Τα «κρυφά» κόστη των μέτρων της ΔΕΘ και το διευρυνόμενο κοινωνικό χάσμα
Το πακέτο των 2,2 δισ. ευρώ που παρουσίασε ο πρωθυπουργός στη φετινή ΔΕΘ προβλήθηκε ως μεγάλη δέσμη ενισχύσεων και ελαφρύνσεων. Στην πράξη, όμως, η εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη, καθώς σημαντικό μέρος των μέτρων είτε δεν κατευθύνεται στις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες είτε αφορά μεταφορά φορολογικών υποχρεώσεων σε μεταγενέστερο χρόνο.
Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι εξαγγελίες δύσκολα δημιουργούν αίσθηση ουσιαστικής βελτίωσης για όσους βρίσκονται στη βάση της εισοδηματικής πυραμίδας. Οι χαμηλόμισθοι, οι χαμηλοσυνταξιούχοι, οι οικογένειες που εξαρτώνται από επιδόματα και οι μικροί επαγγελματίες καλούνται να υπολογίσουν κέρδη και απώλειες ταυτόχρονα, χωρίς να προκύπτει σε όλες τις περιπτώσεις καθαρό όφελος.
Η δημοσκοπική επίδραση αυτών των παρεμβάσεων παραμένει επομένως αμφίβολη. Δίπλα στα μέτρα δεν διακρίνεται ένα συνολικό σχέδιο που να δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας για τη νέα γενιά ή να αντιμετωπίζει αποφασιστικά το αυξημένο κόστος ζωής.
Μισθοί, συντάξεις και επιδόματα με περιορισμένο καθαρό όφελος
Οι εργαζόμενοι που αμείβονται με τον βασικό μισθό θα περιμένουν μέχρι τον Απρίλιο του 2027 για αύξηση περίπου 30 ευρώ, από τα οποία ένα μέρος θα απορροφηθεί από κρατήσεις. Η ουσιαστική αναπροσαρμογή των κατώτατων αποδοχών, ώστε να αντιμετωπιστεί η ακρίβεια, φαίνεται να περιορίστηκε από τις αντοχές των μικρών επιχειρήσεων.
Το αποτέλεσμα είναι ότι οι μισθωτοί παραμένουν πιεσμένοι ανάμεσα σε υψηλές τιμές, ενεργειακό κόστος και περιορισμένες αυξήσεις, την ώρα που το κράτος εξακολουθεί να στηρίζεται σε υψηλά φορολογικά έσοδα.
Στους συνταξιούχους, οι χαμηλοσυνταξιούχοι προβλέπεται να λάβουν πρόσθετη ενίσχυση 100 ευρώ τον Νοέμβριο, ενώ τον Απρίλιο είχαν ανακοινωθεί 300 ευρώ. Για τους υπόλοιπους συνταξιούχους προβλέπεται ποσό 400 ευρώ ανεξαρτήτως εισοδήματος, με το ηλικιακό όριο των 65 ετών να παραμένει βασική προϋπόθεση.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στην περίπτωση των τρίτεκνων οικογενειών. Το αφορολόγητο όριο των 20.000 ευρώ μπορεί να δημιουργεί όφελος στη φορολογία, όμως μια μικρή αύξηση του δηλωμένου εισοδήματος ενδέχεται να οδηγήσει σε μείωση των επιδομάτων τέκνων.
Αντίστοιχο είναι το πρόβλημα για οικογένειες και ελεύθερους επαγγελματίες που βρίσκονται κοντά στα εισοδηματικά όρια. Ένα φορολογικό όφελος μπορεί να συνοδεύεται από χαμηλότερη επιδότηση, με αποτέλεσμα το τελικό ετήσιο ισοζύγιο να είναι μικρότερο από όσο εμφανίζεται αρχικά.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα οικογένειας που πλήρωνε περίπου 640 ευρώ φόρο τον χρόνο και μπορεί να χάσει έως 40 ευρώ τον μήνα από το επίδομα τέκνων, δηλαδή περίπου 480 ευρώ σε ετήσια βάση.
Περιορισμένο είναι και το άμεσο όφελος από τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα. Στο επίπεδο του βασικού μισθού αντιστοιχεί σε περίπου 4,6 ευρώ τον μήνα για τον εργαζόμενο, ενώ η μείωση των εισφορών επηρεάζει παράλληλα τα έσοδα του ΕΦΚΑ.
Την ίδια στιγμή, υψηλόμισθος των 5.000 ευρώ μπορεί να κερδίζει περίπου 25 ευρώ τον μήνα από τη μείωση των εισφορών, γεγονός που ενισχύει την κριτική ότι οι παρεμβάσεις δεν είναι πάντοτε στοχευμένες προς τα χαμηλότερα εισοδήματα.
Φορολογικές μεταθέσεις και κοινωνικές ανισορροπίες
Η μείωση της προκαταβολής φόρου για τους ελεύθερους επαγγελματίες αποτελεί περισσότερο μεταφορά φορολογικής επιβάρυνσης στον χρόνο παρά μόνιμη ελάφρυνση.
Οι επιχειρήσεις ενδέχεται να διατηρήσουν έως 350 εκατ. ευρώ στα ταμεία τους μέσα στο 2027, όμως τα ποσά αυτά θα πρέπει να καταβληθούν το 2028 μέσω συμψηφισμού, εφόσον τα οικονομικά αποτελέσματα παραμείνουν στα ίδια επίπεδα.
Ανάλογα προβλήματα εμφανίζονται και στις πολιτικές αποταμίευσης για τα παιδιά. Οικογένειες με χαμηλό εισόδημα που αδυνατούν να αποταμιεύουν 2.400 ευρώ κάθε χρόνο δεν μπορούν στην πράξη να αξιοποιήσουν σχήματα που προϋποθέτουν συστηματική ιδιωτική αποταμίευση μέχρι την ενηλικίωση των παιδιών τους.
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι οι πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες δεν βρίσκονται στον πυρήνα των παρεμβάσεων. Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική σημασία όταν συνδυάζεται με την περιορισμένη αναφορά στους συνταξιούχους και στις ομάδες που έχουν υποστεί τη μεγαλύτερη πίεση από την ακρίβεια.
Η εξήγηση μπορεί να βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η πολιτική πίεση. Οι πιο φτωχές κοινωνικές ομάδες έχουν μικρότερη δυνατότητα οργανωμένης παρέμβασης και περιορισμένη επιρροή στη διαμόρφωση της δημόσιας ατζέντας.
Αντίθετα, κατηγορίες που έχουν ισχυρή οργανωμένη παρουσία και μπορούν να ασκήσουν πραγματική πίεση εμφανίζονται συχνά να πετυχαίνουν περισσότερες παραχωρήσεις. Το παράδειγμα των αγροτών και των πολυήμερων κινητοποιήσεων του 2026 είναι ενδεικτικό αυτής της δυναμικής.
Το αποτέλεσμα είναι ένα κοινωνικό χάσμα που κινδυνεύει να διευρυνθεί περισσότερο ανάμεσα στις πολύ χαμηλές εισοδηματικές ομάδες και στο ανώτερο 10% των εισοδημάτων.
Αρχικά ως αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών και στη συνέχεια ως συνέπεια αδράνειας, η απόσταση μεταξύ όσων έχουν τη δυνατότητα να απορροφήσουν τις αυξήσεις και όσων εξαρτώνται από κάθε ευρώ επιδόματος ή μισθού παραμένει μεγάλη.
Η δημόσια δυσαρέσκεια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορεί να καταγράφει την πίεση, δεν αρκεί όμως από μόνη της για να μεταβάλει τις προτεραιότητες της οικονομικής πολιτικής. Οι αριθμοί της ΔΕΘ μπορεί να είναι μεγάλοι. Το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιοι τελικά βλέπουν πραγματικό χρήμα στην καθημερινότητά τους.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Μπέσεντ: Έχω πλεονέκτημα στις παρεμβάσεις για το γεν
Γεραπετρίτης: «Έτοιμοι να απαντήσουμε στο πεδίο» – Μήνυμα προς την Τουρκία