«Το Νοσοκομείο της Εφημερίας και το Νοσοκομείο των Εγκαινίων»

Ο ελληνικός λαός βίωσε ένα γεγονός που η κυβέρνηση όφειλε να την προβληματίσει. Όχι για λόγους επικοινωνιακής διαχείρισης, αλλά για έναν βαθύτερο, πολιτικό και ηθικό λόγο: όταν ένας υπουργός και μια κυβέρνηση διατείνονται ότι προσφέρουν έργο και αναβαθμίζουν τη δημόσια υγεία, τότε το φυσιολογικό θα ήταν να εισπράττουν αναγνώριση και ευχαριστίες από τους πολίτες. Αντιθέτως, αυτό που είδαμε ήταν επεισόδια έντασης, σωματική βία, χειροπέδες σε έναν νέο ιατρό επιμελητή και έναν υπουργό να εμφανίζεται σε βραδινό δελτίο ειδήσεων για να δηλώσει ότι «του έκανε και χάρη» που δεν υπέβαλε μήνυση.

Η εικόνα αυτή δεν συνάδει με το αφήγημα της επιτυχίας. Και εδώ ανακύπτει το ουσιώδες ερώτημα: γιατί αντιδρά ο κόσμος; Γιατί αντιδρά η υγειονομική κοινότητα; Μήπως κάτι δεν λειτουργεί όπως παρουσιάζεται; Μήπως η «αναβάθμιση» περιορίζεται σε επικοινωνιακή διαχείριση και σε εγκαίνια που επιχειρούν να δημιουργήσουν εντυπώσεις;

Η λογική εξήγηση που δίνεται είναι ότι έγιναν εγκαίνια σε χώρο που, σύμφωνα με τις πληροφορίες, είχε τεθεί ήδη σε λειτουργία ενάμιση μήνα πριν, προκειμένου να αποσυμφορηθούν τα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ) του Γενικού Νοσοκομείου Νίκαιας. Είναι πράγματι επιτακτική ανάγκη να βρεθεί χώρος για να στεγάσει τα ΤΕΠ ενός από τα μεγαλύτερα νοσοκομεία της χώρας. Ωστόσο, τα εγκαίνια συνήθως αφορούν νέες, ολοκληρωμένες κτιριακές υποδομές και όχι πρόχειρες προσαρμογές που βαφτίζονται «έργο» για να κοπούν κορδέλες.

Ας μην είμαστε αιχμηροί, όμως. Κύριε Άδωνι, οφείλετε να εξηγήσετε στους πολίτες γιατί, όταν συναντάτε συνανθρώπους σας που διαφωνούν μαζί σας, επιλέγετε έναν οξύ και προκλητικό διάλογο που εντείνει την ένταση αντί να την εκτονώνει. Η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να μετατρέπεται σε τηλεοπτικό θέαμα.

Λέτε ότι αποτελεί υποχρέωσή σας να βρίσκεστε στα νοσοκομεία. Και σωστά το λέτε. Όμως η παρουσία ενός υπουργού Υγείας αποκτά ουσία όταν πραγματοποιείται σε ώρες αιχμής· όταν οι διάδρομοι είναι γεμάτοι ασθενείς, όταν οι ουρές είναι ατελείωτες, όταν το προσωπικό εξαντλείται. Διότι η πραγματικότητα είναι ότι η αποδυνάμωση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, η μετακίνηση και η έλλειψη υγειονομικών από νοσοκομεία αιχμής, δημιουργούν ασφυκτικές συνθήκες.

Δεν μπορεί, κύριε Γεωργιάδη, να θεωρείται «εξέλιξη» το γεγονός ότι σε κάθε εφημερία αντιστοιχούν περίπου τριάντα ασθενείς ανά έναν ιατρό. Δεν μπορεί να βαφτίζεται «αναβάθμιση» η διαχείριση της υπερφόρτωσης.

Η κοινωνία δεν αντιδρά από αχαριστία. Αντιδρά όταν η εμπειρία της διαψεύδει το αφήγημα. Και όσο η απόσταση μεταξύ κυβερνητικής ρητορικής και καθημερινής πραγματικότητας διευρύνεται, τόσο οι εικόνες έντασης θα λειτουργούν ως καθρέφτης μιας κρίσης εμπιστοσύνης που δεν λύνεται με κορδέλες και δηλώσεις, αλλά με ουσιαστική ενίσχυση της δημόσιας υγείας.