13 Ιανουαρίου 2026

Τα παγκόσμια κέντρα εξουσίας μετατρέπουν τρόφιμα και νερό σε όπλα ελέγχου

Ο αγώνας των γεωργών και των κτηνοτρόφων αποκτά νέα δυναμική σε όλη την Ευρώπη. Η ένταση αυξάνεται, καθώς οι επόμενοι μήνες θεωρούνται καθοριστικοί για το μέλλον των κοινωνιών. Στην πρώτη γραμμή αυτού του αγώνα προβάλλει η διεκδίκηση της ελευθερίας και της ποιότητας ζωής των επόμενων γενεών. Οι άνθρωποι της γης δεν περιγράφουν μόνο μια μάχη επιβίωσης. Διατυπώνουν μια συλλογική υπενθύμιση ότι στηρίζουν ολόκληρη την κοινωνική συνοχή, διατηρούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και υπερασπίζονται θεμελιώδη αγαθά που επηρεάζουν όλους.

Οι πιέσεις που δέχονται παρουσιάζονται ως αμείλικτες. Το πλαίσιο πολιτικών αποφάσεων που συγκροτείται γύρω τους εκλαμβάνεται ως μονοδρομικό, με στόχο έναν βαθύ μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου. Στο κέντρο αυτής της αντίληψης τοποθετούνται τα παγκόσμια κέντρα εξουσίας, τα οποία φέρονται να έχουν προαποφασίσει την πλήρη αναδιάταξη της αγροτικής δραστηριότητας. Η διαδικασία, όπως παρουσιάζεται, δεν αποσκοπεί μόνο στον έλεγχο των διατροφικών πόρων αλλά στην πλήρη ιδιοποίησή τους και στην αξιοποίησή τους ως μοχλών επιβολής.

Ιδιαίτερη θέση έχει η άποψη πως η ιδιωτική γεωργία και κτηνοτροφία οδηγούνται συστηματικά σε συρρίκνωση. Σύμφωνα με αυτήν, η μελλοντική παραγωγή τροφίμων δεν θα βρίσκεται στα χέρια των ανθρώπων της υπαίθρου, αλλά στις δομές ισχύος που καθοδηγούν την παγκόσμια οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο ισχυρισμός ότι οικογένειες οικονομικής επιρροής, όπως οι Ρότσιλντ, ελέγχουν πλέον μεγάλο μέρος των σπόρων δημητριακών σε παγκόσμιο επίπεδο. Παράλληλα καταγράφεται η πρακτική των πατενταρισμένων σπόρων με ειδικά δελτία αναγνώρισης, ως προϋπόθεση για τις επιδοτήσεις. Οι αγρότες θεωρούν ότι η εξάρτηση από πατενταρισμένο γενετικό υλικό περιορίζει την αυτονομία τους και ενισχύει την οικονομική εξάρτηση.

Η αφήγηση αυτής της πορείας συνδέεται με ιστορικές αναφορές. Από το 1924 ο τότε δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Τζον Φράνσις Χάιλαν, είχε περιγράψει τη Γουόλ Στριτ ως κέντρο σχεδιασμών που καθορίζει πολιτικές και οικονομικές ισορροπίες, διαμορφώνοντας ακόμη και το εύρος της ανθρώπινης καθημερινότητας. Οι αναφορές σε τέτοιες παλαιότερες προειδοποιήσεις υπογραμμίζουν την άποψη ότι τα δίκτυα επιρροής επεκτείνονται επί δεκαετίες και επηρεάζουν σήμερα ακόμη περισσότερο τις εξελίξεις.

Το διεθνές περιβάλλον της εποχής χρησιμοποιείται συχνά για να αναδειχθεί το μέγεθος του προβληματισμού. Η στάση των ΗΠΑ απέναντι σε χώρες όπως η Βενεζουέλα, η Κούβα ή το Μεξικό καταγράφεται ως χαρακτηριστικό παράδειγμα επιβολής. Η πολιτική Τραμπ εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο, με τις αμερικανικές πιέσεις να παρουσιάζονται ως παραλλαγή ενός ευρύτερου μηχανισμού δύναμης που υπερβαίνει τα σύνορα.

Ο ρόλος των αγροτών διευρύνεται και συνδέεται με τον κύκλο του ρουχισμού. Οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι δεν διασφαλίζουν μόνο την τροφή αλλά και τις πρώτες ύλες του ενδύματος: βαμβάκι, μαλλί, δέρμα. Η ποιότητα των τροφίμων και των ενδυμάτων αποδίδεται στην ποιότητα του νερού. Γι’ αυτό ο έλεγχος του υδάτινου αποθέματος θεωρείται βασικό ζητούμενο για εκείνους που επιδιώκουν συγκέντρωση ισχύος. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο φόβος ότι ο ιδιωτικός τομέας θα αποκτήσει πλήρη διαχείριση των υδάτινων πόρων.

Η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του 1948 αναφέρεται ως θεμέλιο που προέβλεπε δικαίωμα σε τροφή, ένδυση, στέγαση, νερό και ιατρική φροντίδα. Η σύγκριση με το σήμερα προκαλεί το συμπέρασμα ότι αυτές οι αρχές έχουν υποχωρήσει. Η σύγχρονη τεχνολογική εξουσία εμφανίζεται ως πλαίσιο όπου ενισχύονται εργαλεία επιτήρησης και ελέγχου. Η έννοια του «τεχνοφασισμού» χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα σύστημα στο οποίο τα τεχνολογικά μέσα μπορούν να καταστούν μέσα υποταγής.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στα αποτελέσματα που μπορεί να έχει η στέρηση τροφής και νερού. Αναφορές σε πειράματα των ναζιστικών στρατοπέδων χρησιμοποιούνται ως τεκμήριο ότι η πείνα οδηγεί σε μονοδιάστατη σκέψη και σε πνευματική αποδυνάμωση. Παράλληλα γίνεται αναφορά στη φθορίωση του νερού, περιγράφοντας τη χρήση της ως μέθοδο καταστολής κρατουμένων. Η σημερινή παρουσία φθορίου σε διάφορα προϊόντα παρουσιάζεται ως παράγοντας που ενδέχεται να επηρεάζει ευρύτερα τον πληθυσμό.

Στο δημόσιο διάλογο βρίσκεται πλέον έντονα και η ανησυχία για την έλλειψη πόσιμου ύδατος. Η δήλωση του Προέδρου της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν ότι η Τεχεράνη θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σενάρια εκκένωσης λόγω υδατικών ελλείψεων προβάλλεται ως ενδεικτική της διεθνούς κρισιμότητας. Στην ίδια θεματική εντάσσονται και αναφορές στον ισχυρισμό ότι τα νερά μολύνονται με βάριο, με βάση μετρήσεις που παρουσιάζουν αυξημένα επίπεδα τοξικότητας.

Οι πιέσεις που ασκούνται μέσω της ακρίβειας στα τρόφιμα αποτελούν ακόμη έναν παράγοντα που καταγράφεται ως μέσο ελέγχου. Η δυσκολία πρόσβασης σε βασικά είδη τροφής θεωρείται μορφή τεχνητής έλλειψης. Η πραγματικότητα των νοικοκυριών δεν αποτυπώνεται στα ράφια των υπεραγορών αλλά στην καθημερινή διατροφή. Σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, αναφέρονται περιστατικά εκτεταμένων αποθεμάτων τροφίμων από πολίτες που αναμένουν δυσκολότερες συνθήκες. Η αρμοδιότητα της FEMA για κατάσχεση ιδιωτικών προμηθειών περιγράφεται ως επιβεβαίωση της κρατικής ισχύος σε περιόδους κρίσης.

Για τη χρήση της τροφής και του νερού ως εργαλείων πληθυσμιακού ελέγχου, προβάλλονται μαρτυρίες από πρόσωπα που παρουσιάζονται ως γνώστες εσωτερικών σχεδιασμών. Από το 1969 διατυπώνονται προειδοποιήσεις ότι η ελίτ θα επιδιώξει να καταστήσει παράνομη την ιδιωτική παραγωγή τροφίμων στο όνομα της δημόσιας υγείας. Σε αυτό το αφήγημα εντάσσεται και το «Πρώτο Μυστικό Σύμφωνο», το οποίο περιγράφει συστηματική δηλητηρίαση μέσω τροφής, αέρα και νερού.

Ο διωγμός που καταγγέλλεται ότι υφίστανται οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι παρουσιάζεται ως προάγγελος μιας παγκόσμιας επισιτιστικής κρίσης. Η πείνα θεωρείται παράγοντας ικανός να προκαλέσει κοινωνικό χάος και πλήρη αποσταθεροποίηση κρατών. Σε αυτή τη συλλογιστική η πείνα δεν αποτελεί μόνο κοινωνική τραγωδία αλλά και μέθοδο χειραγώγησης. Η άποψη ότι η ελίτ επιδιώκει την εκδήλωση ανεξέλεγκτης αναρχίας συνδέεται με το επιχείρημα πως οι αναταράξεις διευκολύνουν την επιβολή ενός νέου συστήματος παγκόσμιας διακυβέρνησης.

Η ιστορική διαδρομή παρατίθεται ως παράδειγμα ότι η έλλειψη τροφίμων υπήρξε πολλές φορές καταλύτης πολιτικών εξελίξεων. Η Γαλλική Επανάσταση αναφέρεται ως κλασική περίπτωση κοινωνικής έκρηξης μέσω επισιτιστικής πίεσης. Παράλληλα χρησιμοποιείται το παράδειγμα της υποχώρησης του στρατού του Ναπολέοντα από τη Μόσχα, όπου η διακοπή της τροφοδοσίας φέρεται να οδήγησε σε αποδεκατισμό δυνάμεων. Η ανάμειξη οικονομικών παραγόντων και κρυφών δικτύων επιρροής εντάσσεται στο πλαίσιο που περιγράφει τη διαχρονική χρήση της τροφής ως μέσου συντριβής αντιπάλων.

Στο ίδιο ιστορικό τόξο εντάσσεται και το περιστατικό του 1917, όταν μέλη μυστικών ομάδων όπως ο Μπουμλίκωφ παρουσιάζονται να σταμάτησαν τρένα που μετέφεραν τρόφιμα στην Αγία Πετρούπολη. Το γεγονός αυτό, όπως παρουσιάζεται, λειτούργησε ως σπινθήρας για την κοινωνική αναταραχή που ξέσπασε στη ρωσική πρωτεύουσα. Η παράθεση τέτοιων παραδειγμάτων αποσκοπεί να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η στέρηση τροφίμων ενισχύει την αποσταθεροποίηση.

Η σημερινή αγροτική κοινωνία εμφανίζεται ως εμπόδιο για όσους επιδιώκουν πλήρη έλεγχο της παραγωγής. Οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι διαθέτουν πρακτική γνώση καλλιέργειας και εκτροφής, γνώση που θεωρείται απειλή για κάθε μηχανισμό συγκεντρωτικής εξουσίας. Η παρουσία τους στην ύπαιθρο, η αυτάρκεια που εξασφαλίζουν και η δυνατότητα ανεξάρτητης παραγωγής τροφίμων περιγράφονται ως στοιχεία που δυσχεραίνουν τα σχέδια παγκόσμιου ελέγχου. Για αυτόν τον λόγο, όπως υποστηρίζουν όσοι υιοθετούν αυτή την οπτική, επιχειρείται η σταδιακή τους μετακίνηση στις πόλεις μέσα από εξοντωτικές πολιτικές και οικονομικές πιέσεις.

Η νέα γενιά παρουσιάζεται να στερείται βασικών γνώσεων για τη φύση και την καλλιέργεια της γης. Η αδυναμία διάκρισης ενός φυτού από ένα δέντρο χρησιμοποιείται ως συμβολικό παράδειγμα απομάκρυνσης από την παραγωγική πραγματικότητα. Η ανησυχία επικεντρώνεται στην απώλεια της σύνδεσης με την τροφή και στους κινδύνους για την επιβίωση μιας κοινωνίας που εξαρτάται εντελώς από κεντρικούς μηχανισμούς διανομής. Η προτροπή που απευθύνεται στη νεότερη γενιά είναι να αντιληφθεί το βάθος της κρίσης και να διεκδικήσει συνειδητά το μέλλον της, θεωρώντας ότι η αδράνεια δεν εξασφαλίζει προστασία.

Η ένταση μεταξύ κυβερνήσεων και αγροτών κορυφώθηκε σε περίοδο πολλαπλών κοινωνικών και οικονομικών πιέσεων: ακρίβεια, μεταναστευτικές ροές, μεταρρυθμίσεις στην ταυτοποίηση των πολιτών, περιορισμοί δικαιωμάτων. Η ταυτόχρονη εμφάνιση τόσων προβλημάτων ερμηνεύεται ως μηχανισμός κόπωσης του πληθυσμού. Όσο ο λαός βρίσκεται σε κατάσταση εξουθένωσης, μειώνεται η δυνατότητα αντίδρασης. Αυτό το φαινόμενο παρουσιάζεται ως ένα πεδίο το οποίο οι κυβερνήσεις αξιοποιούν για να προωθήσουν αλλαγές με μειωμένη κοινωνική αντίσταση.

Το απόφθεγμα του Λένιν για τη δοκιμή των αντιδράσεων μέσω «τρυπήματος με ξιφολόγχη» χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη στρατηγική που αποδίδεται στα σύγχρονα κράτη. Η λαϊκή αδυναμία αντίστασης, ιδιαίτερα κατά τη μνημονιακή περίοδο, θεωρείται ότι ενθάρρυνε την προώθηση σκληρών πολιτικών μέτρων. Όταν ο λαός παρουσιάζεται εξαντλημένος, οι εξουσίες προχωρούν στα σχέδιά τους χωρίς αναστολές. Η αντοχή των αγροτών στην τρέχουσα σύγκρουση περιγράφεται ως κεντρική δοκιμασία για την εξέλιξη της κοινωνίας.

Η προειδοποίηση επαναλαμβάνεται με έμφαση: Αν οι αγρότες υποχωρήσουν, η κοινωνία θα βρεθεί εκτεθειμένη σε ένα σύστημα όπου η παραγωγή τροφής ελέγχεται πλήρως από εξωτερικά κέντρα. Αν δεν υποχωρήσουν, η σύγκρουση ενδέχεται να κλιμακωθεί, με συνέπειες που θα επηρεάσουν όλους. Η κατάσταση παρουσιάζεται ως δίλημμα χωρίς εύκολη διαφυγή.

Η καταληκτική θέση συνοψίζεται στη φράση ότι η λύση δεν βρίσκεται στον αφανισμό των αγροτών, αλλά στην υπέρβαση ενός κρατικού μορφώματος που θεωρείται ανίκανο να προστατεύσει την κοινωνία. Η μεταφορά του «λύκου μέσα στο μαντρί» χρησιμοποιείται για να περιγράψει την πεποίθηση ότι ο κίνδυνος δεν προέρχεται από εξωτερικούς παράγοντες αλλά από τις ίδιες τις διοικήσεις που εφαρμόζουν τις επικριμένες πολιτικές. Η προάσπιση των αγροτών αναδεικνύεται έτσι ως πράξη αυτοπροστασίας ολόκληρης της κοινωνίας.

Σήμερα, οι μικροί αγρότες και κτηνοτρόφοι διώκονται και θα διώκονται έως αφανισμού και για έναν άλλο λόγο ο οποίος είναι επικίνδυνος για τους εξουσιαστές. Έχουν γνώσεις παραγωγής τροφίμων. Γι’ αυτό πρέπει να τους «φυλακίσουν» σε μία πόλη δίνοντάς τους επιδόματα συντήρησης. Η νέα γενιά, που δεν μπορεί να ξεχωρίσει μια καρπουζιά από έναν πλάτανο, δεν μπορεί να εκτιμήσει την κρισιμότητα της καταστάσεως και τους κινδύνους για την επιβίωσή της, γι αυτό καλά θα κάνει να ενεργοποιήσει την σκέψη και να δράσει αναλόγως. Κανείς δεν θα τους παρέχει οτιδήποτε επειδή έχουν πολλούς φίλους στο φέισμπουκ, αλλά θα πρέπει να διεκδικήσουν το μέλλον τους.

Ο πόλεμος των Κυβερνήσεων στους αγρότες και κτηνοτρόφους κορυφώθηκε την περίοδο της κορύφωσης πολλών προβλημάτων (κοινωνικών, οικονομικών, ορδών εισβολέων, προσωπικός αριθμός και νέες ταυτότητες, κλπ) διότι όταν τα προβλήματα είναι πολλά και μεγάλα ο λαός αδρανοποιείται αποκαμωμένος. Αυτό ακριβώς θέλουν. Αδρανή λαό για να τον «βαράνε» αλύπητα.

Εφαρμόζουν αυτό ακριβώς που είπε ο Λένιν: «Να δοκιμάζεις τρυπώντας με ξιφιλόγχες. Αν συναντήσεις ατσάλι, κάνε πίσω. Αν συναντήσεις χυλό, συνέχισε.»

Με τα μνημόνια ως αρχή είδαν ότι ο λαός ήταν «χυλός» καθηλωμένος σε μακάρια αδράνεια και κάνουν ότι θέλουν. Εάν υποχωρήσουν οι αγρότες, θα έχουμε όλοι πρόβλημα. Αν δεν υποχωρήσουν θα τους κάνουν να υποχωρήσουν με την χρήση βίας και θα έχουμε όλοι πρόβλημα.

Το αφήγημα αυτό συνδέει τις αγροτικές κινητοποιήσεις με μια συνολική μάχη για την ανεξαρτησία, την αυτάρκεια και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Οι γεωργοί και οι κτηνοτρόφοι εμφανίζονται ως τελευταίοι φύλακες ενός τρόπου ζωής που απειλείται από υπερσυγκεντρωτικά σχέδια εξουσίας. Η επιμονή τους ερμηνεύεται όχι μόνο ως επαγγελματική διεκδίκηση αλλά ως προσφορά προς το κοινωνικό σύνολο. Η έκβαση του αγώνα τους αποκτά έτσι χαρακτήρα καθοριστικό για την πορεία της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας κοινωνίας.

Ετικέτες: