστρωμένου σχεδίου συγκάλυψης, με τον τότε πρωθυπουργό να φέρεται να έχει τον συντονιστικό ρόλο. Η Κουμουνδούρου θεωρεί ότι τα ευρήματα αυτά δεν μπορούν να αγνοηθούν χωρίς να πληγεί η αξιοπιστία της κοινοβουλευτικής διερεύνησης.

Πέρα όμως από την ουσία της υπόθεσης, υπάρχει και ο παράγοντας της πολιτικής στόχευσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να επιλέγει συνειδητά την εμπλοκή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην πρόταση για την προανακριτική, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι η Νέα Δημοκρατία θα την καταψηφίσει. Η επιλογή αυτή έχει καθαρά συμβολικό και πολιτικό χαρακτήρα: αναδεικνύει τη στάση της κυβέρνησης απέναντι στη λογοδοσία και επιτρέπει στην Κουμουνδούρου να διαχωρίσει πλήρως τη θέση της, χτίζοντας το προφίλ της ως αδιαπραγμάτευτης αντιπολίτευσης που δεν χαρίζεται ούτε στη συγκάλυψη ούτε στη σιωπή.

Η Νέα Αριστερά κρατά αποστάσεις από τη γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ για την παραπομπή του Κυριάκου Μητσοτάκη, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να μη συνταχθεί με την πρόταση αν δεν υπάρξει πλήρης και πειστική τεκμηρίωση. Η Πατησίων εμφανίζεται επιφυλακτική, κατηγορώντας την Κουμουνδούρου ότι δεν έχει ξεκαθαρίσει ποια συγκεκριμένα αδικήματα αποδίδονται στον πρώην πρωθυπουργό. Η στάση αυτή αποτυπώνει όχι μόνο διαφωνία στρατηγικής, αλλά και θεσμικό προβληματισμό για την αξιοπιστία και την τύχη μιας πρότασης που, αν δεν είναι νομικά θωρακισμένη, μπορεί τελικά να λειτουργήσει υπέρ του καταγγελλόμενου.

Κύκλοι της Νέας Αριστεράς τονίζουν πως μια πρόταση που δεν στέκεται νομικά και καταψηφίζεται στη Βουλή έχει ως άμεση συνέπεια την οριστική απόρριψη της κατηγορίας. Αυτό, όπως σημειώνουν, δεν συνεπάγεται απλώς πολιτική ήττα, αλλά μπορεί να οδηγήσει και σε απαλλαγή από οποιαδήποτε ποινική ευθύνη, εκτός αν υπάρξει στο μέλλον νέο αποδεικτικό υλικό. Με αυτή τη λογική, η Πατησίων εμφανίζεται αποφασισμένη να αποφύγει μια κίνηση υψηλού πολιτικού ρίσκου, που θα μπορούσε να ενισχύσει την υπερασπιστική θέση του Κυριάκου Μητσοτάκη αντί να την αποδυναμώσει.

Η υπενθύμιση ότι η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί την κοινοβουλευτική πλειοψηφία λειτουργεί ως έμμεσο μήνυμα προς τον ΣΥΡΙΖΑ: χωρίς νομική ακρίβεια και πολιτική πρόνοια, η όποια πρόταση θα μετατραπεί σε μπούμερανγκ. Η Νέα Αριστερά δείχνει να επιλέγει την πολιτική ψυχραιμία έναντι της θεαματικής αντιπαράθεσης, ενώ η απόσταση με την Κουμουνδούρου συνεχίζει να βαθαίνει, θέτοντας εν αμφιβόλω τη δυνατότητα κοινής στάσης ακόμη και στα θεμελιώδη.

Το βράδυ της Πέμπτης, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Σωκράτης Φάμελλος έστειλε ένα σαφές και ηχηρό μήνυμα προς τη Νέα Αριστερά, ξεκαθαρίζοντας πως αν δεν υπάρξει συμφωνία για την παραπομπή του Κυριάκου Μητσοτάκη, η Κουμουνδούρου θα κινηθεί μόνη της. Οι δηλώσεις του στον τηλεοπτικό σταθμό Action24 δεν άφησαν περιθώρια παρερμηνειών: ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αποφασισμένος να διατυπώσει πρόταση για σύσταση προανακριτικής επιτροπής που θα περιλαμβάνει τον πρώην πρωθυπουργό, ανεξαρτήτως των ενστάσεων ή της σύμπλευσης άλλων κομμάτων της αντιπολίτευσης.

Ο Φάμελλος επέμεινε ότι το κόμμα του θα διατυπώσει μια απολύτως αξιόπιστη πρόταση, με νομική πληρότητα και πολιτική σαφήνεια, διαβεβαιώνοντας ότι θα υπάρξει συναινετικό πνεύμα για την αναζήτηση υπογραφών. Ωστόσο, απέκλεισε κάθε πιθανότητα υποχώρησης στο ζήτημα της παραπομπής Μητσοτάκη, υπογραμμίζοντας ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει το δικαίωμα να αποκρύψει ή να παρακάμψει πολιτικές και ηθικές ευθύνες. Η στάση αυτή, που ισορροπεί ανάμεσα στη θεσμική υπευθυνότητα και την πολιτική αδιαλλαξία, λειτουργεί στην πράξη ως τελεσίγραφο προς τη Νέα Αριστερά, την οποία καλεί να πάρει ξεκάθαρη θέση.

Η τοποθέτηση Φάμελλου κλιμακώνει την ένταση, φέρνοντας στο προσκήνιο το ενδεχόμενο διάσπασης του αντιπολιτευτικού μετώπου. Αν η Νέα Αριστερά επιμείνει στις ενστάσεις της, τότε το ενιαίο μέτωπο που επιχειρήθηκε να διαμορφωθεί για την υπόθεση των Τεμπών θα καταρρεύσει, με πολιτικές και θεσμικές επιπτώσεις που θα καθορίσουν τη φυσιογνωμία της αντιπολίτευσης το επόμενο διάστημα.

Με μια φράση που ενόχλησε αλλά και ξεκαθάρισε τις προθέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ο Σωκράτης Φάμελλος ανέβασε τον τόνο της αντιπαράθεσης, θέτοντας ευθέως το ερώτημα: μπορεί κάποιο κόμμα να αγνοήσει πολιτικά το όνομα του Κυριάκου Μητσοτάκη, όταν αυτό εμπλέκεται με κρίσιμα ζητήματα στη δικογραφία για την τραγωδία των Τεμπών; Με τον τρόπο αυτό έδειξε ξεκάθαρα προς τη Νέα Αριστερά, καλώντας την ουσιαστικά να αναλάβει ευθύνη για τη στάση της.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ υπογράμμισε πως η απόφαση να παρακαμφθεί το όνομα του πρώην πρωθυπουργού από μια πρόταση προανακριτικής για λόγους πολιτικούς – και όχι ουσιαστικούς ή νομικούς – θα έχει σοβαρές συνέπειες στη δημόσια εικόνα της πολιτικής συνολικά. Όπως είπε, «θα καταστήσουμε την πολιτική περισσότερο αναξιόπιστη στα μάτια της κοινωνίας;», αφήνοντας να εννοηθεί πως η άρνηση ανάληψης πολιτικού κόστους ή το παιχνίδι ισορροπιών υπονομεύει το ηθικό έρεισμα της αντιπολίτευσης.

Η τοποθέτηση αυτή ενισχύει το τελεσίγραφο της Κουμουνδούρου και εκθέτει τη Νέα Αριστερά, παρουσιάζοντας τη στάση της όχι ως στάση ευθύνης αλλά ως υπεκφυγή. Ο ΣΥΡΙΖΑ, με φωνή πλέον του προέδρου του, κλείνει το παράθυρο αμφισημιών: ή θα υπάρξει καθαρή γραμμή για την παραπομπή Μητσοτάκη, ή κάθε κόμμα θα αναλάβει το βάρος της επιλογής του ξεχωριστά.

Η απάντηση της Νέας Αριστεράς στις δηλώσεις Φάμελλου ήταν καυστική και αποκαλυπτική του βάθους της σύγκρουσης. Πηγές της Πατησίων δεν μάσησαν τα λόγια τους, σχολιάζοντας σκωπτικά ότι «φαίνεται πως τα παθήματα δεν γίνονται μαθήματα στον ΣΥΡΙΖΑ» και κατηγόρησαν την Κουμουνδούρου για διαρροές, διαστρεβλώσεις και έναν πολιτικό τρόπο λειτουργίας που χαρακτήρισαν «βυζαντινισμό». Με αυτή τη φράση, όχι μόνο αμφισβήτησαν ευθέως την ειλικρίνεια των προθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και άφησαν να εννοηθεί πως πίσω από την επικοινωνιακή πίεση κρύβεται εσωστρέφεια και κομματικός υπολογισμός.

Ιδιαίτερα επικριτικοί στάθηκαν απέναντι στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ, καταλογίζοντάς του νομική άγνοια ή πολιτική σύγχυση. Όπως τόνισαν, η πρόταση για σύσταση προανακριτικής επιτροπής δεν αποτελεί πλατφόρμα για «ερωτήματα», όπως είπε ο Σωκράτης Φάμελλος στη συνέντευξή του, αλλά απαιτεί την τεκμηριωμένη πρόταση διερεύνησης συγκεκριμένων αδικημάτων για συγκεκριμένα πρόσωπα. Η επισήμανση αυτή είχε στόχο να αμφισβητήσει τη σοβαρότητα και την επάρκεια της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ, αφήνοντας να εννοηθεί πως αν παρουσιαστεί με ασάφειες, μπορεί να καταπέσει ως πολιτικά πρόχειρη και νομικά σαθρή.

Η κριτική της Νέας Αριστεράς δεν ήταν απλώς αμυντική —ήταν επιθετική και επιδιώκει να αποδομήσει το αφήγημα της Κουμουνδούρου ότι η στάση της είναι το μόνο έντιμο μέτωπο απέναντι στον Μητσοτάκη. Πίσω από την ανταλλαγή δηλώσεων, είναι πλέον φανερό ότι δεν συγκρούονται μόνο δύο διαφορετικές τακτικές, αλλά δύο βαθιά διαφορετικές πολιτικές κουλτούρες —και η σύγκρουση αυτή δύσκολα θα ξεπεραστεί με μια απλή «πρόταση συνεννόησης».