Σκληρή απάντηση Κεφαλογιάννη για τη συνεπιμέλεια: Γιατί απέσυρε την αγωγή κατά του Μίνου Μάτσα

«Κυρία Όλγα Κεφαλογιάννη, μας έχετε ζαλίσει ειλικρινά. Συμπεριφέρεστε λες και είστε η πρώτη γυναίκα που χώρισε έχοντας παιδιά. Λες και οι άλλες γυναίκες δεν αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα, ούτε έχουν τη δύναμη να επηρεάζουν υπουργούς  να νομοθετούν υπέρ τους (μάλλον αυτή τη χάρη την έχετε μόνο εσείς).

Κι όμως, ο ελληνικός λαός, μέσα στη φτώχεια και τα προβλήματά του, καλείται να ακούει και τα δικά σας. Δεν λέω, τα παιδιά δεν φταίνε σε τίποτα, αλλά είχαν την ατυχία –μεταξύ άλλων– να έχουν γονείς που, προκειμένου να ικανοποιήσουν τη ματαιοδοξία τους, τα μετατρέπουν σε "μπαλάκι του πινγκ πονγκ".

Έτσι λοιπόν, για ακόμα μία φορά, η κυρία Όλγα Κεφαλογιάννη βγήκε σε πρωινή εκπομπή για να μας εκθέσει τα εσώψυχα μιας επιτυχημένης πολιτικού, που όμως είχε την "ατυχία" να χωρίσει.»

Στην αντεπίθεση μέσω τηλεοπτικής συχνότητας λοιπόν  πέρασε η Όλγα Κεφαλογιάννη, μετατρέποντας την προσωπική της αντιδικία σε πολιτικό επιχείρημα κατά του ισχύοντος Οικογενειακού Δικαίου. Η Υπουργός Τουρισμού επέλεξε να δημοσιοποιήσει τις πτυχές της δικαστικής της διαμάχης με τον Μίνω Μάτσα, εστιάζοντας στην πρόσφατη υπαναχώρησή της από την αγωγή για τη συνεπιμέλεια.

Η ίδια πρόταξε την ιδιότητα της μητέρας έναντι αυτής του δημόσιου προσώπου, υποστηρίζοντας πως η τρέχουσα πραγματικότητα των ανήλικων τέκνων της είναι εξαιρετικά επιβαρυμένη. Η υπουργός περιέγραψε μια καθημερινότητα συνεχών μετακινήσεων για τα δίδυμα παιδιά της, καταγγέλλοντας ουσιαστικά το μοντέλο της μοιρασμένης διαμονής.

Στο επίκεντρο της κριτικής της βρέθηκε η νομοθετική πρόβλεψη για την εναλλασσόμενη κατοικία, την οποία η κ. Κεφαλογιάννη είχε απορρίψει πολιτικά πριν ακόμη αποκτήσει παιδιά. Χαρακτήρισε τον νόμο λανθασμένο, τονίζοντας πως η ερμηνεία του από τη δικαιοσύνη στερεί από τα παιδιά τη σταθερή βάση που είναι απαραίτητη για την ψυχοσύνθεσή τους.

Παρά την παραδοχή της ότι η παρουσία του πατέρα είναι αναγκαία και δεδομένη, η υπουργός αμφισβήτησε ευθέως τη δικαστική απόφαση που επιβάλλει την καθημερινή αλλαγή περιβάλλοντος. Υπογράμμισε πως η έλλειψη ενός σταθερού σημείου αναφοράς δημιουργεί ανασφάλεια, μεταφέροντας μάλιστα και την αγωνία των παιδιών της για το πού θα διανυκτερεύσουν κάθε βράδυ.

Κλείνοντας, η Όλγα Κεφαλογιάννη επιχείρησε να γενικεύσει το ζήτημα, υποστηρίζοντας ότι η δική της εμπειρία αντανακλά τα προβλήματα χιλιάδων ελληνικών οικογενειών. Ζήτησε ουσιαστικά μια αυστηρότερη και πιο «παιδοκεντρική» ερμηνεία του νόμου, ώστε να διασφαλίζεται η σταθερότητα της κατοικίας των τέκνων μετά από ένα διαζύγιο.