Συνταξιούχοι: Τα 8 ανοιχτά μέτωπα πριν τις κάλπες
Ένας στους δύο πολίτες δηλώνει ότι στις επόμενες εκλογές θα επιλέξει το κόμμα που μπορεί να του δώσει λύση σε ένα από τα πολλά καθημερινά του προβλήματα, ανεξάρτητα από την ιδεολογική του αφετηρία. Το εύρημα αυτό, που καταγράφεται σε σειρά δημοσκοπήσεων και πρόσφατα στην έρευνα της Interview, δείχνει ότι ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας μετακινείται από τις γενικές πολιτικές ταυτότητες προς το συγκεκριμένο και χειροπιαστό αποτέλεσμα.
Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί θετική για την πολιτική ζωή, στον βαθμό που επαναφέρει στο επίκεντρο την ουσία της διακυβέρνησης: τη λύση πραγματικών προβλημάτων. Ωστόσο, ενώ η χώρα έχει ήδη εισέλθει σε άτυπη προεκλογική περίοδο, με ανοιχτό ακόμη το πότε θα στηθούν οι κάλπες, από τον δημόσιο διάλογο εξακολουθούν να απουσιάζουν οι σαφείς δεσμεύσεις.
Το πρόβλημα είναι ακόμη πιο έντονο για τους συνταξιούχους, οι οποίοι έχουν ακούσει πολλές υποσχέσεις τα προηγούμενα χρόνια, χωρίς να έχουν δει αντίστοιχη αποκατάσταση στο εισόδημά τους. Αντίθετα, συνεχίζουν να υφίστανται απώλειες μέσα από τέσσερις βασικούς μηχανισμούς.
Πρώτον, οι αυξήσεις στις κύριες συντάξεις παραμένουν χαμηλότερες από τον πραγματικό πληθωρισμό. Για φέτος η αναπροσαρμογή ήταν 2,4%, την ώρα που τον Μάιο ο πληθωρισμός έτρεχε με 5,4%. Δεύτερον, οι επικουρικές συντάξεις παραμένουν παγωμένες, χωρίς να λαμβάνουν ούτε την υποδεέστερη αναπροσαρμογή που δίνεται στις κύριες.
Τρίτον, η φορολογική κλίμακα δεν έχει τιμαριθμοποιηθεί και το αφορολόγητο όριο για μισθωτούς και συνταξιούχους δεν έχει αναπροσαρμοστεί. Έτσι, κάθε ονομαστική αύξηση οδηγεί σε μεγαλύτερη φορολογική επιβάρυνση, καθώς οι φορολογούμενοι ανεβαίνουν κλιμάκια χωρίς να αυξάνεται αντίστοιχα η πραγματική αγοραστική τους δύναμη.
Τέταρτον, οι υψηλοί έμμεσοι φόροι, όπως ο ΦΠΑ και οι Ειδικοί Φόροι Κατανάλωσης, διογκώνονται μαζί με την ακρίβεια, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.
Οι συνταξιούχοι χαμηλά στην ατζέντα της ΔΕΘ
Παρά το βάρος αυτών των προβλημάτων, τα ζητήματα των συνταξιούχων εξακολουθούν να βρίσκονται χαμηλά στις κυβερνητικές προτεραιότητες, ενόψει των προεκλογικών εξαγγελιών και των ανακοινώσεων στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης στις 5 Σεπτεμβρίου.
Η υποτίμηση αυτού του κοινωνικού σώματος αποτελεί πολιτικό ρίσκο. Οι συνταξιούχοι ανέρχονται σχεδόν σε 2,6 εκατομμύρια πολίτες και παραδοσιακά συμμετέχουν μαζικά στις εκλογές. Ανάλογα με τη συνολική συμμετοχή, μπορούν να αποτελέσουν ακόμη και το ένα τρίτο του εκλογικού σώματος.
Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση και τα κόμματα δεν μπορούν να περιορίζονται σε γενικές αναφορές περί στήριξης. Οι συνταξιούχοι ζητούν συγκεκριμένες απαντήσεις σε ανοιχτά ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα το εισόδημα, την αξιοπρέπεια και την καθημερινότητά τους.
Στην πρώτη γραμμή βρίσκεται το ζήτημα των συντάξεων χηρείας. Παραμένει ανοιχτό αν αυτές θα περιορίζονται στο 35% μετά την πρώτη τριετία, σε περίπτωση που ο δικαιούχος εργάζεται ή λαμβάνει δική του σύνταξη.
Εξίσου κρίσιμο είναι αν θα αναζητηθούν αναδρομικά ποσά ως «αχρεωστήτως καταβληθέντα», επειδή ο ΕΦΚΑ δεν προχώρησε εγκαίρως στις προβλεπόμενες περικοπές. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μετέφερε στους δικαιούχους το κόστος μιας διοικητικής καθυστέρησης για την οποία οι ίδιοι δεν ευθύνονται.
Ανοιχτό παραμένει και το εάν θα τροποποιηθεί τελικά ο νόμος Κατρούγκαλου, καθώς και αν θα προβλεφθεί τμήμα εθνικής σύνταξης στις συντάξεις χηρείας. Πρόκειται για θέμα που αφορά χιλιάδες οικογένειες και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με παρατάσεις και αποσπασματικές δηλώσεις.
Αναδρομικά, επικουρικές και ΕΑΣ
Μεγάλο ζήτημα παραμένει και η καταβολή των αναδρομικών του 11μήνου, από τον Ιούλιο του 2015 έως τον Μάιο του 2016. Οι συνταξιούχοι αναμένουν καθαρές αποφάσεις για το αν και πώς θα δοθούν τα ποσά, αντί για νέα αναβολή σε ένα ζήτημα που έχει ήδη τραβήξει για χρόνια.
Παράλληλα, περίπου 1,3 εκατομμύρια συνταξιούχοι περιμένουν απάντηση για τις επικουρικές συντάξεις. Το ερώτημα είναι αν θα δοθούν αυξήσεις, από πότε και με ποιον μηχανισμό. Η διατήρηση του παγώματος, την ώρα που οι τιμές αυξάνονται, σημαίνει πραγματική μείωση εισοδήματος.
Ακόμη ένα κρίσιμο ερώτημα αφορά το 2027 και το αν θα εφαρμοστεί τελικά ο μηχανισμός αυξήσεων με βάση τον πληθωρισμό και μέρος της παραγωγικότητας. Για τους συνταξιούχους, το ζήτημα δεν είναι τεχνικό. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια αύξηση που καλύπτει μέρος των απωλειών και σε μια ακόμη λογιστική αναπροσαρμογή που εξαφανίζεται στο σούπερ μάρκετ, στο ρεύμα και στα φάρμακα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το αίτημα για αναπροσαρμογή του αφορολόγητου ορίου. Χωρίς τιμαριθμοποίηση, οι ονομαστικές αυξήσεις μετατρέπονται σε πρόσθετη φορολογική επιβάρυνση, ακυρώνοντας μέρος της όποιας ενίσχυσης.
Ξεχωριστή θέση έχει η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, η γνωστή ΕΑΣ, η οποία λειτουργεί στην πράξη ως δεύτερη και αυστηρότερη φορολογία. Μέσω αυτής επιστρέφουν κάθε χρόνο στα κρατικά ταμεία σχεδόν 700 εκατ. ευρώ, όταν οι φετινές αυξήσεις στις συντάξεις κόστισαν 475 εκατ. ευρώ.
Το στοιχείο αυτό αποκαλύπτει την αντίφαση της κυβερνητικής πολιτικής. Από τη μία πλευρά προβάλλονται αυξήσεις 2,4% στις κύριες συντάξεις και 1,2% για όσους έχουν προσωπική διαφορά. Από την άλλη, μέσω της ΕΑΣ, το κράτος ανακτά πολύ μεγαλύτερο ποσό από τους ίδιους τους συνταξιούχους.
Επομένως, το ερώτημα για τις επόμενες εκλογές δεν είναι γενικό και αφηρημένο. Είναι απολύτως συγκεκριμένο: ποιος θα δώσει πειστικές και εφαρμόσιμες απαντήσεις στους συνταξιούχους για χηρείας, αναδρομικά, επικουρικές, αφορολόγητο, ΕΑΣ και πραγματικές αυξήσεις;
Οι συνταξιούχοι δεν χρειάζονται άλλο ένα πακέτο εξαγγελιών με ημερομηνία λήξης. Χρειάζονται σταθερή αποκατάσταση εισοδήματος, δίκαιη φορολογική μεταχείριση και οριστικές λύσεις στα εκκρεμή ασφαλιστικά ζητήματα που παραμένουν ανοιχτά εδώ και χρόνια.
Πιο Δημοφιλή
Δίκη Τεμπών: Να μη θαφτεί η αλήθεια
Αρχιερείς: Αυξήσεις την ώρα που η κοινωνία πιέζεται
Έρευνα Berklee: Οι μουσικοί στρέφονται στην AI
Πιο Πρόσφατα
Ευρωπαϊκή αποστολή στα Στενά του Ορμούζ
Νέα νομολογία για πολυϊσοβίτες από Άρειο Πάγο