Section 224: Το Ισραήλ στο αμυντικό σύστημα των ΗΠΑ
Η στρατηγική σχέση των Ηνωμένων Πολιτειών με το Ισραήλ, η οποία για δεκαετίες παρουσιαζόταν στην Ουάσιγκτον ως αδιαπραγμάτευτος πυλώνας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με αυξανόμενη αμφισβήτηση. Το ζήτημα δεν περιορίζεται στη στρατιωτική βοήθεια προς το Τελ Αβίβ. Αγγίζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική πολιτική ελίτ αντιλαμβάνεται τα όρια των εθνικών συμφερόντων των ΗΠΑ και τη σχέση τους με τις προτεραιότητες ενός συμμάχου.
Για πολλά χρόνια, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι ανταγωνίζονταν σε δηλώσεις στήριξης προς το Ισραήλ, ενώ κάθε σοβαρή κριτική στην αμερικανική οικονομική και στρατιωτική βοήθεια θεωρούνταν σχεδόν πολιτικά απαγορευμένη. Σήμερα, όμως, αυτή η συναίνεση δείχνει να φθείρεται. Ο Joe Kent, πρώην αξιωματικός των ειδικών δυνάμεων των ΗΠΑ, πρώην στέλεχος της CIA και πολιτικός σχολιαστής, υποστηρίζει ότι ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της αμερικανικής κοινωνίας αντιμετωπίζει με δυσφορία τη διαρκή εμπλοκή της Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή και την αδιάκοπη υποστήριξη προς το Ισραήλ.

Κατά την ανάλυσή του, ο πρόσφατος πόλεμος με το Ιράν δεν ανέδειξε μόνο τα όρια της αμερικανικής στρατιωτικής στρατηγικής. Ανέδειξε και τη βαθιά κόπωση μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία βλέπει δισεκατομμύρια δολάρια να διοχετεύονται σε ξένες συγκρούσεις, την ώρα που στο εσωτερικό της χώρας παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα κοινωνικά, οικονομικά και δημοσιονομικά προβλήματα.
Ο Kent θεωρεί ότι, παρά τις τακτικές επιτυχίες που καταγράφηκαν στο πεδίο από αμερικανικές και ισραηλινές δυνάμεις, το Ισραήλ χάνει σταδιακά τη μάχη της εικόνας μέσα στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι εικόνες από τη Γάζα, οι επιχειρήσεις στον Λίβανο, οι αντιδράσεις γύρω από τη στάση του Donald Trump και η νέα σύγκρουση με το Ιράν έχουν εντείνει την αμφισβήτηση. Πολλοί Αμερικανοί πολίτες θέτουν πλέον πιο ανοιχτά το ερώτημα γιατί οι ΗΠΑ συνεχίζουν να στηρίζουν με τόσο υψηλό κόστος ένα κράτος που διαθέτει ήδη ισχυρή στρατιωτική μηχανή στην περιοχή.

Η στρατιωτική βοήθεια και το Section 224
Στο κέντρο της συζήτησης βρίσκεται η ετήσια στρατιωτική βοήθεια ύψους 3,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων που παρέχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Ισραήλ. Η παραδοσιακή επιχειρηματολογία των υποστηρικτών της βοήθειας είναι ότι μεγάλο μέρος των χρημάτων επιστρέφει στην αμερικανική οικονομία μέσω αγορών αμερικανικών οπλικών συστημάτων. Ο Kent απορρίπτει αυτό το επιχείρημα ως παραπλανητικό, υποστηρίζοντας ότι αν η Ουάσιγκτον θέλει να στηρίξει την αμερικανική αμυντική βιομηχανία, μπορεί να το κάνει απευθείας, επενδύοντας στις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ και στην εγχώρια παραγωγή, χωρίς τη μεσολάβηση ξένων κρατών.
Η κριτική του γίνεται ακόμη πιο αιχμηρή απέναντι στη διάταξη Section 224, η οποία περιλαμβάνεται στο αμερικανικό νομοσχέδιο αμυντικών δαπανών και έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις σε κύκλους που θεωρούν ότι η Ουάσιγκτον προχωρά σε επικίνδυνη εμβάθυνση της αμυντικής εξάρτησης από το Ισραήλ. Σύμφωνα με τον Kent, η συγκεκριμένη πρωτοβουλία ξεπερνά το πλαίσιο μιας συμβατικής στρατιωτικής συνεργασίας και οδηγεί στη σταδιακή ενσωμάτωση του Ισραήλ στον αμερικανικό αμυντικό και τεχνολογικό μηχανισμό.

Η διάταξη προβλέπει ενίσχυση της συνεργασίας σε τομείς όπως η αμυντική τεχνολογία, η έρευνα, η παραγωγή προηγμένων οπλικών συστημάτων και η ανταλλαγή δεδομένων. Οι υποστηρικτές της θεωρούν ότι μια τέτοια εμβάθυνση θα ενισχύσει τη στρατηγική συνεργασία των δύο χωρών και θα επιταχύνει την ανάπτυξη κρίσιμων τεχνολογιών. Οι επικριτές, όμως, βλέπουν μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα: μια ξένη χώρα αποκτά πρόσβαση και βαθμό επιρροής σε κρίσιμες δομές του αμερικανικού αμυντικού συστήματος που δεν διαθέτει καμία άλλη σύμμαχος.
Σύμφωνα με αυτή την κριτική, οι Ηνωμένες Πολιτείες παραχωρούν πρόσβαση σε ευαίσθητες τεχνολογίες και δομές ασφαλείας χωρίς να εξασφαλίζουν αντίστοιχα οφέλη. Ο κίνδυνος, όπως επισημαίνεται, είναι να δημιουργηθεί ένα προηγούμενο κατά το οποίο μια ξένη δύναμη αποκτά δυσανάλογη επιρροή στον αμερικανικό αμυντικό σχεδιασμό, μετατρέποντας τη σχέση συμμαχίας σε σχέση θεσμικής διαπλοκής συμφερόντων.

Ο Kent θεωρεί ότι η νέα στρατηγική επιχειρεί επίσης να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται η αμερικανική βοήθεια προς το Ισραήλ. Αντί να εμφανίζεται ως οικονομική ενίσχυση προς ξένο κράτος, προβάλλεται πλέον ως βιομηχανική συνεργασία που παράγει θέσεις εργασίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Με αυτόν τον τρόπο, όπως υποστηρίζει, η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από το ερώτημα «γιατί χρηματοδοτούμε το Ισραήλ;» στο ερώτημα «γιατί να μην στηρίξουμε αμερικανικές θέσεις εργασίας;».

Η φθορά της συναίνεσης και τα διαφορετικά συμφέροντα
Πίσω από αυτή την αλλαγή αφήγησης, ο Kent διακρίνει προσπάθεια προσαρμογής στις νέες πολιτικές συνθήκες. Η αμερικανική κοινή γνώμη δεν αντιμετωπίζει πλέον το Ισραήλ με την ίδια σχεδόν ομόφωνη αποδοχή που χαρακτήριζε παλαιότερες δεκαετίες. Οι νεότερες γενιές εμφανίζονται πιο επικριτικές απέναντι στις ισραηλινές στρατιωτικές επιχειρήσεις και πιο επιφυλακτικές απέναντι στην ιδέα ότι οι πόροι των Αμερικανών φορολογουμένων πρέπει να κατευθύνονται διαρκώς σε συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής.
Η δυσαρέσκεια ενισχύεται και από το συνολικό κόστος της αμερικανικής εμπλοκής στην περιοχή. Ο πόλεμος με το Ιράν, σύμφωνα με τους επικριτές της σημερινής πολιτικής, κόστισε δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια χωρίς να προσφέρει σαφές στρατηγικό κέρδος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αντίθετα, πολλοί θεωρούν ότι οι βασικοί ωφελημένοι ήταν το Ισραήλ και οι περιφερειακές του επιδιώξεις.
Το επιχείρημα αποκτά μεγαλύτερη ένταση σε μια περίοδο κατά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν υψηλό δημόσιο χρέος, προβλήματα στις υποδομές, κοινωνικές ανισότητες και αυξανόμενες πιέσεις στο εσωτερικό. Το ερώτημα που διατυπώνεται πλέον όλο και πιο καθαρά είναι γιατί η Ουάσιγκτον συνεχίζει να δαπανά τεράστια ποσά στο εξωτερικό, όταν στο εσωτερικό παραμένουν ανεκπλήρωτες βασικές ανάγκες.
Κατά τον Kent, το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι αν το Ισραήλ αποτελεί σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών. Το ζήτημα είναι αν η αμερικανική πολιτική έχει πάψει να διαχωρίζει τα συμφέροντα των δύο χωρών. Το Ισραήλ, όπως κάθε κυρίαρχο κράτος, προωθεί πρωτίστως τη δική του ασφάλεια και τους δικούς του στρατηγικούς στόχους. Το ίδιο, υποστηρίζει, οφείλουν να κάνουν και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με την κριτική αυτή, είναι ότι η Ουάσιγκτον έχει υιοθετήσει μια λογική στην οποία κάθε ισραηλινή προτεραιότητα αντιμετωπίζεται σχεδόν αυτόματα ως αμερικανική προτεραιότητα. Αυτή η ταύτιση, κατά τον Kent, οδηγεί τις ΗΠΑ σε ακριβές συγκρούσεις, διπλωματικές αντιπαραθέσεις και στρατηγικές δεσμεύσεις που δεν εξυπηρετούν πάντοτε τα άμεσα συμφέροντα των Αμερικανών πολιτών.

Η συζήτηση αυτή ξεπερνά το Ισραήλ. Αφορά συνολικά τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στον κόσμο. Θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως βασικός χρηματοδότης και εγγυητής ασφαλείας συμμάχων σε κάθε κρίσιμη περιοχή του πλανήτη ή θα κινηθούν προς μια πιο περιορισμένη στρατηγική, με προτεραιότητα στις εσωτερικές ανάγκες και σε αυστηρότερο ορισμό του εθνικού συμφέροντος;
Το άρθρο του Joe Kent δεν αποτελεί μόνο κριτική προς το Ισραήλ. Αποτελεί κυρίως σκληρή κριτική προς την αμερικανική πολιτική ελίτ, η οποία επί δεκαετίες αντιμετώπιζε τη στρατιωτική, οικονομική και διπλωματική στήριξη προς το Τελ Αβίβ ως αυτονόητη και μη διαπραγματεύσιμη. Το αν αυτή η μετατόπιση θα οδηγήσει σε ουσιαστική αλλαγή πολιτικής μένει να αποδειχθεί. Εκείνο που έχει ήδη αλλάξει είναι το πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Και όσο αυξάνεται η αμφισβήτηση για το κόστος και τις συνέπειες αυτής της σχέσης, τόσο δυσκολότερο θα γίνεται για την Ουάσιγκτον να παρουσιάζει τη στήριξη προς το Ισραήλ ως επιλογή που δεν υπόκειται σε κριτική, έλεγχο και επανεξέταση.
Πιο Δημοφιλή
Η Ελλάδα κόμβος data centers για την Ευρώπη
Αιγαίο: Φόβοι για οργανωμένη προβοκάτσια
Πιο Πρόσφατα
Ανεπαρκή τα μέτρα της ΕΕ για νέους
Εθελοντική στράτευση γυναικών: Δεκάδες κατατάχθηκαν
Επανεκλογή Αννίτας Δημητρίου στην προεδρία της Βουλής