Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΦΡΑΣΙΑ

ΜΑΚΑΡΙΟΣ

19 Ιανουαρίου 2026

Συρία: Γιατί οι Κούρδοι παραδόθηκαν άνευ όρων στη κυβέρνηση της Δαμασκού

Τον Ιανουάριο του 2026, η ημιαυτόνομη κουρδική διοίκηση της βορειοανατολικής Συρίας υπέστη το οριστικό της πλήγμα. Οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) — ο κουρδο-αραβικός συνασπισμός που επί χρόνια υποστηρίχθηκε από τις ΗΠΑ στον αγώνα του κατά του Ισλαμικού Κράτους (ISIS) — αναγκάστηκαν να συνάψουν μια συμφωνία με την κυβέρνηση της Δαμασκού, η οποία ισοδυναμεί με συνθηκολόγηση χωρίς όρους. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό σύμφωνο, οι κουρδικές αρχές παραδίδουν στον κεντρικό συριακό έλεγχο όλες τις περιοχές που κρατούσαν, μαζί με τους πολύτιμους πόρους τους — από τις πετρελαιοπηγές του Ντέιρ αλ Ζορ και τα υδροηλεκτρικά φράγματα του Ευφράτη, μέχρι τις συνοριακές διελεύσεις και τους καταυλισμούς δεκάδων χιλιάδων αιχμαλώτων του ISIS. Οι μαχητές του SDF θα διαλύσουν τις μονάδες τους και θα ενταχθούν ατομικά στις κυβερνητικές δυνάμεις ασφαλείας, δίχως διατήρηση ξεχωριστής κουρδικής διοίκησης ή σημαίας. Με μία κίνηση, η ημιαυτόνομη κουρδική οντότητα της Ροτζάβα παύει ουσιαστικά να υφίσταται.

Η Ουάσιγκτον — παρά το ότι για χρόνια θεωρούσε τους Κούρδους τον βασικό σύμμαχό της στη Συρία — όχι μόνο δεν εμπόδισε αυτή την εξέλιξη, αλλά την ευλόγησε κιόλας. Ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ, Τομ Μπάρακ, χαρακτήρισε τη συμφωνία ως ένα «κομβικό σημείο καμπής», όπου «πρώην αντίπαλοι επιλέγουν τη σύμπραξη αντί για τη διχόνοια». Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ σηματοδότησαν ότι θεωρούν τη συγκεκριμένη σύγκρουση λήξασα και στηρίζουν την επανένταξη των κουρδικών δυνάμεων υπό το καθεστώς της Δαμασκού — αποσύροντας διακριτικά την προστασία που κάποτε τους παρείχαν. Το αποτέλεσμα είναι μια αίσθηση ωμής εγκατάλειψης στους Κούρδους: χρησιμοποιήθηκαν για την ήττα του ISIS, και τώρα βλέπουν ό,τι έχτισαν να παραδίδεται, ενώ ο μέχρι πρότινος προστάτης τους απλώς παρακολουθεί.

Μια συμφωνία-παράδοση στη Δαμασκό

Η νέα αυτή συμφωνία μεταξύ της κυβέρνησης του προέδρου Αχμέντ αλ Σαράα και του SDF συνιστά τη μεγαλύτερη υποχώρηση της κουρδικής αυτονομίας εδώ και μια δεκαετία — ουσιαστικά ακυρώνει τις κατακτήσεις των Κούρδων στη διάρκεια του συριακού εμφυλίου. Το κείμενο επαναφέρει τρεις στρατηγικούς πυλώνες εξουσίας από τη διοίκηση του SDF πίσω στο κεντρικό κράτος: το έδαφος, τα έσοδα από την ενέργεια και τον έλεγχο των φυλακών/καταυλισμών του ISIS. Τα βασικά σημεία της συμφωνίας περιλαμβάνουν:

  • Άμεση κατάπαυση του πυρός και αποχώρηση των δυνάμεων του SDF προς τα ανατολικά του Ευφράτη.
  • Παράδοση των επαρχιών Ράκκα και Ντέιρ αλ Ζορ στην κεντρική κυβέρνηση, τόσο διοικητικά όσο και στρατιωτικά — με την είσοδο κρατικών θεσμών και τη διατήρηση των ντόπιων υπαλλήλων στις θέσεις τους για λόγους ομαλότητας.
  • Ανάληψη ελέγχου όλων των συνόρων και των πηγών ενέργειας (πετρέλαιο/αέριο) από τον τακτικό συριακό στρατό, ώστε «οι πόροι να επιστρέψουν στο κράτος».
  • Ενσωμάτωση του προσωπικού του SDF ατομικά στις δυνάμεις του υπουργείου Άμυνας και του υπουργείου Εσωτερικών (στρατός και αστυνομία) μετά από ελέγχους ασφαλείας — όχι όμως ως συγκροτημένες μονάδες. Το SDF μέχρι πρότινος διεκδικούσε συλλογική ένταξη ως σώμα, κάτι που απορρίφθηκε: πλέον οι Κούρδοι μαχητές θα φέρουν τις βαθμίδες τους εντός των κυβερνητικών δυνάμεων, αλλά χωρίς αυτόνομη κουρδική διοίκηση, πέρα από γενικόλογες διατυπώσεις περί σεβασμού της «τοπικής κουρδικής ιδιαιτερότητας».
  • Μεταφορά της ευθύνης για τις φυλακές και τους καταυλισμούς κράτησης του ISIS στη συριακή κυβέρνηση, η οποία αναλαμβάνει πλέον νομικά και επιχειρησιακά τη διαχείρισή τους. Αυτό σημαίνει ότι η Δαμασκός καθίσταται υπεύθυνη για δεκάδες χιλιάδες επικίνδυνους κρατούμενους — μαχητές και οικογένειες τζιχαντιστών — που μέχρι τώρα φρουρούσε το SDF.

Η συμφωνία αυτή, αν εφαρμοστεί πλήρως, τερματίζει την de facto κουρδική αυτονομία στη βορειοανατολική Συρία. «Είναι μια νίκη για όλους τους Σύρους, ανεξαρτήτως καταγωγής» δήλωσε θριαμβευτικά ο Σαράα μετά την υπογραφή, εκφράζοντας την ελπίδα να τερματιστεί επιτέλους ο διχασμός στη χώρα. Πράγματι, για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος των κουρδικών περιοχών περνά ξανά υπό τον έλεγχο της Δαμασκού. Το μόνο που παραμένει προς το παρόν σε κουρδικά χέρια είναι τμήμα της επαρχίας Χασάκα (συμπεριλαμβανομένης της πόλης Καμισλί) — όμως ακόμα και εκεί προβλέπεται σταδιακή επανένταξη της πολιτικής διοίκησης στο κεντρικό κράτος, σύμφωνα με τη συμφωνία. Με άλλα λόγια, το πείραμα της Ροτζάβα φτάνει στο τέλος του.

Πώς βρέθηκαν οι Κούρδοι με την πλάτη στον τοίχο

Η παράδοση αυτή δεν ήρθε απρόσμενα. Εδώ και μήνες, η μεταβατική κυβέρνηση του Σαράα πίεζε το SDF να διαλυθεί και να ενοποιηθεί πλήρως με τον εθνικό στρατό, ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε συμφωνία. Οι Κούρδοι, αντίθετα, ζητούσαν μια αποκεντρωμένη, ομοσπονδιακή διευθέτηση που θα διατηρούσε ένα βαθμό αυτονομίας — κάτι που η Δαμασκός απέρριπτε κατηγορηματικά . Ένα πρώτο σχέδιο ενσωμάτωσης είχε διαμορφωθεί ήδη από τον Μάρτιο του 2025, λίγους μήνες μετά την πτώση του καθεστώτος Άσαντ, όμως η συμφωνία εκείνη δεν εφαρμόστηκε ποτέ: και οι δύο πλευρές κατηγόρησαν η μία την άλλη για παραβιάσεις και οι εντάσεις συνέχισαν να σιγοβράζουν.

Στις αρχές Ιανουαρίου 2026, οι εντάσεις αυτές εξερράγησαν ανοιχτά. Κυβερνητικές δυνάμεις πολιόρκησαν κουρδικές συνοικίες στο Χαλέπι και συγκρούστηκαν με τοπικούς μαχητές του SDF, παραβιάζοντας την άτυπη γραμμή συναίνεσης που υπήρχε έως τότε σε ορισμένες μεικτές περιοχές. Ο ίδιος ο πρόεδρος Σαράα είχε προειδοποιήσει ότι θεωρεί «απαράδεκτο» να συνεχίσει να ελέγχει το SDF «το ένα τέταρτο της χώρας» και μάλιστα τα κύρια πετρελαϊκά και αγροτικά αποθέματα της Συρίας. Καθώς εξέπνεε η διορία για μια ειρηνική λύση, η Δαμασκός αποφάσισε να λύσει το ζήτημα δια της βίας: εξαπέλυσε ευρείας κλίμακας στρατιωτική επίθεση-αστραπή για να ανακαταλάβει τα ανατολικά εδάφη.

Μέσα σε λίγες ημέρες, οι δυνάμεις του συριακού στρατού και σύμμαχων πολιτοφυλακών (συχνά αποτελούμενων από αραβικές φυλές της περιοχής) κατέλαβαν μια σειρά από στρατηγικές τοποθεσίες που κρατούσε το SDF. Στις 17-18 Ιανουαρίου, οι κυβερνητικές μονάδες κινήθηκαν ταχύτατα προς τον ποταμό Ευφράτη: πήραν τον έλεγχο της πόλης Τάμπκα, της εκεί αεροπορικής βάσης και του μεγάλου φράγματος (σημαντικές υποδομές που το SDF είχε αποσπάσει από το ISIS το 2017). Ταυτόχρονα, στο πλούσιο σε πετρέλαιο ανατολικό μέτωπο, έπεσε το μεγάλο έπαθλο: ο στρατός κατέλαβε το κοίτασμα αλ Ομάρ — τη μεγαλύτερη πετρελαιοπηγή της Συρίας — καθώς και το εργοστάσιο φυσικού αερίου Κονόκο, φέρνοντας ξανά «εντός λειτουργίας» τους πολύτιμους αυτούς ενεργειακούς πόρους. Πρόκειται για τεράστιο πλήγμα στα έσοδα της κουρδικής διοίκησης, που ως τότε χρηματοδοτούσε το εγχείρημά της κυρίως από αυτά τα πετρέλαια. Όπως σχολίασε αναλυτής, το SDF μπορεί να διέθετε ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, όμως η διεθνής απομόνωσή του και η απώλεια κάθε εξωτερικής στήριξης υπήρξαν καθοριστικές — «εκεί έγκειται το πρόβλημα του SDF», σημείωσε χαρακτηριστικά .

Ένα ακόμα στοιχείο που έγειρε την πλάστιγγα ήταν οι αραβικές φυλές της περιοχής. Οι επαρχίες του ανατολικού Ευφράτη είναι κυρίως αραβόφωνες και πολλές τοπικές φυλές ουδέποτε είδαν με καλό μάτι την κουρδική ηγεμονία στο SDF. Παρά τις προσπάθειες των Κούρδων να ενσωματώσουν Άραβες στη διοίκηση, υπήρχε υπόγεια δυσαρέσκεια για τον κουρδικό εθνικισμό και την έλλειψη οικονομικής ανάπτυξης. Το καθεστώς Σαράα εκμεταλλεύθηκε επιδέξια αυτή τη δυναμική: διαπραγματεύτηκε με οπλαρχηγούς φυλών (λ.χ. τους ισχυρούς Μπακκάρα και Ουκάιντατ) , υποσχέθηκε προνόμια και — με την ανοχή και της Τουρκίας — τους ώθησε να εξεγερθούν ενάντια στο SDF. Έτσι, ενώ οι κουρδικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν τον τακτικό στρατό από τα δυτικά, τα νώτα τους υπονομεύονταν εκ των έσω από τοπικές αραβικές ομάδες που στράφηκαν ενάντιόν τους. Μέχρι το βράδυ της 18ης Ιανουαρίου, οι Κούρδοι είχαν χάσει τον έλεγχο σε μεγάλα τμήματα των εδαφών και των υποδομών τους — συμπεριλαμβανομένων φραγμάτων, πετρελαίων και πόλεων που αποτελούσαν τα βασικά τους διαπραγματευτικά χαρτιά.

Αντιμέτωπη με αυτό το αστραπιαίο ‘ματ’, η κουρδική ηγεσία δεν είχε άλλη επιλογή από το να ζητήσει άμεση εκεχειρία. «Για να σταματήσει η αιματοχυσία», όπως εξήγησε ο αρχηγός του SDF Μαζλούμ Αμπντί, αποδέχτηκαν τους όρους που τέθηκαν — ακόμα κι αν ήταν σαφώς δυσμενέστεροι από εκείνους που απέρριπταν επί μήνες. Οι δυνάμεις του SDF ανακοίνωσαν γενική υποχώρηση στα ανατολικά του Ευφράτη και γενική επιστράτευση για την άμυνά τους, χαρακτηρίζοντας τον αγώνα «υπαρξιακό πόλεμο» για την επιβίωση των κουρδικών κεκτημένων. Ωστόσο, η διεθνής κοινότητα δεν φάνηκε διατεθειμένη να τους προσφέρει κάτι περισσότερο από φραστική συμπαράσταση. Μέχρι το βράδυ, ραβδωτά συριακά κομβόι είχαν εισέλθει θριαμβευτικά στη Ράκκα και σε άλλες πόλεις, υψώνοντας ξανά τη συριακή σημαία — ενώ οι κουρδικές μονάδες αποσύρονταν σιωπηλά προς την κατεύθυνση της Χασάκα.

Ο ρόλος των ΗΠΑ: Από στενός σύμμαχος, απλός θεατής

Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπήρξαν ο αρχιτέκτονας της κουρδικής ανόδου στη βορειοανατολική Συρία. Από το 2015, οι Αμερικανοί στήριξαν, όπλισαν και εκπαίδευσαν το SDF για να συντρίψουν μαζί το «χαλιφάτο» του ISIS. Περίπου 900 Αμερικανοί στρατιώτες παρέμεναν έως πρόσφατα στο κουρδικό έδαφος ως ασπίδα ενάντια σε τυχόν επιθέσεις της Τουρκίας ή του συριακού καθεστώτος. Όμως οι γεωπολιτικές προτεραιότητες αλλάζουν. Μετά την πτώση του Άσαντ, η Ουάσιγκτον επεδίωξε να συνεννοηθεί με τη νέα κυβέρνηση Σαράα, που εμφανιζόταν σθεναρά αντι-ISIS και αντί-ιρανική. Υπό τη διοίκηση Τραμπ, οι ΗΠΑ ανέπτυξαν «στενούς δεσμούς» με τον Σαράα, εντάσσοντάς τον ουσιαστικά στη δυτική τροχιά. Ο Αμερικανός απεσταλμένος Τομ Μπάρακ συμμετείχε ενεργά στις διαπραγματεύσεις Δαμασκού-SDF, προσπαθώντας να μεσολαβήσει για μια ειρηνική λύση. Όταν η Δαμασκός εξαπέλυσε την επίθεσή της, η αμερικανική αντίδραση περιορίστηκε σε εκκλήσεις για «αυτοσυγκράτηση» και διακοπή των εχθροπραξιών — χωρίς όμως καμία ουσιαστική πίεση επί του πεδίου.

Μπροστά στην προέλαση του συριακού στρατού, η ηγεσία του SDF προσπάθησε εναγωνίως να εξασφαλίσει αμερικανική παρέμβαση. «Η μεγαλύτερη ελπίδα μας είναι μια απτή αντίδραση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, να επέμβουν πιο δυναμικά στα προβλήματα», δήλωσε χαρακτηριστικά ο διοικητής του YPG Σιπάν Χάμο, απευθύνοντας έκκληση στην Ουάσιγκτον να σταματήσει την επίθεση. Στην ίδια συνέντευξη, ο Χάμο παραδέχτηκε με πικρία ότι η Ουάσιγκτον πλέον ισορροπεί μεταξύ της χρόνιας συμμαχίας της με τους Κούρδους και της «νέας στήριξής» της προς την κυβέρνηση Σαράα. Ωστόσο, παρά τις εκκλήσεις αυτές — και την παρέμβαση ακόμα και του Γάλλου προέδρου Εμμανουέλ Μακρόν, που ζήτησε «άμεσα» να σταματήσει η επίθεση και να επιτευχθεί μόνιμη εκεχειρία — οι ΗΠΑ απέφυγαν να εμπλακούν στρατιωτικά. Ο Χάμο έκρουσε τον κώδωνα κινδύνου, δηλώνοντας πως «η ευθύνη για όλα όσα συμβαίνουν [τώρα] στη Συρία ανήκει στις δυτικές χώρες, και ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες». Με απλά λόγια, οι Κούρδοι θεωρούν ότι ο άλλοτε προστάτης τους τούς άφησε έκθετους — αναβιώνοντας ένα γνώριμο ιστορικό μοτίβο εγκατάλειψης.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η κουρδική πλευρά νιώθει προδομένη από τους μεγάλους συμμάχους της. Το ίδιο συνέβη το 2019, όταν η αιφνίδια αποχώρηση αμερικανικών δυνάμεων άνοιξε τον δρόμο για την τουρκική εισβολή στη βόρεια Συρία, με αποτέλεσμα χιλιάδες Κούρδοι άμαχοι να τραπούν σε φυγή. Όπως το έθεσε τότε δηκτικά ένας αξιωματούχος, «οι Κούρδοι υπήρξαν ο στενότερος σύμμαχος των ΗΠΑ. Πλέον, οι ΗΠΑ τούς εγκατέλειψαν και στην πραγματικότητα τούς πρόδωσαν». Σήμερα, μετά από μια δεκαετία κοινών θυσιών στον πόλεμο κατά του ISIS, το ίδιο αίσθημα πικρίας επιστρέφει. Χιλιάδες Κούρδοι μαχητές έχυσαν το αίμα τους για να ηττηθεί το χαλιφάτο — και τώρα βλέπουν τους καρπούς εκείνης της νίκης (εδαφικό έλεγχο και ισχύ) να εξανεμίζονται. Το παλιό κουρδικό ρητό «κανένας φίλος πέρα από τα βουνά», που εκφράζει ακριβώς την ιστορική εμπειρία επαναλαμβανόμενων προδοσιών, ηχεί σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ.

Η Τουρκία ο μεγάλος κερδισμένος

Ένας από τους βασικούς ωφελημένους των τελευταίων εξελίξεων είναι αναμφίβολα η Τουρκία. Για την Άγκυρα, η αυτόνομη κουρδική ζώνη στη βόρεια Συρία αποτελούσε υπαρξιακή απειλή — λόγω των δεσμών του ηγετικού κουρδικού κόμματος PYD με το PKK, την οργάνωση που διεξάγει ένοπλο αγώνα στην Τουρκία από το 1984. Από το 2016 μέχρι σήμερα, η Τουρκία πραγματοποίησε τρεις στρατιωτικές επεμβάσεις στη Συρία, με στόχο να εκδιώξει το SDF από τα σύνορά της. Τώρα, βλέπει τον στόχο της να επιτυγχάνεται χωρίς να ρίξει ούτε μια σφαίρα. Η κυβέρνηση Σαράα — η οποία διατηρεί στενό δίαυλο με την Άγκυρα — υιοθέτησε πλήρως τη ρητορική περί «τρομοκρατών του PKK» και διαβεβαίωσε ότι η νέα συμφωνία προβλέπει την εκδίωξη όλων των ξένων μαχητών του PKK από τη Συρία. Αυτό αφαιρεί ένα μείζον εμπόδιο από τις επιδιώξεις της Τουρκίας, καθώς εξουδετερώνει τον φόβο της για βάση του PKK στη Ροτζάβα. Πράγματι, στελέχη του τουρκικού κυβερνώντος κόμματος χαιρέτισαν ανοιχτά τη συμφωνία Σαράα-Αμπντί, λέγοντας ότι χάρη σε αυτήν «αφαιρέθηκε ένα σημαντικό εμπόδιο» στις διαδικασίες ειρήνευσης μεταξύ Τουρκίας και Κούρδων ανταρτών.

Ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τηλεφώνησε στον Σαράα μόλις επιτεύχθηκε η συμφωνία, εκφράζοντας την υποστήριξή του. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Άγκυρας, ο Ερντογάν διαβεβαίωσε ότι η Τουρκία θα συνεχίσει να στηρίζει τη Δαμασκό «ιδίως στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας», ενώ υπογράμμισε πως «η ολοκληρωτική εξάλειψη της τρομοκρατίας από το συριακό έδαφος είναι απαραίτητη για τη Συρία και για ολόκληρη την περιοχή». Η αναφορά αυτή συνιστά σαφή αιχμή προς το SDF/PKK. Δεν είναι τυχαίο ότι Τούρκοι αξιωματούχοι χαρακτηρίζουν πλέον ανοιχτά τον Σαράα σύμμαχο στον κοινό σκοπό της σταθεροποίησης της Συρίας και της εξουδετέρωσης των «τρομοκρατών». Σε ρεπορτάζ του Reuters σημειώθηκε μάλιστα ότι η συμφωνία έγινε δεκτή με ιδιαίτερη ικανοποίηση από την Άγκυρα, καθώς αποτελεί προϊόν συνεννόησης μεταξύ συμμάχων — του Σαράα και της Τουρκίας — και ελπίζουν ότι θα φέρει ειρήνη και ασφάλεια στην περιοχή.

Με την επανένταξη των κουρδικών περιοχών στη Συρία, η Άγκυρα πέτυχε όλους τους στόχους της στη συριακή κρίση: διάλυση της κουρδικής αυτοδιοίκησης, απομάκρυνση του PKK από τα νότια σύνορά της και αποφυγή μιας μακροχρόνιας κουρδικής κρατικής οντότητας («διαδρόμου») δίπλα στην τουρκική επικράτεια. Κι όλα αυτά, χωρίς το πολιτικό κόστος μιας νέας εισβολής που θα επιδείνωνε τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Όπως σημειώνει το Al Jazeera, η κατάπαυση του πυρός συνιστά μια «νίκη για τη Δαμασκό και τον σύμμαχό της, την Τουρκία», αφού ικανοποιεί την πάγια απαίτηση της τελευταίας να εκλείψει το κουρδικό αυτόνομο εγχείρημα στη βόρεια Συρία. Ουσιαστικά, η Τουρκία εξασφάλισε διά της συριακής οδού αυτό που επιδίωκε εδώ και χρόνια: οι Κούρδοι της Συρίας επιστρέφουν υπό τον έλεγχο μιας κεντρικής εξουσίας που συνεννοείται με την Άγκυρα, αντί να δρουν ως αυτόνομη δύναμη στα σύνορά της.

Οι σκιές του ISIS και το αβέβαιο μέλλον

Παρά τους πανηγυρισμούς της Δαμασκού και της Άγκυρας, η νέα κατάσταση στη βορειοανατολική Συρία συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις και κινδύνους. Πρώτη και κύρια είναι η τύχη των χιλιάδων μαχητών του ISIS και των οικογενειών τους που κρατούνταν έως τώρα υπό κουρδική φρούρηση. Με τη συμφωνία, όλο αυτό το δυσβάστακτο βάρος περνά στη συριακή κυβέρνηση — η οποία μόλις πρόσφατα σταθεροποιήθηκε και ακόμα αγωνίζεται να εδραιώσει την εξουσία της. Δυτικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι μια τέτοια μεταβολή ενέχει ρίσκα: τυχόν κενό ασφάλειας ή χαλαρότητα στη φύλαξη αυτών των εγκαταστάσεων ενδέχεται να οδηγήσει σε αποδράσεις τζιχαντιστών και αναβίωση της τρομοκρατικής απειλής. Η εμπειρία έχει δείξει ότι το ISIS αξιοποιεί τις μαζικές αποδράσεις κρατουμένων ως μέσο ανασύνταξης — άλλωστε το ίδιο το «χαλιφάτο» είχε εν πολλοίς οικοδομηθεί πάνω σε φυλακισμένα στελέχη που απέδρασαν στο χάος του πολέμου. Οποιαδήποτε αστάθεια στους καταυλισμούς αλ Χολ ή Ροτζ (όπου βρίσκονται συνολικά πάνω από 50.000 άτομα, κυρίως γυναίκες και παιδιά τζιχαντιστών) θα μπορούσε να προκαλέσει σεισμικές δονήσεις στην ασφάλεια ολόκληρης της περιοχής. Δεν είναι τυχαίο ότι γειτονικές χώρες όπως ο Λίβανος και το Ιράκ παρακολουθούν με ανησυχία τις εξελίξεις, φοβούμενες την πιθανότητα νέου κύματος τρομοκρατικής δραστηριότητας εάν η κατάσταση τεθεί εκτός ελέγχου.

Μια δεύτερη πρόκληση αφορά την ομαλή εφαρμογή της ίδιας της συμφωνίας. Πολλές λεπτομέρειες μένουν ασαφείς: δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για το πότε θα ολοκληρωθούν οι αφοπλισμοί, οι αναδιατάξεις δυνάμεων και οι μεταφορές αρμοδιοτήτων. Ο Σαράα δήλωσε ότι η διαδικασία θα γίνει σταδιακά, ξεκινώντας από την άμεση παύση των συγκρούσεων. Ωστόσο, παραμένει το ερώτημα πώς ακριβώς θα ενταχθούν οι χιλιάδες Κούρδοι μαχητές στον κυβερνητικό στρατό. Θα τους εμπιστευτεί το νέο καθεστώς σε ευαίσθητες θέσεις ή θα επιχειρήσει να τους διασπείρει και να τους αποδυναμώσει; Και πώς θα αντιδράσουν οι ίδιοι οι Κούρδοι, πολλοί εκ των οποίων πολεμούν για πάνω από δέκα χρόνια με στόχο την αυτοδιάθεση; Ήδη, ο Αμπντί του SDF επιμένει ρητορικά ότι παραμένει προσηλωμένος στην προστασία «των επιτευγμάτων της κουρδικής περιοχής στη βορειοανατολική Συρία» — παρά το ότι, επί του εδάφους, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει αυτά τα επιτεύγματα. Το πιθανότερο είναι ότι το κουρδικό κίνημα θα ανασυνταχθεί πολιτικά, προσπαθώντας να εξασφαλίσει ό,τι μπορεί μέσω του διαλόγου: η Δαμασκός άλλωστε προσφέρθηκε να παραχωρήσει ορισμένες εγγυήσεις, όπως την αναγνώριση της κουρδικής γλώσσας ως εθνικής (για πρώτη φορά στα συριακά χρονικά) και την αξιοποίηση μελών του SDF σε υψηλόβαθμες θέσεις στους κρατικούς θεσμούς. Αυτές οι κινήσεις έχουν έντονα συμβολικό χαρακτήρα — το καθεστώς Σαράα θέλει να δείξει ότι αγκαλιάζει τους Κούρδους ως αναπόσπαστο κομμάτι της ενιαίας Συρίας. Ωστόσο, επί της ουσίας, οι Κούρδοι χάνουν την αυτονομία και τη στρατιωτική τους ισχύ, μένοντας μόνο με τέτοιες συμβολικές παραχωρήσεις.

Τέλος, ένα μεγάλο ερωτηματικό είναι η στάση της Τουρκίας μακροπρόθεσμα. Αν και η Άγκυρα εμφανίζεται ικανοποιημένη προς το παρόν, οι εύθραυστες ισορροπίες μπορεί να διαταραχθούν. Εάν κάποιοι σκληροπυρηνικοί Κούρδοι αρνηθούν να παραδοθούν και επιχειρήσουν να συνεχίσουν τον αγώνα από το περιθώριο (π.χ. μέσω ανταρτοπολέμου ή καταφεύγοντας στα βουνά), η Τουρκία πιθανότατα θα αντιδράσει δυναμικά. Ήδη έχει καταστήσει σαφές ότι αναμένει την πλήρη εκπλήρωση των όρων ασφαλείας — δηλαδή την απομάκρυνση κάθε παραστρατιωτικού στοιχείου που θεωρεί τρομοκρατικό. Οποιαδήποτε παλινδρόμηση θα μπορούσε να πυροδοτήσει νέες τουρκικές επεμβάσεις ή πιέσεις. Σε ένα εύρος χρόνου ενός έτους, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η Άγκυρα να ασκήσει επιπρόσθετη πίεση (πολιτική ή και στρατιωτική), ώστε να εξαλείψει κάθε απομεινάρι του αυτόνομου κουρδικού εγχειρήματος.

Μια πικρή ιστορική επανάληψη

Για τους Κούρδους της Συρίας, οι τελευταίες εξελίξεις αποτελούν έναν οδυνηρό επίλογο σε μια δεκαετία ελπίδων. Από το χάος του εμφύλιου πολέμου κατάφεραν να οικοδομήσουν μια αυτόνομη ζώνη — τη Ροτζάβα — που λειτουργούσε με δικούς της θεσμούς, στρατό και οικονομία. Στάθηκαν στην πρώτη γραμμή του αγώνα κατά του ISIS, πληρώνοντας βαρύ φόρο αίματος, και έγιναν σύμβολο της μάχης ενάντια στον ισλαμιστικό φανατισμό. Όμως στην αδυσώπητη γεωπολιτική σκακιέρα της Μέσης Ανατολής, οι μικροί παίκτες συχνά θυσιάζονται όταν πάψουν να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των μεγάλων. Οι Κούρδοι της Συρίας βίωσαν ξανά αυτή την πραγματικότητα: από πολύτιμο εργαλείο της διεθνούς στρατηγικής μετατράπηκαν σε αναλώσιμο πιόνι, μόλις οι συμμαχίες αναδιατάχθηκαν.

«Πιστεύουμε ότι η ευθύνη για όλα όσα συμβαίνουν τώρα ανήκει πρωτίστως στις ΗΠΑ» λέει με πικρία η κουρδική ηγεσία , συνοψίζοντας το αίσθημα προδοσίας. Οι εικόνες στη Ράκκα — με τους κατοίκους να πανηγυρίζουν υψώνοντας ξανά τη συριακή σημαία πάνω από το πεσμένο άγαλμα μιας Κούρδισσας αντάρτισσας — είναι σίγουρα ιστορικές, αλλά όχι με τον τρόπο που θα ήθελαν οι Κούρδοι. Το στοίχημα τώρα είναι αν αυτή η επανένωση θα φέρει όντως ειρήνη στη Συρία ή αν θα πυροδοτήσει νέους κύκλους αστάθειας. Για τους Κούρδους, πάντως, μια νέα πραγματικότητα ανατέλλει: χωρίς αυτονομία, χωρίς τους συμμάχους που πίστευαν ότι είχαν, και — τουλάχιστον προς το παρόν — χωρίς «κανέναν φίλο πέρα από τα βουνά».

Ετικέτες: