Σήμερα Γιορτάζουν:

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

25 Ιανουαρίου 2026

Σε αναζήτηση εθνικής στρατηγικής σε έναν κατακερματισμένο κόσμο

Σε μια περίοδο όπου το διεθνές σύστημα μετασχηματίζεται, οι κανόνες του Διεθνούς Δικαίου υποχωρούν, η συνοχή της Δύσης δοκιμάζεται και οι παραδοσιακοί άξονες ισχύος αναδιατάσσονται, η Ελλάδα εισέρχεται στο 2026 με δύο κρίσιμα καθήκοντα. Το πρώτο αφορά τη διαμόρφωση ενός νέου δόγματος εθνικής ασφάλειας και τη συνολική αναδιάταξη του κρατικού μηχανισμού για την εφαρμογή του. Το δεύτερο σχετίζεται με την επιλογή ενός μοντέλου διακυβέρνησης ικανού να ανταποκριθεί στις συνθήκες ενός διεθνούς περιβάλλοντος που χαρακτηρίζεται από ρευστότητα και περιστασιακές συμμαχίες.

Το ισχύον πολιτικό σχήμα, που στηρίζεται στην κυριαρχία ενός σχετικά μεγαλύτερου κόμματος μέσα σε ένα κατακερματισμένο κομματικό τοπίο, εμφανίζει περιορισμένη αντοχή στις νέες συνθήκες. Ειδικά στην περίπτωση εκλογικής συρρίκνωσης της Νέας Δημοκρατίας σε ρόλο πρώτου μεταξύ μικρών κομμάτων, το βάρος των ιστορικών αποφάσεων καθίσταται δυσανάλογο για οποιονδήποτε μεμονωμένο πολιτικό φορέα, την ώρα που δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί σαφής εναλλακτική πρόταση εξουσίας.

Το διεθνές πλαίσιο μέσα στο οποίο καλείται να κινηθεί η χώρα έχει αλλάξει εδώ και χρόνια. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, και ιδίως μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ο ρόλος του ΟΗΕ έχει υποβαθμιστεί, με τις μεγάλες δυνάμεις να δρουν εκτός των παραδοσιακών πολυμερών μηχανισμών. Η επέμβαση στο Ιράκ αποτέλεσε σημείο καμπής, ενώ ακολούθησαν κρίσεις και συγκρούσεις στο Κοσσυφοπέδιο, την Κριμαία, το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, την Ανατολική Ουκρανία, τη Συρία και την Παλαιστίνη, χωρίς ουσιαστική διεθνή συνεννόηση.

Το ΝΑΤΟ, μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, αναζητεί νέο ρόλο, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει σοβαρή κρίση αξιοπιστίας. Η απώλεια πρόσβασης σε φθηνή ενέργεια και η διάβρωση των δημοκρατικών της διαδικασιών έχουν εντείνει τις εσωτερικές εντάσεις, με εμφανείς επιπτώσεις σε εκλογικές εξελίξεις σε κράτη-μέλη και στη συνολική θεσμική της εικόνα. Η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου κατέδειξε τα όρια της συνοχής, ενώ οι πιέσεις στο ευρώ ενισχύουν τις συζητήσεις για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της ευρωζώνης.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούνται προς ένα σύστημα ευέλικτων ομάδων κρατών, με επιλεγμένους περιφερειακούς εταίρους στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο. Παράλληλα, η Ρωσία επιδιώκει την αποκατάσταση της επιρροής της στον άμεσο γεωπολιτικό της περίγυρο μετά το πέρας του πολέμου στην Ουκρανία. Τα παραδοσιακά υπερεθνικά σχήματα υποχωρούν, δίνοντας τη θέση τους σε νέες, λιγότερο δεσμευτικές μορφές συνεργασίας.

Για την Ελλάδα, που αντιμετωπίζει διαρκή απειλή στα ανατολικά της σύνορα, τα δεδομένα αυτά καθιστούν αναγκαία τη σαφή στρατηγική τοποθέτηση. Η Δύση, όπως έγινε γνωστή τις προηγούμενες δεκαετίες, έχει μεταβληθεί και η σχέση μεταξύ Βρυξελλών και Ουάσινγκτον εμφανίζει αποκλίσεις. Κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναπτύσσουν αμυντικές συνεργασίες και εξοπλιστικές σχέσεις με την Τουρκία, ενώ οι δυνατότητες της Γερμανίας να διαδραματίσει ρόλο εγγυητή ασφάλειας στη Μεσόγειο παραμένουν περιορισμένες.

Η Ελλάδα διατηρεί ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς με την Ευρώπη, γεγονός που καθιστά αναγκαία τη συνέχιση της συμμετοχής της στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Ταυτόχρονα, η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει τους κινδύνους της μονομερούς επένδυσης σε προστάτες. Σε αυτό το πλαίσιο, απαιτείται μια εξωτερική πολιτική με μεγαλύτερο εύρος, στρατηγική υπομονή και προσαρμοστικότητα, με στόχο την ενίσχυση της εθνικής αυτονομίας.

Ο αναδυόμενος πολυπολικός κόσμος, με την αυξανόμενη επιρροή της Κίνας, της Ινδίας, των χωρών των BRICS και περιφερειακών δυνάμεων, επιβάλλει την επανεξέταση συμμαχιών και διπλωματικών προτεραιοτήτων. Η γεωγραφική ανακατανομή της ελληνικής διπλωματικής παρουσίας, με μεγαλύτερη έμφαση στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική, αποκτά ιδιαίτερη σημασία.

Οι διεθνείς εξελίξεις συνοδεύονται από την ανάγκη για ένα νέο πνεύμα διακυβέρνησης στο εσωτερικό. Το πολιτικό σύστημα εμφανίζεται χωρίς συγκροτημένη εναλλακτική πρόταση εξουσίας, ενώ η κυρίαρχη κυβερνητική αντίληψη εξακολουθεί να βασίζεται στη λογική του δεδομένου συμμάχου και της προβλεψιμότητας, όπως αυτή διαμορφώθηκε στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας.

Πάει αυτός ο κόσμος. Πάει ο παλαιός ο κόσμος.

Το νέο μοντέλο διακυβέρνησης πρέπει να υπηρετηθεί από πρόσωπα και κόμματα που ανεξαρτήτως καταβολών πρέπει να χαρακτηρίζονται από ενότητα αντιλήψεων για τον ρόλο της χώρας στον νέο κόσμο. Χωρίς αποκλεισμούς προσώπων και ιδεοληψίες.

700.000 Έλληνες που είδαν τον Καποδίστρια μας λένε τι ηγεσία θέλουν σε ταραγμένους καιρούς. Ανεξάρτητη, ευέλικτη, ταπεινή και με πίστη στη γεωπολιτική αξία της χώρας. Δεν έχω αμφιβολία ότι θα μας το πει στις εκλογές.

Και από όσα είπε ο πρωθυπουργός στην τελευταία του συνέντευξη στον Alpha υπάρχει κάτι παρήγορο: Άρχισε να το συνειδητοποιεί και ο ίδιος.