13 Ιανουαρίου 2026

Τεχνικές αστοχίες και παρωχημένες υποδομές πίσω από την πρωτοφανή αναστολή λειτουργίας του FIR Αθηνών

Ένα σύνθετο πλέγμα τεχνικών αστοχιών, παρωχημένων τηλεπικοινωνιακών υποδομών και ελλιπούς επιχειρησιακού συντονισμού οδήγησε στην πρωτοφανή αναστολή λειτουργίας του FIR Αθηνών την Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026, σύμφωνα με το επίσημο πόρισμα της Ειδικής Επιτροπής Διερεύνησης.

Το περιστατικό προκάλεσε πλήρη περιορισμό της εναέριας κυκλοφορίας για αρκετές ώρες, με όλες τις πτήσεις να τίθενται υπό καθεστώς zero rate έως ότου αποκατασταθεί η επικοινωνία. Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η διακοπή δεν οφείλεται σε κυβερνοεπίθεση ή εξωτερική παρέμβαση, αλλά σε εσωτερική τεχνική δυσλειτουργία κρίσιμων συστημάτων επικοινωνίας της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ).

Στο πόρισμά της, η Επιτροπή περιγράφει την εμφάνιση «ψηφιακού θορύβου», φαινομένου που προκλήθηκε από ταυτόχρονη αποσυγχρόνιση πολλών πομπών. Αυτό οδήγησε σε υποβάθμιση ή και πλήρη διακοπή κρίσιμων τηλεπικοινωνιακών ζεύξεων, οι οποίες είναι απαραίτητες για την επικοινωνία μεταξύ ελεγκτών και αεροσκαφών, αλλά και για τη διασύνδεση με γειτονικά FIR και διεθνή αεροδρόμια. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το σύστημα Επικοινωνιών Φωνής της ΥΠΑ και οι κρίσιμες τηλεπικοινωνιακές υποδομές που το υποστηρίζουν βασίζονται σε τεχνολογία παρωχημένη, χωρίς υποστήριξη από τον κατασκευαστή, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την αξιοπιστία και τη δυνατότητα παροχής εγγυήσεων λειτουργίας.

Η κρίση εκδηλώθηκε στις 08:58 το πρωί, όταν οι ελεγκτές στα Κέντρα Ελέγχου Περιοχής Αθηνών και Μακεδονίας διαπίστωσαν μαζικό μπλοκάρισμα ραδιοσυχνοτήτων. Έντονος και συνεχής θόρυβος κατέλαβε τις κύριες, τις εφεδρικές και τις συχνότητες έκτακτης ανάγκης, καθιστώντας την επικοινωνία αέρος-εδάφους εξαιρετικά δύσκολη. Στη διάρκεια της ίδιας στιγμής, κατέρρευσαν τηλεπικοινωνιακές ζεύξεις εδάφους-εδάφους, με διακοπές σε τηλεφωνία και στην ανταλλαγή δεδομένων με γειτονικά FIR και αεροδρόμια του εξωτερικού.

Η διαταραχή εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη τη χώρα, ενώ περίπου 80 αεροσκάφη βρίσκονταν ήδη εντός του FIR και δεκάδες άλλα ήταν προγραμματισμένα να εισέλθουν. Η ΥΠΑ ενεργοποίησε τις διαδικασίες έκτακτης ανάγκης και προχώρησε αρχικά σε αναστολή απογειώσεων, για να καταλήξει στη μηδενική χωρητικότητα του εναέριου χώρου, διασφαλίζοντας την ασφάλεια των πτήσεων.

Η Επιτροπή Διερεύνησης επισημαίνει ότι το μπλακάουτ προκλήθηκε από τον αποσυγχρονισμό πολλών ετερογενών τηλεπικοινωνιακών διατάξεων και διεπαφών που καταλήγουν στις εγκαταστάσεις των ΚΕΠΑΘΜ στο Ελληνικό. Ο αποσυγχρονισμός προκάλεσε την ακούσια και συνεχόμενη ενεργοποίηση μεγάλου αριθμού πομπών της ΥΠΑ, οι οποίοι κατέλαβαν κρίσιμες συχνότητες αεροναυτιλίας και απέκλεισαν σημαντικά τμήματα του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος.

Το πρόβλημα επιδεινώθηκε λόγω της φύσης της υφιστάμενης τεχνολογικής υποδομής. Τα συστήματα φωνητικών επικοινωνιών (Voice Communication System – VCS) και τα τηλεπικοινωνιακά κυκλώματα βασίζονται σε τεχνολογία SDH και σε αναλογικά κυκλώματα που έχουν τεθεί εκτός υποστήριξης από τον κατασκευαστή. Το πόρισμα υπενθυμίζει ότι ο ΟΤΕ είχε προειδοποιήσει την ΥΠΑ ήδη από το 2019 για την αδυναμία αυτών των συστημάτων να παρέχουν εγγυήσεις αξιοπιστίας.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην καθυστέρηση διάγνωσης της αιτίας. Η Επιτροπή αναφέρει ότι η έλλειψη τηλεμετρίας από άκρο σε άκρο και η απουσία μηχανισμών καταγραφής σφαλμάτων (log files) δυσκόλεψε την ανάλυση σε πραγματικό χρόνο και την εκ των υστέρων τεχνική εξέταση. Παράλληλα, το κέντρο λειτουργίας του ΟΤΕ εμφάνιζε τα κυκλώματα ως λειτουργικά, ενώ στην πράξη παρουσίαζαν σοβαρές δυσλειτουργίες.

Το πόρισμα επισημαίνει επίσης ότι η συνεργασία ΥΠΑ–ΟΤΕ δεν ήταν επαρκής. Η απουσία κοινού μηχανισμού άμεσης απόκρισης και τυποποιημένων διαδικασιών κρίσης συνέβαλε στη χρονική επιμήκυνση του προβλήματος. Η ομαλή λειτουργία αποκαταστάθηκε αιφνιδιαστικά μετά από επανεκκινήσεις και επαναδρομολόγηση της κίνησης στο δίκτυο κορμού του ΟΤΕ στις 16:53 τοπική ώρα.

Σε ό,τι αφορά την ασφάλεια των πτήσεων, η Επιτροπή τονίζει ότι δεν εντοπίστηκαν ίχνη κυβερνοεπίθεσης ή μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης. Οι έλεγχοι της ΕΕΤΤ απέκλεισαν την ύπαρξη εσκεμμένης εκπομπής από τρίτους. Το περιστατικό κατατάχθηκε στην «πράσινη ζώνη» χαμηλής διακινδύνευσης, χωρίς καταγραφή παραβίασης ελάχιστων διαχωρισμών. Οι διαδικασίες zero rate λειτούργησαν προληπτικά, διασφαλίζοντας ότι κανένα αεροσκάφος δεν εκτέθηκε σε άμεσο κίνδυνο.

Το πόρισμα καταλήγει σε σειρά συστάσεων για την αναβάθμιση της υποδομής και την ενίσχυση της επιχειρησιακής αξιοπιστίας. Προτείνεται η επιτάχυνση της μετάβασης σε τεχνολογία VoIP, με ολοκλήρωση της προμήθειας, εγκατάστασης και θέσης σε λειτουργία του νέου VCS/RCS και των 495 νέων πομποδεκτών. Συνιστάται η θεσμοθέτηση κοινού μηχανισμού άμεσης απόκρισης ΥΠΑ–ΟΤΕ και τυποποιημένων διαδικασιών κρίσεων με τακτικές δοκιμές και εκπαίδευση υπό την εποπτεία της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας.

Η Επιτροπή προτείνει επίσης την ενίσχυση με τηλεμετρία και τηλεχειρισμό, με δυνατότητα εκτέλεσης διαγνωστικών ελέγχων από άκρο σε άκρο στα κρίσιμα σημεία. Επισημαίνεται η ανάγκη αυξημένης εποπτείας ραδιοφάσματος από την ΕΕΤΤ για τον έγκαιρο εντοπισμό παρεμβολών και ανωμαλιών. Τέλος, προτείνεται η μετεγκατάσταση των εγκαταστάσεων ΚΕΠΑΘΜ σε περιβάλλον καταλληλότερο, ώστε να μειωθούν οι συστημικοί επιχειρησιακοί κίνδυνοι και να διασφαλισθεί η αδιάλειπτη και ασφαλής παροχή υπηρεσιών αεροναυτιλίας.

Ετικέτες: