Σύνταξη: Πώς η έξοδος με 35ετία μπορεί να κοστίσει έως 255 ευρώ τον μήνα

Η έξοδος στη σύνταξη με πλήρεις προϋποθέσεις, χωρίς ποινή πρόωρης αποχώρησης, δεν εξασφαλίζει πάντοτε το υψηλότερο δυνατό ποσό για τον ασφαλισμένο. Σε αρκετές περιπτώσεις, η συνταξιοδότηση πριν από τη συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης μπορεί να οδηγήσει σε μόνιμη απώλεια που φτάνει ακόμη και τα 255 ευρώ τον μήνα.

Το γεγονός ότι κάποιος αποχωρεί χωρίς πέναλτι, με λιγότερα από 40 χρόνια ασφάλισης, δεν σημαίνει ότι έχει αξιοποιήσει πλήρως όλες τις δυνατότητες για καλύτερες αποδοχές κατά τη συνταξιοδότηση. Ένας παλαιός ασφαλισμένος μπορεί να βγει στη σύνταξη με 35ετία στο 62ο έτος της ηλικίας του ή στο 67ο έτος με λιγότερα χρόνια ασφάλισης, λαμβάνοντας πλήρη σύνταξη ως προς τις ηλικιακές προϋποθέσεις.

Ωστόσο, η πλήρης σύνταξη ως δικαίωμα εξόδου δεν ταυτίζεται με τη μέγιστη δυνατή ανταποδοτική σύνταξη. Η κρίσιμη διαφορά βρίσκεται στον τρόπο υπολογισμού του ανταποδοτικού τμήματος, όπως αυτός διαμορφώθηκε με τους νόμους 4387/2016 και 4670/2020.

Γιατί τα 40 χρόνια ασφάλισης κάνουν τη διαφορά

Η ανταποδοτική σύνταξη υπολογίζεται με βάση τα χρόνια ασφάλισης και τον συντάξιμο μισθό. Πέρα από την εθνική σύνταξη, η οποία σήμερα ανέρχεται σε 446 ευρώ με τουλάχιστον 20 έτη ασφάλισης, το τελικό ποσό επηρεάζεται αποφασιστικά από το ποσοστό αναπλήρωσης.

Για να φτάσει ένας ασφαλισμένος στο υψηλότερο επίπεδο ανταποδοτικής σύνταξης, πρέπει να συμπληρώσει 40 χρόνια ασφάλισης. Με 35ετία μπορεί να αποφύγει τη μειωμένη σύνταξη και την ποινή 6% επί της εθνικής σύνταξης για κάθε έτος πρόωρης εξόδου, όμως δεν λαμβάνει το ανώτερο ποσοστό αναπλήρωσης.

Έτσι, όποιος θέλει να αυξήσει την ανταποδοτική του σύνταξη έχει δύο βασικές επιλογές: να παραμείνει στην εργασία και στην ασφάλιση έως τη συμπλήρωση 40 ετών ή να προχωρήσει σε αναγνώριση πλασματικών ετών. Η δεύτερη επιλογή έχει κόστος, αν και το ποσό που καταβάλλεται για την αναγνώριση εκπίπτει φορολογικά.

Η μηνιαία απώλεια ανάλογα με τον συντάξιμο μισθό

Η διαφορά ανάμεσα στη συνταξιοδότηση με 35 χρόνια και στη συνταξιοδότηση με 40 χρόνια ασφάλισης μπορεί να είναι ιδιαίτερα σημαντική. Για κάθε 1.000 ευρώ συντάξιμου μισθού, η απώλεια μπορεί να φτάσει τα 127 ευρώ τον μήνα. Με μέσο συντάξιμο μισθό 2.000 ευρώ, η μηνιαία απώλεια διαμορφώνεται περίπου στα 255 ευρώ, ποσό που ακολουθεί τον ασφαλισμένο σε όλη τη διάρκεια της συνταξιοδοτικής του ζωής.

Το αρχικό αυτό μειωμένο κλάσμα της ανταποδοτικής σύνταξης δεν διορθώνεται ουσιαστικά ακόμη και αν ο συνταξιούχος εργαστεί μετά τη συνταξιοδότησή του. Η απασχόληση μπορεί να οδηγήσει σε μικρή προσαύξηση, όμως δεν ανατρέπει τον αρχικό υπολογισμό που έγινε με λιγότερα από 40 έτη ασφάλισης.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση παλαιών ασφαλισμένων σε Ειδικά Ταμεία ΔΕΚΟ και τραπεζών, οι οποίοι είχαν θεμελιώσει δικαίωμα εξόδου με 25ετία την περίοδο 2010-2012 και στη συνέχεια αποχώρησαν από τις επιχειρήσεις μέσω εθελούσιων προγραμμάτων, όπως σε τράπεζες ή στα ΕΛΤΑ.

Αν οι ασφαλισμένοι αυτοί συνταξιοδοτηθούν σήμερα στο 62ο έτος με 35ετία, όπως δικαιούνται, μπορεί να έχουν απώλεια έως και 381 ευρώ τον μήνα, εφόσον ο μέσος συντάξιμος μισθός της περιόδου 2002-2024 ανέρχεται στα 3.000 ευρώ. Η αιτία βρίσκεται στη μεγάλη διαφορά του ποσοστού αναπλήρωσης: με 35 έτη ασφάλισης ανέρχεται σε 37,31%, ενώ με 40 έτη φτάνει το 50,01%.

Πλασματικά έτη και στρατιωτική θητεία

Ακόμη και όταν υπάρχει θεμελίωση με ευνοϊκότερο καθεστώς, οι ασφαλισμένοι έχουν συμφέρον να συγκεντρώνουν όσο το δυνατόν περισσότερα χρόνια ασφάλισης. Όσο αυξάνονται τα έτη, τόσο βελτιώνεται το ποσοστό ανταπόδοσης και, κατά συνέπεια, το τελικό ποσό της σύνταξης.

Σε αρκετές περιπτώσεις, η αναγνώριση πλασματικών ετών μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη. Ιδιαίτερα η αναγνώριση της στρατιωτικής θητείας θεωρείται συμφέρουσα επιλογή, καθώς 20 μήνες θητείας μπορούν να οδηγήσουν σε αναγνώριση δύο πλασματικών ετών.

Αυτό συμβαίνει επειδή για τη στρατιωτική θητεία υπολογίζονται 30 ημέρες ανά μήνα, ενώ ο ΕΦΚΑ απαιτεί 25 ημέρες για την αναγνώριση ενός ασφαλιστικού μήνα και 300 ημέρες για ένα πλήρες πλασματικό έτος. Με αυτόν τον τρόπο, η αναγνώριση στρατιωτικής θητείας λειτουργεί πρακτικά με «έκπτωση» 20%.

Η ανάλυση αυτή αφορά περιπτώσεις πλήρους συνταξιοδότησης με λιγότερα από 40 χρόνια ασφάλισης και όχι περιπτώσεις εξόδου με 15ετία ή μειωμένη σύνταξη, όπου εφαρμόζεται ποινή 6% για κάθε έτος πρόωρης αποχώρησης επί της εθνικής σύνταξης.