Θα έρθει μια στιγμή που δεν θα χρειαστεί κανείς να τον προδώσει. Η προδοσία θα έχει ήδη φωλιάσει μέσα στις ίδιες του τις λέξεις. Θα σταθεί τότε στο εσωτερικό του οικοδομήματος που ο ίδιος ανήγειρε και θα το αντικρίσει άδειο από ουσία, όχι επειδή θα το έχουν ανατινάξει εχθρικά χέρια, αλλά επειδή δεν θα απομένει πια χώρος για την αλήθεια να κατοικήσει μέσα του. Όσα κάποτε τον περιέβαλλαν με κύρος και τον θωράκιζαν θα στραφούν εναντίον του. Η καθαρότητα του ύφους του θα προδίδει ψυχρότητα. Η χαμηλή και ελεγχόμενη φωνή του θα αντηχεί σαν μεταλλικός απόηχος πάνω από συντρίμμια. Η ευπρέπεια της διατύπωσής του θα αποκαλυφθεί ως το τελευταίο καταφύγιο εκείνου που έμαθε να μετονομάζει τον πόνο, ώστε να μη χρειαστεί ποτέ να λογοδοτήσει απέναντί του. Κι όμως, ούτε τότε θα γεννηθεί η ήττα του. Η ήττα του θα έχει συντελεστεί πολύ νωρίτερα. Εκείνη η στιγμή θα είναι μόνο η αποκάλυψή της.
Για χρόνια θα ζει μέσα σε μια βεβαιότητα που θα τον συντηρεί και ταυτόχρονα θα τον ακρωτηριάζει: ότι η εξουσία είναι πρωτίστως τέχνη αποστάσεως, ότι ο άρχων οφείλει να μη λυγίζει, να μη σκύβει υπερβολικά, να μη χαλά τη γεωμετρία της ισχύος του από υπερβολική εγγύτητα προς τον άνθρωπο. Θα εκλάβει αυτή την απόσταση ως δύναμη, ενώ εκεί θα έχει ήδη αρχίσει η πτώση του. Θα μάθει να ακούει τον λαό ως θόρυβο προς διαχείριση, ως πεδίο εφαρμογής, ως μέγεθος πολιτικού κόστους. Οι κραυγές θα καταφτάνουν ως προς αυτόν ήδη καθαρισμένες, περασμένες μέσα από τους σωλήνες του διοικητικού λόγου, μεταφρασμένες σε ποσοστά, δείκτες, αντοχές, καμπύλες φθοράς, περιθώρια απορρόφησης οργής. Και επειδή θα του παραδίδονται έτσι, θα πιστέψει ότι έτσι ακριβώς είναι. Εκεί θα εδράζεται η μεγάλη του τύφλωση: δεν θα παραμορφώνει απλώς την πραγματικότητα, θα έχει εγκατασταθεί ο ίδιος μέσα στην παραμόρφωσή της.
Θα ονομάζει σταθερότητα αυτό που για τους πολλούς θα είναι παρατεταμένη δοκιμασία. Θα ονομάζει μεταρρύθμιση αυτό που θα βαθαίνει τις ρωγμές στο κοινωνικό σώμα. Θα ονομάζει ευθύνη την πειθαρχημένη απαίτηση να συνεχίσουν οι άλλοι να αντέχουν, χωρίς να διαταράσσουν την επιφάνεια της τάξης. Θα ονομάζει ψυχραιμία την άρνησή του να επιτρέψει στο τραύμα να διαρρήξει την πρόσοψη της εξουσίας του. Και κάθε φορά που θα μιλά με αυτόν τον τρόπο, δεν θα ασκεί απλώς πολιτική, θα διαμορφώνει το μέτρο με το οποίο οι άνθρωποι θα εκπαιδεύονται να ανέχονται τη συντριβή τους. Θα μαθαίνουν να αμφιβάλλουν για τον ίδιο τους τον πόνο. Θα μαθαίνουν να τον θεωρούν υπερβολή, αδυναμία, ανωριμότητα, ακατάλληλη συναισθηματικότητα. Θα μαθαίνουν ότι το κράτος αναγνωρίζει μόνο ό,τι μπορεί να παρουσιαστεί δίχως κραυγή. Και έτσι, αργά και σχεδόν ανεπαίσθητα, δεν θα εξουσιάζει μόνο τις ζωές τους, θα εξουσιάζει και τη γλώσσα με την οποία θα προσπαθούν να περιγράψουν όσα έχασαν.
Και κάποτε αυτή η γλώσσα θα σπάσει.
Όχι με θόρυβο.
Τα πιο τρομερά πράγματα αποσυντίθενται εσωτερικά και σιωπηλά. Θα αρχίσουν να επιστρέφουν προς αυτόν όχι πλέον τα επιχειρήματα, αλλά τα ίχνη. Όχι πλέον οι δικαιολογίες, αλλά τα αποτελέσματα. Θα βρεθεί, σαν μέσα σε όραμα ή σαν ενώπιον μιας τελικής δίκης του ίδιου του νου, απέναντι σε όλα όσα κάποτε πέρασαν από το χέρι του ως φάκελος, ως εισήγηση, ως σύσταση, ως ύφος, ως καθυστέρηση, ως αποφυγή ευθύνης, ως παγερή δήλωση πάνω από πένθος που ακόμη έκαιγε. Και τότε δεν θα υπάρχει λέξη ικανή να μεσολαβήσει. Δεν θα υπάρχει καταφύγιο στις συνθήκες, στη συγκυρία, στην κρίση της ιστορίας, σε όσα σωστά ίσως έγιναν. Θα υπάρχει μόνο η γυμνή αναλογία ανάμεσα στο χέρι που δεν άγγιξε ευθέως τη βία και στις ζωές που παραδόθηκαν στη βία αυτού του χεριού μέσω μηχανισμών, παραλείψεων, επιβολών, μετατοπίσεων και περιφρονήσεων.
Τότε θα αναγκαστεί να μάθει εκείνο που τόσα χρόνια απέφευγε: ότι δεν γίνεται λιγότερο ένοχος όποιος δεν κρατά ο ίδιος το εργαλείο της βλάβης, όταν κρατά τον μηχανισμό που τη νομιμοποιεί. Θα αντικρίσει πως το αληθινό σκάνδαλο της εξουσίας δεν βρίσκεται μόνο στην πράξη, αλλά και στην τεχνική της αποστάσεως που της επιτρέπει να παρουσιάζεται αθώα ενώ παράγει ερείπια. Θα αντιληφθεί ότι η βαθύτερη βία του δεν θα ήταν ίσως η άμεση αφαίρεση, αλλά ο τρόπος με τον οποίο θα εξανάγκαζε τους άλλους να ζουν μέσα στην αφαίρεση σαν να πρόκειται για λογικό τίμημα της ομαλότητας. Θα δει ότι ζητούσε θυσίες και ταυτόχρονα ζητούσε σιωπή γύρω από αυτές. Ζητούσε υπομονή και συγχρόνως αξίωνε ευγνωμοσύνη για την επιβολή της. Ζητούσε αντοχή και απαιτούσε να ονομαστεί η αντοχή αρετή, ακόμη και όταν ήταν τέκνο εξάντλησης και φόβου.
Θα γονατίσει τότε όχι απέναντι σε εχθρούς, αλλά απέναντι στη σύνθεση των συνεπειών του. Και το γονάτισμά του δεν θα έχει τίποτε το καθαρτήριο. Δεν θα αποκαταστήσει κανέναν, δεν θα επιστρέψει χαμένους καιρούς, δεν θα αναστήσει εμπιστοσύνες που θρυμματίστηκαν, δεν θα απαλύνει σπίτια που έμαθαν να ζουν μέσα στη μόνιμη στενότητα, δεν θα θεραπεύσει σώματα που εκπαιδεύτηκαν να φοβούνται το ίδιο το αύριο. Θα είναι απλώς η στιγμή κατά την οποία θα του αφαιρεθεί το τελευταίο προνόμιο του ισχυρού: το δικαίωμα να αγνοεί. Διότι ως τότε, ακόμη κι όταν θα ξέρει, δεν θα γνωρίζει αληθινά. Η γνώση του θα είναι λειτουργική, χρήσιμη, εργαλειακή. Θα γνωρίζει για να προλαμβάνει, να διαχειρίζεται, να ελέγχει το ρήγμα. Τότε θα μάθει για να καταρρεύσει. Και εκεί ακριβώς θα αρχίζει η μετάνοιά του.
Αυτή η μετάνοια δεν θα είναι δάκρυ μπροστά σε κοινό. Δεν θα είναι η εύκολη ηθική χειρονομία εκείνου που παραδέχεται ένα μέρος της ενοχής του για να διασώσει το υπόλοιπο του μύθου του.
Θα είναι η βίαιη κατάρρευση αυτού του μύθου.
Θα δει πως ποτέ δεν υπήρξε ο νηφάλιος εγγυητής που φανταζόταν, αλλά ο φορέας ενός ύφους που μετέτρεπε την αλαζονεία σε κρατική μέθοδο. Θα δει πως η ψυχραιμία του υπήρξε συχνά το πιο εκλεπτυσμένο πρόσωπο της περιφρόνησης. Θα δει πως η πίστη του στην αποτελεσματικότητα ξεπλένει μέσα του έναν βαθύ ηθικό ακρωτηριασμό. Θα δει πως κάθε φορά που προστάτευε την εικόνα της εξουσίας του, κάποιος άλλος κατέβαλλε το τίμημα αυτής της προστασίας με φόβο, με κόπωση, με μακρά απελπισία, με εκείνη τη βουβή αίσθηση ότι το κράτος δεν θα σε συναντήσει ποτέ ως πρόσωπο, παρά μόνο ως στοιχείο προς ταξινόμηση.
Και όταν θα επιχειρήσει, έστω αργά, να σκεφτεί ξανά από πού έπρεπε να είχε ξεκινήσει, δεν θα επιστρέψει στα σχέδια, στους δείκτες, στις εξαγγελίες, στις καμπάνιες, στις μεταρρυθμίσεις. Θα επιστρέψει στο μόνο σημείο που εξαρχής παρέκαμψε: στο πρόσωπο. Εκεί θα αντιληφθεί ότι η πρώτη ηθική υποχρέωση της εξουσίας είναι η τρωτότητα, η ικανότητα να επιτρέπεις στην ύπαρξη του άλλου να διαρρηγνύει τη δική σου βεβαιότητα. Θα καταλάβει πολύ αργά ότι η άνεση της εξουσίας είναι το πρώτο σχολείο της βαρβαρότητας, επειδή διδάσκει τον άνθρωπο να μετακινεί ζωές χωρίς να τραυματίζεται από αυτές. Θα δει ότι το κράτος γίνεται τέρας πολύ πριν χτυπήσει, γίνεται τέρας ήδη από τη στιγμή που μιλά με τόση ψυχρότητα ώστε ο χτυπημένος αρχίζει να αμφιβάλλει αν πράγματι χτυπήθηκε.
Η αλήθεια της Ιστορίας, ωστόσο, δεν θα βρίσκεται απλώς στο ότι θα καταλάβει. Θα βρίσκεται στο ότι θα καταλάβει αργά. Και αυτή η αργοπορία θα είναι η ουσία της πτώσης του. Η γνώση θα φτάσει όταν οι λογαριασμοί θα έχουν εξοφληθεί από εκείνους που δεν χρωστούσαν. Όταν οι φωνές που όφειλε να είχε ακούσει θα έχουν ήδη εξαντληθεί από την ίδια την παράκλησή τους. Όταν οι άνθρωποι θα έχουν μάθει να ζουν σε μια κοινωνία όπου η δυσπιστία προς την εξουσία θα έχει πάψει να είναι πολιτική στάση και θα έχει γίνει υπαρξιακό ένστικτο. Όταν η εικόνα του δεν θα μπορεί πια να διασωθεί, επειδή εκείνο που θα έχει χαθεί δεν θα είναι η εικόνα, αλλά η ίδια η δυνατότητα να κυβερνά κανείς χωρίς να συντρίβει το μέτρο των ζωών που κυβερνά. Τότε θα καταλάβει ότι στο τέλος δεν απομένει ούτε το αξίωμα ούτε οι σύμμαχοι ούτε οι σύμβουλοι ούτε τα επικοινωνιακά τεχνάσματα ούτε οι παρατάξεις ούτε οι μηχανισμοί αναπαραγωγής του κύρους.
Θα απομένει μόνο ό,τι έκανε στους ανθρώπους. Ό,τι τους αφαίρεσε. Ό,τι τους ζήτησε να αντέξουν για να διατηρηθεί ο ίδιος αλώβητος. Ό,τι τους επέβαλε να θεωρούν φυσικό ενώ ήταν βαθιά άδικο. Ό,τι σκέπασε με καθαρές λέξεις ώστε να μη φανερωθεί ποτέ το αληθινό του όνομα.
Και τότε, αν θα απομείνει μία μόνη λέξη που πράγματι θα του ανήκει, δεν θα είναι καμία από εκείνες με τις οποίες περιέβαλε τον εαυτό του όσο κυβερνούσε. Δεν θα είναι ηγέτης. Δεν θα είναι εκσυγχρονιστής. Δεν θα είναι μεταρρυθμιστής. Δεν θα είναι εγγυητής.
Θα είναι μόνο υπεύθυνος.
Και αυτή η λέξη, όταν ειπωθεί αληθινά, δεν θα λυτρώνει.
Θα γονατίζει.
Δεν θα σώζει.
Θα αφαιρεί και το τελευταίο κάλυμμα από τον άνθρωπο που κάποτε πίστεψε ότι μπορεί να σταθεί επάνω από έναν λαό χωρίς να λογοδοτήσει στο βάθος του πόνου του. Και αυτή ακριβώς θα είναι η κρίση του: ότι θα δει.
Ότι θα δει και δεν θα απομένει πια τίποτε να τον προστατεύσει από όσα είδε.
Πιο Δημοφιλή
Μαρτυρία στο ΕΡΤnews επαναπατρισθέντος από το Ντουμπάι
Πιο Πρόσφατα