Στον «αέρα» η ασφάλεια των επιβατών στη χώρα του «υπαρκτού μητσοτακισμού»…
Το μπλακ άουτ στο FIR Αθηνών δεν ήταν απλώς μια τεχνική βλάβη. Ήταν η πιο καθαρή εικόνα ενός κράτους που λειτουργεί στο όριο, που διαλύει δομές, που απαξιώνει ανθρώπους και θεσμούς, και που στο τέλος αφήνει ένα ολόκληρο σύστημα να καταρρεύσει μέσα σε λίγα λεπτά.
Οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας βρέθηκαν να ζητούν συνδρομή από τους Τούρκους συναδέλφους τους για να επικοινωνήσουν με αεροσκάφη μέσα στο δικό μας FIR. Κι όμως, καμία επίσημη απάντηση δεν έχει δοθεί ακόμη για το τι πραγματικά συνέβη, ούτε για το πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο.
Η συζήτηση γύρω από το περιστατικό δεν εξαντλείται στην τεχνική πτυχή. Χρόνια ολόκληρα καταγράφονται προειδοποιήσεις των εργαζομένων της ΥΠΑ, αντίστοιχες με εκείνες που κάποτε εξέπεμπαν οι σιδηροδρομικοί πριν τη σύγκρουση στα Τέμπη.
Για χρόνια οι αερολιμενικοί φώναζαν ότι η Πολιτική Αεροπορία οδηγείται σε «αεροπορικά Τέμπη», ότι οι μηχανισμοί εποπτείας ξηλώνονται βήμα βήμα, ότι η κρατική παρουσία στα αεροδρόμια εξαφανίζεται χωρίς σχέδιο, χωρίς αιτιολόγηση, χωρίς αντίκρισμα ασφάλειας. Όλα αυτά έμεναν σε υποσημειώσεις, επειδή τα συστημικά ΜΜΕ δεν είχαν χώρο για φωνές που δεν συμβάδιζαν με την εικόνα ενός κράτους δήθεν επιτελικού και αλάνθαστου.
Στην καρδιά όλων αυτών βρίσκεται ο νόμος 4757/2020, που καταργούσε τις κρατικές εποπτικές αρχές στα αεροδρόμια της χώρας. Υπηρεσίες με δεκαετίες εμπειρίας, στελεχωμένες με εκπαιδευμένο προσωπικό, εξαφανίστηκαν από την καθημερινή λειτουργία των αερολιμένων. Παρότι οι σχετικές συμβάσεις του κράτους με τους ιδιώτες διαχειριστές προβλέπουν ρητά την ύπαρξη αυτών των αρχών, η απόφαση να καταργηθούν εφαρμόστηκε χωρίς πρακτικό σχεδιασμό. Έτσι, αεροδρόμια μέσα στον πυρήνα του τουρισμού και της οικονομίας έμειναν χωρίς επιτόπια κρατική εποπτεία.
Η λύση που παρουσιάστηκε ήταν η Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας. Ένας οργανισμός με περιορισμένο ωράριο, υποστελέχωση και μεταταγμένους υπαλλήλους που σε πολλές περιπτώσεις δεν είχαν καμία τεχνική συνάφεια με τον τομέα των αερομεταφορών.
Η εικόνα συμπληρώνεται από αποφάσεις που εκδόθηκαν αμέσως μετά τα Τέμπη και απαγόρευαν στις τοπικές αρχές των αεροδρομίων την άσκηση εποπτικών και προανακριτικών καθηκόντων, ακόμη και την πρόσβαση στο ιστορικό του προσωπικού που δραστηριοποιείται στους αερολιμένες. Ο έλεγχος απομακρύνθηκε από εκείνους που γνώριζαν την καθημερινότητα των αεροδρομίων και συγκεντρώθηκε στην Αθήνα, μέσα από μηχανισμούς που λειτουργούν αποκλειστικά με έγγραφα, εγκρίσεις και «ειδικά ραντάρ».
Την ίδια στιγμή οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας προειδοποιούσαν για συστήματα που λειτουργούν στα όριά τους. Ο διαγωνισμός για την αναβάθμιση του FIR Αθηνών είχε ολοκληρωθεί από το 2019 και η σύμβαση προέβλεπε λειτουργικότητα το 2021. Η πορεία εκείνου του έργου είναι χαρακτηριστική της καθυστέρησης που έχει καταγραφεί σε νευραλγικούς τομείς.
Η σύμβαση τροποποιήθηκε το 2021, η έγκριση επαναζητήθηκε το 2022 και το 2023, και τελικά το έργο ακυρώθηκε το 2025, αφήνοντας το FIR με υποδομές που δεν μπορούσαν πλέον να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του πραγματικού φόρτου. Η χώρα οδηγήθηκε στα ευρωπαϊκά δικαστήρια και οι πόροι που έχουν εγκριθεί για τον εκσυγχρονισμό, άνω των 400 εκατομμυρίων ευρώ, παραμένουν ανεκμετάλλευτοι.
Όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα παρατεταμένης αδράνειας. Ένα σύστημα που διαχειρίζεται πάνω από ένα εκατομμύριο πτήσεις τον χρόνο και εξυπηρετεί δεκάδες εκατομμύρια ανθρώπους έχει αφεθεί χωρίς επενδύσεις, χωρίς στελέχωση και χωρίς το απαραίτητο θεσμικό βάθος. Το κράτος αποχώρησε από τα αεροδρόμια και περιορίστηκε σε ρόλο επιτηρητή-«γραφείου», ενώ τα αεροδρόμια λειτουργούν με την ευχή ότι δεν θα προκύψει περιστατικό που θα δοκιμάσει τα όριά τους.
Σε αυτό το περιβάλλον, η ανάθεση της διερεύνησης του μπλακ άουτ στον ΕΟΔΑΣΑΑΜ δημιούργησε εύλογα ερωτήματα. Ο πρόεδρός του διετέλεσε διοικητής της ΥΠΑ κατά την περίοδο των αποφάσεων που οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση. Η δομή της διερεύνησης απαιτεί αξιολόγηση ενεργειών και παραλείψεων που αγγίζουν τον ίδιο, καθώς και τις επιλογές της πολιτικής ηγεσίας που είχε την ευθύνη των κρίσιμων συμβάσεων. Η ανεξαρτησία και η αξιοπιστία μιας τέτοιας διαδικασίας τίθενται εκ των πραγμάτων στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου.
Το FIR Αθηνών βρέθηκε για ώρες χωρίς λειτουργικούς διαύλους επικοινωνίας. Η αρχική ανακοίνωση περί «παρεμβολών» αποσύρθηκε όταν η ΕΕΤΤ διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε εξωτερική επίθεση. Η κατάρρευση προήλθε από τα ίδια τα συστήματα που στηρίζουν την εναέρια κυκλοφορία. Συστήματα που βασίζονται σε επτά κεραίες ενός μόνο παρόχου, του ΟΤΕ, μια υποδομή που λειτουργεί ως μια ενιαία αλυσίδα χωρίς εναλλακτικές διαδρομές ασφάλειας.
Οι προειδοποιήσεις για την εξάρτηση από έναν πάροχο και για την απουσία εφεδρικών μηχανισμών ασφαλείας είχαν καταγραφεί δημόσια. Το πρόβλημα δεν προέκυψε ξαφνικά· ήταν αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που άφησαν την Πολιτική Αεροπορία εκτεθειμένη.
Πίσω από τα τεχνικά ζητήματα προβάλλει ένα βαθύτερο ερώτημα. Γιατί δεν έγιναν οι διαγωνισμοί, ενώ τα χρήματα υπήρχαν; Γιατί παρακάμφθηκαν οι έμπειροι υπάλληλοι των αεροπορικών αρχών; Γιατί καταργήθηκαν οι εποπτικές δομές που προβλέπονταν στις συμβάσεις με τους ιδιώτες;
Οι απαντήσεις που αποφεύγονται δημόσια είναι εκείνες που βαραίνουν τη φιλοσοφία λειτουργίας του ελληνικού κράτους. Ένα κράτος που άλλοτε παραχωρεί, άλλοτε καθυστερεί, άλλοτε αναδιαρθρώνει χωρίς να μεριμνά για τις συνέπειες. Και που στο τέλος αφήνει την ασφάλεια των πτήσεων να εξαρτάται από συστήματα παλαιών προδιαγραφών και ανθρώπους που δεν έχουν τα μέσα για να κάνουν τη δουλειά τους.
Η εικόνα ενός FIR βυθισμένου στο σκοτάδι δεν είναι τυχαία. Είναι αποτέλεσμα μιας πορείας αποδόμησης που ξεκινά από την κορυφή και διαχέεται σε όλο το σύστημα. Η πραγματικότητα που αποκαλύπτεται δεν αφορά μόνο ένα περιστατικό· αφορά ένα κράτος που εκχωρεί διαρκώς κρίσιμες λειτουργίες και που κάθε φορά «ανακαλύπτει» τις συνέπειες όταν πλέον δεν υπάρχει περιθώριο για προληπτικές κινήσεις. Οι προειδοποιήσεις ήταν εκεί, γραμμένες σε ανακοινώσεις εργαζομένων, σε τεχνικά δελτία, σε απαντήσεις που αγνοήθηκαν.
Το FIR Αθηνών έχει επανέλθει σε λειτουργία, όμως η αίσθηση μιας χώρας που περπατά πάνω σε μια λεπτή γραμμή παραμένει. Το περιστατικό ανέδειξε την εύθραυστη κατάσταση των υποδομών, την απόσταση ανάμεσα στην πολιτική διαβεβαίωση και στην πραγματικότητα, και την ανάγκη για πραγματική ανασυγκρότηση σε έναν τομέα από τον οποίο εξαρτάται η ασφάλεια εκατομμυρίων ανθρώπων.
Και το ερώτημα που αιωρείται είναι πόσα ακόμη συστήματα χρειάζεται να σβήσουν για να αναγνωριστεί ότι η Πολιτική Αεροπορία δεν μπορεί να λειτουργεί στον αυτόματο, ούτε με διατάγματα που αγνοούν τις ανάγκες της πραγματικής ασφάλειας.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα