Βρυξέλλες: Προκειμένου να αποτραπεί μια μετωπική σύγκρουση με την Ουάσινγκτον και να αποφευχθεί η επιβολή ακόμα σκληρότερων εμπορικών κυρώσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέλεξε να κινηθεί με προσεκτικούς χειρισμούς. Όπως μεταφέρουν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, υιοθετήθηκε μια στρατηγική «ήπιας γραμμής», η οποία οδήγησε στη διαμόρφωση του προσχεδίου συμφωνίας για τους δασμούς που ανακοινώθηκε την Κυριακή. Παρά τις προσπάθειες αποκλιμάκωσης, η επιλογή αυτή έχει δεχθεί επικρίσεις, με αρκετούς να αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα της παθητικής αυτής προσέγγισης. Ήταν, όμως, εφικτή μια διαφορετική πορεία;
Η προφορική συμφωνία, η οποία επετεύχθη στις 27 Ιουλίου σε έναν κατά τα άλλα απρόσμενο χώρο –ένα γήπεδο γκολφ στο Τέρνμπερι της Σκωτίας, ιδιοκτησίας του πρώην προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ–, δεν προκάλεσε ενθουσιασμό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ορισμένοι Ευρωπαίοι ηγέτες, ανάμεσά τους οι πρωθυπουργοί της Ιρλανδίας και του Βελγίου, αντιμετώπισαν τον νέο συμβιβασμό με συγκρατημένες δηλώσεις και με διάχυτη αίσθηση αναγκαστικής αποδοχής. Σύμφωνα με τη συμφωνία, η πλειοψηφία των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς τις Ηνωμένες Πολιτείες θα υπόκεινται σε δασμούς 15%.
Στη Γερμανία, οι αντιδράσεις κινήθηκαν σε ήπιους τόνους. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, ανήκαν εξαρχής στο στρατόπεδο εκείνων που επιδίωκαν την ταχεία ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων, κρίνοντας ότι μια συμφωνία, έστω και επώδυνη, θα λειτουργούσε υπέρ των μεγάλων ευρωπαϊκών οικονομιών και ειδικότερα της γερμανικής βιομηχανίας.
Ωστόσο, στο Στρασβούργο και στις Βρυξέλλες οι αντιδράσεις δεν ήταν εξίσου συναινετικές. Ο σοσιαλδημοκράτης ευρωβουλευτής Μπερντ Λάνγκε, πρόεδρος της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, χαρακτήρισε τη συμφωνία «κακή», τονίζοντας ότι οι δασμοί 15% αναμένεται να επιφέρουν ζημίες δισεκατομμυρίων ευρώ, πλήττοντας ιδίως τον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας.
Η συμφωνία, η οποία θεωρείται αρνητική για πολλές χώρες της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, είναι το προϊόν μαραθώνιων συζητήσεων, στις οποίες οι Ευρωπαίοι διαπραγματευτές επέλεξαν συνειδητά την οδό της συνεννόησης αντί της ρήξης. Αν και υιοθετήθηκαν αντίμετρα, αυτά περιορίστηκαν σε δασμούς που θα επιβληθούν σε εισαγωγές από τις ΗΠΑ ύψους μόλις 93 δισ. ευρώ – ένα μέγεθος σαφώς μικρότερο από εκείνο των ευρωπαϊκών εξαγωγών που επηρεάζονται.
Παρά τις κατά καιρούς δηλώσεις της Κομισιόν ότι «όλες οι επιλογές παραμένουν στο τραπέζι», η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ενεργοποίησε ποτέ τα πιο ισχυρά μέσα πίεσης που διαθέτει, όπως το «αντικαταναγκαστικό εργαλείο» — μια θεσμοθετημένη διαδικασία που θα της επέτρεπε να επιβάλει περιοριστικά μέτρα, ακόμα και να αποκλείσει αμερικανικές επιχειρήσεις από ευρωπαϊκές αγορές.
Η διαπραγματευτική αυτή στρατηγική, που χαρακτηρίζεται από την αποφυγή αναλήψεως ρίσκου, πυροδότησε εκνευρισμό, ιδίως στη Γαλλία. Το Παρίσι, σταθερός υποστηρικτής μιας πιο αυτόνομης ευρωπαϊκής γραμμής έναντι της Ουάσινγκτον, αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την ατολμία των Βρυξελλών. Ωστόσο, η προσέγγιση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν φαίνεται να αντανακλά τη στάση ενός σημαντικού μέρους των 27 κρατών-μελών.
«Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι είναι μια καλή συμφωνία. Αλλά ποια είναι η εναλλακτική; Είμαστε έτοιμοι να χτυπήσουμε το χέρι στο τραπέζι;», διερωτάται διπλωμάτης από χώρα της Δυτικής Ευρώπης. Η πραγματικότητα είναι πως για περίπου το ένα τρίτο των κρατών-μελών της Ε.Ε., οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να αποτελούν βασικό πυλώνα εθνικής ασφάλειας.
Η μετριοπαθής στάση των Ευρωπαίων εξηγείται από μια σειρά αντικειμενικών παραμέτρων. Πρώτον, η οικονομική εξάρτηση: Οι ΗΠΑ παραμένουν ο σημαντικότερος εξαγωγικός εταίρος της Ε.Ε., με χώρες όπως η Ιρλανδία να εξαρτώνται άμεσα από την αμερικανική αγορά – άνω του 50% της ιρλανδικής παραγωγής εξάγεται στις ΗΠΑ. Για τη Γερμανία, η διακοπή του διατλαντικού εμπορίου θα σήμαινε απώλειες της τάξης των 160 δισ. ευρώ ετησίως.
Δεύτερον, ο παράγοντας ασφάλειας: Οι χώρες της Βαλτικής και άλλα κράτη που βρίσκονται πιο κοντά στη Ρωσία εξακολουθούν να βλέπουν στις Ηνωμένες Πολιτείες την κύρια εγγύηση αποτροπής. Η Λιθουανία, για παράδειγμα, φοβάται ότι η απώλεια των 1.000 Αμερικανών στρατιωτών που σταθμεύουν στο έδαφός της δεν είναι απίθανο σενάριο, καθώς το Πεντάγωνο ετοιμάζεται να επανεξετάσει τη στρατιωτική του παρουσία ανά τον κόσμο.
Η εξάρτηση αυτή δεν είναι πρωτοφανής. Ανάλογη στάση κατευνασμού είχε τηρηθεί και στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στη Χάγη, στα τέλη Ιουνίου, όταν οι Ευρωπαίοι ηγέτες δεσμεύτηκαν, με ένα λογιστικό τέχνασμα, να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ – μια παραχώρηση προς την αμερικανική πλευρά και προσωπικά προς τον Ντόναλντ Τραμπ.
Ένα μήνα αργότερα, οι Βρυξέλλες επέλεξαν και πάλι την αποφυγή της σύγκρουσης. «Η Ε.Ε. εξακολουθεί να δυσκολεύεται να επιβληθεί ως μια πραγματική γεωπολιτική δύναμη», τονίζει η ευρωβουλευτής Μαρί Πιερ Βεντρέν, μέλος της Επιτροπής Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. «Η στήριξη των ΗΠΑ είναι απαραίτητη – αλλά όχι πάση θυσία».
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: Ποια είναι τα όρια της ευρωπαϊκής ανοχής; Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η Ένωση χωρίς να προκαλέσει το μένος της κυβέρνησης Τραμπ;
«Προσήλθαμε στις διαπραγματεύσεις από θέση αδυναμίας. Αν δεν είμαστε έτοιμοι να πούμε “όχι”, θα μας αντιμετωπίζουν ως δεδομένους», προειδοποιεί ο Τζορτζ Ρίκελες, αναλυτής στο European Policy Centre. Οι Ευρωπαίοι, πράγματι, επιχειρούν να μειώσουν την εξάρτησή τους από την Ουάσινγκτον – ενισχύοντας την αμυντική τους αυτονομία και διευρύνοντας τις εξαγωγικές τους αγορές. Όμως, όπως δείχνει η πρόσφατη συμφωνία, ο δρόμος προς μια πραγματικά ανεξάρτητη ευρωπαϊκή στρατηγική θα είναι μακρύς και απαιτητικός.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Αποχώρηση της Μαρίας Καρυστιανού από το Δ.Σ. του Συλλόγου Τεμπών
Όταν οι γιατροί αντικαθίστανται από ένα πρωτόκολλο