12 Σεπτεμβρίου 2026

Τέμπη: Όταν η τεχνική διερεύνηση ενοχλεί, η Δικαιοσύνη μένει με μισή αλήθεια

Στην υπόθεση της σιδηροδρομικής τραγωδίας των Τεμπών, η σύγκρουση ανάμεσα στην τεχνική διερεύνηση, τη δικαστική αξιολόγηση και την πολιτική διαχείριση εξακολουθεί να γεννά κρίσιμα ερωτήματα. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο ΕΟΔΑΣΑΑΜ, ο θεσμικά αρμόδιος φορέας διερεύνησης αεροπορικών και σιδηροδρομικών ατυχημάτων, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιήθηκαν —ή περιορίστηκαν— τα τεχνικά συμπεράσματα που προέκυψαν για την πυρόσφαιρα και την πυρκαγιά μετά τη σύγκρουση.

Ο ειδικός δικαστικός πραγματογνώμονας πυρκαγιών Βασίλης Κοκοτσάκης περιγράφει μια κατάσταση θεσμικής αντίφασης: από τη μία υπάρχει η ανεξάρτητη τεχνική διερεύνηση ενός εθνικού οργανισμού, από την άλλη η ποινική δικογραφία και οι πραγματογνωμοσύνες που κινούνται σε διαφορετική κατεύθυνση ως προς την αιτία της πυρόσφαιρας.

Ο ΕΟΔΑΣΑΑΜ συστάθηκε με τον Ν. 5014/2023 και έχει ανεξάρτητη αρμοδιότητα να διερευνά τα τεχνικά, επιχειρησιακά και συστημικά αίτια σοβαρών σιδηροδρομικών ατυχημάτων. Ο ρόλος του δεν είναι να αποδίδει ποινικές ευθύνες. Είναι να εντοπίζει τα αίτια και τους κινδύνους για την ασφάλεια των μεταφορών και να διατυπώνει συστάσεις που μπορούν να έχουν επιπτώσεις σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Ακριβώς γι' αυτό η υπόθεση των Τεμπών αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Ένα τεχνικό εύρημα που θα αφορούσε ενδεχόμενη αστοχία συγκεκριμένου σιδηροδρομικού εξοπλισμού δεν θα περιοριζόταν στην ελληνική δικογραφία. Θα μπορούσε να ενεργοποιήσει διαδικασίες αξιολόγησης για την ασφάλεια αντίστοιχου τροχαίου υλικού σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ αποτελεί επίσημο έγγραφο ανεξάρτητης αρχής και διαθέτει αυτοτελή αποδεικτική σημασία. Δεν είναι δικαστική πραγματογνωμοσύνη με τη στενή έννοια του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όμως τα τεχνικά ευρήματά του δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ένα τυπικό έγγραφο χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση.

Όταν μάλιστα υπάρχουν ουσιώδεις αντιφάσεις ανάμεσα σε διαφορετικές πραγματογνωμοσύνες, το ίδιο το άρθρο 197 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προβλέπει τη δυνατότητα νέας πραγματογνωμοσύνης όταν οι διαφορές είναι σημαντικές ή τα συμπεράσματα εμφανίζονται αντιφατικά σε σχέση με άλλα αποδεδειγμένα περιστατικά.

Το έλαιο σιλικόνης και η πυρόσφαιρα

Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία της υπόθεσης αφορά την προέλευση της φονικής πυρόσφαιρας που ακολούθησε τη σύγκρουση των δύο τρένων.

Η επίσημη δικαστική πραγματογνωμοσύνη έχει συνδέσει την έκρηξη και την πυρκαγιά με τη διάσπαση και ανάφλεξη του διηλεκτρικού ελαίου σιλικόνης των μετασχηματιστών.

Η συγκεκριμένη εκδοχή, όμως, έχει αμφισβητηθεί έντονα από τεχνικούς συμβούλους και πραγματογνώμονες. Το έλαιο σιλικόνης χρησιμοποιείται ευρέως ως μονωτικό υγρό και διαθέτει υψηλό σημείο ανάφλεξης. Το κρίσιμο επιστημονικό ζήτημα αφορά κατά πόσο μπορεί, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες του δυστυχήματος, να εξηγήσει την ένταση, τη διάρκεια και τα χαρακτηριστικά της πυρόσφαιρας.

Κατά τον Βασίλη Κοκοτσάκη, μία τέτοια εκδοχή χρειάζεται να αποδεικνύεται με συγκεκριμένα, επαναλήψιμα και ελέγξιμα δεδομένα. Εάν επιβεβαιωνόταν ότι το συγκεκριμένο υλικό μπορεί να προκαλέσει ένα τόσο ακραίο φαινόμενο, τότε θα δημιουργούνταν ευρύτερο ζήτημα ασφάλειας για τον αντίστοιχο σιδηροδρομικό εξοπλισμό.

Ωστόσο, μέχρι σήμερα η συγκεκριμένη εκδοχή παρέμεινε κυρίως μέσα στο πλαίσιο της ελληνικής ποινικής δικογραφίας και δεν έχει γίνει δημόσια γνωστή κάποια αντίστοιχη ευρωπαϊκή διαδικασία ελέγχου της ασφάλειας των μετασχηματιστών ή του συγκεκριμένου μονωτικού υγρού.

Στον αντίποδα βρίσκεται η τεχνική εκδοχή περί παρουσίας εύφλεκτων πτητικών υδρογονανθράκων, όπως ενώσεων της κατηγορίας BTX. Εάν τέτοια παρουσία αποδεικνυόταν με αξιόπιστη και επαναλήψιμη επιστημονική μέθοδο, τότε η έρευνα θα αποκτούσε εντελώς διαφορετικές διαστάσεις.

Θα έμπαιναν στο μικροσκόπιο οι κανόνες μεταφοράς επικίνδυνων υλικών, η πραγματική σύνθεση του φορτίου της εμπορικής αμαξοστοιχίας και ενδεχόμενες διοικητικές ή ποινικές παραβάσεις. Πρόκειται για πεδίο με πολύ μεγαλύτερη εμβέλεια από την αρχική συζήτηση περί ανθρώπινου λάθους.

Και εδώ βρίσκεται η ουσία της παρέμβασης Κοκοτσάκη. Το ζήτημα δεν εξαντλείται στο αν το πόρισμα του ΕΟΔΑΣΑΑΜ υπάρχει μέσα στη δικογραφία. Το κρίσιμο είναι εάν τα τεχνικά του συμπεράσματα αξιολογήθηκαν σε όλο τους το βάθος και αντιπαρατέθηκαν επί ίσοις όροις με τις διαφορετικές πραγματογνωμοσύνες.

Το πόρισμα βρέθηκε μετά την έκδοσή του στο επίκεντρο έντονης θεσμικής αμφισβήτησης. Η διαμάχη για το κεφάλαιο της πυρόσφαιρας οδήγησε σε περαιτέρω έρευνα, παραίτηση του τότε αναπληρωτή προέδρου του Οργανισμού και εισαγγελική διερεύνηση σχετικά με τη διαδικασία διαμόρφωσης συγκεκριμένων συμπερασμάτων.

Η εξέλιξη αυτή είχε ένα πρακτικό αποτέλεσμα: το κρίσιμο κεφάλαιο για την πυρόσφαιρα έχασε σταδιακά το θεσμικό βάρος που είχε αρχικά και μετατράπηκε σε αντικείμενο νέας αμφισβήτησης.

Η αντίφαση που μεταφέρεται πλέον και εκτός Ελλάδας

Ιδιαίτερη σημασία αποκτά και μία άλλη εξέλιξη. Συγγενείς θύματος επέλεξαν να αξιοποιήσουν νομικά την ίδια επίσημη τεχνική εκδοχή που αποδίδει την πυρόσφαιρα στο έλαιο σιλικόνης, στρεφόμενοι δικαστικά κατά της Siemens και της Bayer, μεταξύ άλλων εταιρειών.

Η κίνηση αυτή δημιουργεί μια προφανή θεσμική πίεση. Εφόσον η ελληνική δικαστική έρευνα θεωρεί ότι το έλαιο σιλικόνης συνδέεται αιτιωδώς με τη φονική πυρκαγιά, τότε προκύπτει εύλογο θέμα για την ασφάλεια και την καταλληλότητα του συγκεκριμένου προϊόντος και του εξοπλισμού στον οποίο χρησιμοποιείται.

Μια τέτοια δικαστική διαδικασία μπορεί να υποχρεώσει τις κατασκευάστριες και προμηθεύτριες εταιρείες να τοποθετηθούν επί του βασικού τεχνικού ζητήματος: εάν το προϊόν τους, υπό τις συνθήκες που περιγράφει η επίσημη ελληνική πραγματογνωμοσύνη, μπορεί πράγματι να προκαλέσει ένα φαινόμενο της κλίμακας που καταγράφηκε στα Τέμπη.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η μεγάλη αντίφαση. Μία τεχνική εκδοχή χρησιμοποιείται στο εσωτερικό για να εξηγήσει την πυρόσφαιρα, χωρίς παράλληλα να έχει προκαλέσει —τουλάχιστον δημόσια— αντίστοιχο ευρωπαϊκό συναγερμό για το προϊόν και τον εξοπλισμό.

Στο μεταξύ, σύμφωνα με την παρέμβαση Κοκοτσάκη, στο υφιστάμενο κατηγορητήριο δεν υπάρχει αυτοτελής κατηγορία που να αφορά τον ίδιο τον μηχανισμό πρόκλησης της πυρόσφαιρας και της φωτιάς.

Αυτό σημαίνει ότι η κύρια δίκη μπορεί να εξετάσει τους θανάτους, τους τραυματισμούς και τις συνέπειες της πυρκαγιάς χωρίς η αιτία της πυρόσφαιρας να αποτελεί αυτοτελές ποινικό αντικείμενο με την ίδια ένταση διερεύνησης.

Και αυτή ακριβώς η εξέλιξη δημιουργεί τον μεγαλύτερο θεσμικό κίνδυνο: κρίσιμα τεχνικά ζητήματα να παραμείνουν στο επίπεδο αντικρουόμενων εκθέσεων, χωρίς να φτάσουν ποτέ σε πλήρη και οριστική δικαστική αξιολόγηση.

Η τεχνική διερεύνηση των Τεμπών δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως δευτερεύουσα παράμετρος της υπόθεσης. Η αιτία της πυρόσφαιρας αφορά άμεσα το πώς έχασαν τη ζωή τους άνθρωποι μετά τη σύγκρουση και συνεπώς αγγίζει τον πυρήνα της αναζήτησης της αλήθειας.

Η υπόθεση δεν επιτρέπεται να περιοριστεί σε μια βολική αντιπαράθεση ανάμεσα στο ανθρώπινο λάθος και στις υπηρεσιακές παραλείψεις, εάν παραμένουν ανοιχτά τεχνικά ζητήματα για το φορτίο, την πυρόσφαιρα και τη φωτιά.

Η πολιτεία έχει υποχρέωση να εξαντλήσει κάθε επιστημονική και δικαστική δυνατότητα. Να συγκρουστούν οι διαφορετικές τεχνικές εκδοχές με πραγματικά δεδομένα, εργαστηριακές αναλύσεις, επαναλήψιμες δοκιμές και πλήρη διαφάνεια.

Η εικόνα που περιγράφει ο Βασίλης Κοκοτσάκης είναι βαριά: ένα πόρισμα θεσμικά αρμόδιου οργανισμού κινδυνεύει να περιοριστεί σε ένα ακόμη «αναγνωστέο έγγραφο», ενώ κρίσιμα τεχνικά ζητήματα παραμένουν χωρίς οριστική απάντηση.

Στα Τέμπη, όμως, η τεχνική αλήθεια δεν είναι λεπτομέρεια της δικογραφίας. Είναι προϋπόθεση Δικαιοσύνης. Και όσο οι βασικές αντιφάσεις παραμένουν ανοικτές, τόσο η απαίτηση των οικογενειών και της κοινωνίας για πλήρη διερεύνηση θα παραμένει απολύτως δικαιολογημένη.