Το Δημόσιο επιστρέφει στην κομματική πελατεία: Μπόνους, συνεντεύξεις και «αξιολόγηση» κατά βούληση
Έντονες αντιδράσεις προκαλεί το νέο σχέδιο νόμου του υπουργείου Εσωτερικών για τη βαθμολογική εξέλιξη και την επιλογή προϊσταμένων στο Δημόσιο, με συνδικαλιστικούς φορείς και αντιπολιτευτικές δυνάμεις να καταγγέλλουν ότι οι προωθούμενες αλλαγές ανοίγουν επικίνδυνα περιθώρια για κομματικές παρεμβάσεις, ευνοιοκρατία και επιλεκτικές προαγωγές.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και ο χρόνος που επέλεξε η κυβέρνηση για τη δημόσια διαβούλευση. Το σχέδιο νόμου τέθηκε σε διαβούλευση μέσα στον Αύγουστο και η διαδικασία προβλέπεται να ολοκληρωθεί σε μόλις 17 ημέρες, γεγονός που ενισχύει τις καταγγελίες περί εσπευσμένης νομοθέτησης σε μια περίοδο περιορισμένης πολιτικής και κοινωνικής δραστηριότητας.
Το νομοσχέδιο φέρει τον τίτλο «Αναμόρφωση της βαθμολογικής διάρθρωσης, του συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και του συστήματος επιλογής προϊσταμένων οργανικών μονάδων του δημόσιου τομέα, αναδιοργάνωση και εκσυγχρονισμός του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης».
Πίσω από τον εκτενή τίτλο, όμως, βρίσκονται αλλαγές που αγγίζουν τον πυρήνα της υπηρεσιακής εξέλιξης χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων και μπορούν να μεταβάλουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο κρίνονται οι προαγωγές και οι τοποθετήσεις σε θέσεις ευθύνης.
Καταργείται η επετηρίδα – Οι φόβοι για αυθαίρετες προσπεράσεις
Μία από τις πλέον κρίσιμες αλλαγές αφορά την κατάργηση της επετηρίδας ως βασικού μηχανισμού βαθμολογικής εξέλιξης.
Μέχρι σήμερα, τα χρόνια υπηρεσίας και τα αντικειμενικά τυπικά προσόντα, όπως πτυχία και μεταπτυχιακές σπουδές, αποτελούσαν βασικούς παράγοντες για την εξέλιξη ενός δημοσίου υπαλλήλου.
Η ΑΔΕΔΥ και άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις αντιμετωπίζουν την επετηρίδα ως μία από τις βασικότερες δικλίδες ασφαλείας απέναντι σε προσωπικές ή κομματικές παρεμβάσεις.
Κατά τη δική τους θέση, η αποσύνδεση της εξέλιξης από τα καθαρά χρόνια υπηρεσίας μπορεί να επιτρέψει επιλεκτικές προσπεράσεις υπαλλήλων στη βαθμολογική κλίμακα, δημιουργώντας ένα σύστημα στο οποίο η διοικητική εύνοια αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την αντικειμενική σειρά.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει τις αλλαγές ως εκσυγχρονισμό του συστήματος προαγωγών και ως προσπάθεια να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην αξιολόγηση ικανοτήτων. Τα συνδικάτα, όμως, θεωρούν ότι με τον τρόπο αυτό αποδυναμώνεται ένα πλαίσιο που, παρά τις αδυναμίες του, περιόριζε τον χώρο για αυθαίρετες κρίσεις.
Ακριβώς εκεί βρίσκεται και η βασική πολιτική αιχμή: όταν καταργούνται σταθερά και μετρήσιμα κριτήρια, το ερώτημα είναι ποιοι μηχανισμοί θα εγγυηθούν ότι οι νέες κρίσεις δεν θα μετατραπούν σε εργαλείο εξυπηρέτησης ημετέρων.
Συνεντεύξεις και «αποτίμηση συμπεριφοράς» στο επίκεντρο
Ακόμη μεγαλύτερη κριτική συγκεντρώνει το νέο σύστημα επιλογής προϊσταμένων.
Το σχέδιο νόμου προβλέπει γραπτές εξετάσεις μέσω ΑΣΕΠ, στοιχείο που θα μπορούσε να ενισχύσει την αντικειμενικότητα της διαδικασίας. Παράλληλα, όμως, εισάγονται προφορικές συνεντεύξεις και λεγόμενες «δοκιμασίες αποτίμησης συμπεριφοράς», οι οποίες θα συμμετέχουν στη συνολική βαθμολογία.
Εδώ εντοπίζεται και η μεγαλύτερη ανησυχία των συνδικαλιστικών φορέων.
Η μοριοδότηση της συνέντευξης μπορεί, σύμφωνα με τις καταγγελίες τους, να επηρεάσει καθοριστικά το τελικό αποτέλεσμα και σε ορισμένες περιπτώσεις να ανατρέψει ακόμη και την κατάταξη που προκύπτει από τις γραπτές εξετάσεις.
Με αυτόν τον τρόπο, ένα υποκειμενικό εργαλείο αξιολόγησης αποκτά τη δυνατότητα να υπερισχύσει ενός αντικειμενικού γραπτού διαγωνισμού.
Οι επικριτές του νομοσχεδίου θεωρούν ότι ένα τέτοιο μοντέλο δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για εύνοια προς υπαλλήλους που διαθέτουν ισχυρότερες σχέσεις με την υπηρεσιακή ή πολιτική διοίκηση.
Αντίστοιχα ερωτήματα δημιουργεί και το σύστημα των μπόνους που θα συνδέονται με την αξιολόγηση από τους προϊσταμένους.
Όταν ο ίδιος διοικητικός μηχανισμός καλείται να αξιολογεί, να απονέμει οικονομικά κίνητρα και να επηρεάζει την υπηρεσιακή εξέλιξη, η ανάγκη για ισχυρές εγγυήσεις διαφάνειας γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Το πρόβλημα συνεπώς δεν βρίσκεται στην έννοια της αξιολόγησης. Βρίσκεται στο ποιος αξιολογεί, με ποια κριτήρια, με ποια δυνατότητα ελέγχου και με ποια πραγματικά αντίβαρα απέναντι στην αυθαιρεσία.
Οι αντιδράσεις δεν περιορίζονται στα συνδικάτα. Σύμφωνα με τις καταγγελίες που έχουν διατυπωθεί, επιφυλάξεις εκφράζονται και από εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία βλέπουν πίσω από το νέο σύστημα έναν μηχανισμό ανακατανομής θέσεων και επιρροής στο Δημόσιο.
Η κυβέρνηση καλείται, επομένως, να απαντήσει με σαφήνεια γιατί ένα τόσο κρίσιμο νομοσχέδιο προωθείται με ασφυκτική διαβούλευση μέσα στον Αύγουστο και γιατί αντικειμενικά κριτήρια όπως η επετηρίδα αποδυναμώνονται την ίδια στιγμή που ενισχύεται ο ρόλος των συνεντεύξεων και της υποκειμενικής αξιολόγησης.
Η μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης είναι αναγκαία. Όταν όμως η «αξιοκρατία» εξαρτάται περισσότερο από συνεντεύξεις, κρίσεις προϊσταμένων και ασαφή κριτήρια συμπεριφοράς και λιγότερο από μετρήσιμα προσόντα, η κυβέρνηση οφείλει να αποδείξει ότι δεν κατασκευάζει έναν νέο μηχανισμό ημετέρων. Διαφορετικά, ο εκσυγχρονισμός κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ένα ακόμη κομματικό εργαλείο με τον λογαριασμό να πληρώνει ξανά η αξιοπιστία του Δημοσίου.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Ισραηλινοί στρατιώτες σε σπίτια Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη
Μπάριν: Ανοιχτό το ενδεχόμενο αύξησης επιτοκίων από τη Fed
Hammack: Άμεση αύξηση επιτοκίων για τον πληθωρισμό