13 Ιουλίου 2026

Υποκλοπές: Η σιωπή του Μαξίμου και οι αιχμές Δημητριάδη

Η πρώτη τηλεοπτική συνέντευξη του Γρηγόρη Δημητριάδη δεν λειτούργησε ως προσπάθεια αποσαφήνισης των σκιών γύρω από το σκάνδαλο των υποκλοπών. Αντίθετα, άνοιξε νέο κύκλο πολιτικής έντασης, καθώς η δημόσια εμφάνιση του πρώην γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις στην αντιπολίτευση και επανέφερε στο προσκήνιο το ερώτημα της θεσμικής λογοδοσίας.

Δύο ημέρες μετά το μπλόκο της κυβερνητικής πλειοψηφίας στην κλήτευσή του στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, ο κ. Δημητριάδης επέλεξε να μιλήσει δημόσια. Η επιλογή του χρόνου, το περιεχόμενο των απαντήσεων και κυρίως όσα δεν ρωτήθηκαν, διαμόρφωσαν την εικόνα μιας συνέντευξης αυστηρά ελεγχόμενης, περισσότερο προσωπικής αποκατάστασης και λιγότερο ουσιαστικής λογοδοσίας.

Η υπόθεση των υποκλοπών, που εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα βαρύτερα θεσμικά τραύματα της Μεταπολίτευσης, περιορίστηκε σε μικρό μέρος της συζήτησης. Εκεί, όμως, ο πρώην στενός συνεργάτης του Κυριάκου Μητσοτάκη χρησιμοποίησε διατυπώσεις που άναψαν φωτιές. Η αναφορά του ότι «έφαγε τη σφαίρα για να μείνει πάνω το αφεντικό» ερμηνεύθηκε από την αντιπολίτευση ως πολιτικό μήνυμα προς το Μέγαρο Μαξίμου και ως έμμεση παραδοχή ότι ανέλαβε βάρος που δεν του αναλογούσε αποκλειστικά.

Η φράση αυτή έχει ήδη αποκτήσει πολιτική αυτονομία. Σε μια υπόθεση όπου παρακολουθήθηκαν ή φέρονται να παρακολουθήθηκαν πολιτικοί, δημοσιογράφοι, επιχειρηματίες, κρατικοί λειτουργοί και στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, κάθε υπαινιγμός από άνθρωπο που βρισκόταν στον πυρήνα του επιτελικού κράτους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως προσωπική εξομολόγηση.

Οι υποκλοπές και τα ερωτήματα που έμειναν έξω

Το πιο προβληματικό στοιχείο της συνέντευξης ήταν η απουσία πίεσης στα κρίσιμα ερωτήματα. Ο Γρηγόρης Δημητριάδης δεν κλήθηκε να δώσει καθαρές απαντήσεις για την ουσία του σκανδάλου των υποκλοπών, για το δίκτυο του Predator, για τον ρόλο των προσώπων που έχουν συνδεθεί δημόσια με την υπόθεση και για το αν γνωρίζει στοιχεία που δεν έχουν ακόμη κατατεθεί ενώπιον των αρμόδιων αρχών.

Αντιθέτως, ένα μεγάλο μέρος της συζήτησης κινήθηκε γύρω από προσωπικές αναφορές, οικογενειακές μνήμες, αυτοπεριγραφές και σχόλια για τη σχέση του με την εξουσία. Η επαναλαμβανόμενη επίκληση της οικογένειας Μητσοτάκη, του πολιτικού περιβάλλοντος στο οποίο μεγάλωσε και της διαδρομής του κοντά στον πρωθυπουργό, έδωσε στη συνέντευξη περισσότερο χαρακτήρα αυτοπαρουσίασης παρά θεσμικής εξήγησης.

Αναπάντητα έμειναν ερωτήματα που αφορούν τη σχέση του πρώην γενικού γραμματέα με το σύστημα εξουσίας που διαμορφώθηκε την περίοδο 2019-2022, τη λειτουργία του επιτελικού κράτους, τις απευθείας αναθέσεις, τις σχέσεις εξουσίας με επικοινωνιακούς μηχανισμούς και τις πολιτικές ευθύνες για την υπόθεση των παρακολουθήσεων.

Εξίσου αξιοσημείωτο είναι ότι δεν υπήρξε ουσιαστική πίεση για τις σχέσεις του με πρόσωπα που βρέθηκαν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης για το Predator, ούτε για την άρνηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας να κληθούν στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας τόσο ο ίδιος όσο και ο Ταλ Ντίλιαν.

Η μη κλήση του Ντίλιαν και του Δημητριάδη στη Βουλή παρουσιάστηκε από την κυβερνητική πλειοψηφία ως θέμα τυπικής αρμοδιότητας και έλλειψης δημόσιας ιδιότητας. Η αντιπολίτευση, ωστόσο, θεωρεί ότι αυτή η στάση συνιστά ακόμη ένα επεισόδιο θεσμικής συγκάλυψης, καθώς τα πρόσωπα αυτά θα μπορούσαν να φωτίσουν κρίσιμες πλευρές της υπόθεσης.

Η συνέντευξη ανέδειξε και μια άλλη πλευρά: τον τρόπο με τον οποίο ο πρώην γενικός γραμματέας αντιλαμβάνεται την εξουσία. Οι αναφορές του σε «ρινγκ», σε σύγκρουση, σε προσωπική τιμή και σε πολιτική αντοχή δημιούργησαν την εικόνα ενός ανθρώπου που δεν απολογείται πολιτικά, αλλά επιχειρεί να παρουσιαστεί ως παίκτης ισχύος.

Αυτή η εικόνα προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, διότι δεν προέρχεται από έναν απλό σχολιαστή. Προέρχεται από πρόσωπο που υπήρξε το δεξί χέρι του πρωθυπουργού, με κεντρικό ρόλο στη λειτουργία του Μαξίμου και με άμεση σύνδεση με την περίοδο κατά την οποία ξέσπασε το σκάνδαλο των υποκλοπών.

Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε και η στάση του όταν η συζήτηση έφτασε σε υπαινιγμούς για σχέσεις με τον υπόκοσμο. Η απάντηση που αποδόθηκε στον κ. Δημητριάδη, ότι η σχέση αυτή δεν προέκυπτε «μόνο» από την επαγγελματική του παρουσία σε φυλακές ως δικηγόρου, αξιοποιήθηκε από επικριτές του ως ακόμη ένα δείγμα αλαζονικού ύφους και πολιτικής απροσεξίας.

Ακόμη και αν η φράση ειπώθηκε σε χαλαρό ή ειρωνικό πλαίσιο, το πρόβλημα παραμένει. Σε μια περίοδο όπου η κοινωνία απαιτεί καθαρές απαντήσεις για το κράτος δικαίου, ο πρώην γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού δεν μπορεί να παίζει με υπαινιγμούς, ατάκες και εικόνες ισχύος. Η δημόσια παρουσία του έχει πολιτικό βάρος και κάθε λέξη του ερμηνεύεται μέσα από το φορτίο της υπόθεσης των υποκλοπών.

Η σιωπή του Μαξίμου και η αντίδραση της αντιπολίτευσης

Το δεύτερο μεγάλο πολιτικό ζήτημα είναι η στάση του Μεγάρου Μαξίμου. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε να μη σχολιάσει δημόσια τη συνέντευξη του πρώην στενού συνεργάτη του, παρότι ο κ. Δημητριάδης έκανε αναφορές που αγγίζουν ευθέως την πολιτική περίοδο κατά την οποία ο ίδιος βρισκόταν στο κέντρο της κυβερνητικής λειτουργίας.

Η σιωπή αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη. Για την αντιπολίτευση, αποτελεί συνέχεια της ίδιας γραμμής που ακολουθήθηκε και στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας: αποφυγή σύγκρουσης με τα πραγματικά ερωτήματα, περιορισμός της κοινοβουλευτικής διερεύνησης και διαχείριση της υπόθεσης με όρους πολιτικού κόστους.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η απουσία δημόσιας τοποθέτησης από κυβερνητικά στελέχη που συνήθως παρεμβαίνουν άμεσα στην πολιτική επικαιρότητα. Η αφωνία αυτή ερμηνεύθηκε ως ένδειξη αμηχανίας, καθώς η συνέντευξη Δημητριάδη δεν μπορεί εύκολα να υποβαθμιστεί χωρίς να δημιουργήσει νέα ερωτήματα για το τι πραγματικά συνέβη πίσω από τις κλειστές πόρτες της εξουσίας.

Το ΠΑΣΟΚ αντέδρασε έντονα, κατηγορώντας τον πρώην γενικό γραμματέα ότι συνεχίζει να στέλνει μηνύματα προς τον πρωθυπουργό και ότι η υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων παραμένει αντικείμενο συγκάλυψης. Η Χαριλάου Τρικούπη επιμένει ότι το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν έχει διαλευκανθεί και ότι η άρνηση κλήσης κρίσιμων προσώπων στη Βουλή επιβαρύνει πολιτικά την κυβέρνηση.

Η Νέα Αριστερά χαρακτήρισε τη συνέντευξη «μνημείο προκλητικότητας και αλαζονείας», εστιάζοντας στη φράση περί «σφαίρας» και «αφεντικού». Κατά την ανάγνωσή της, η δήλωση αυτή συνιστά πολιτική παραδοχή ότι η παραίτηση Δημητριάδη λειτούργησε ως μηχανισμός προστασίας του κεντρικού κυβερνητικού συστήματος.

Από την πλευρά της ΕΛ.Α.Σ., η Άννα Παπαδοπούλου υπογράμμισε ότι το ζήτημα των υποκλοπών είναι θέμα κράτους δικαίου και δημοκρατίας, επιμένοντας ότι η κυβέρνηση επιχειρεί επανειλημμένα να συγκαλύψει την υπόθεση. Η αναφορά της συνδέθηκε και με την πρόσφατη άρνηση κλήσης του Ταλ Ντίλιαν στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας.

Η συνολική στάση της αντιπολίτευσης δείχνει ότι η συνέντευξη Δημητριάδη δεν έκλεισε κανένα ζήτημα. Αντίθετα, έδωσε νέο υλικό στην πολιτική αντιπαράθεση, ενίσχυσε την πίεση προς την κυβέρνηση και επανέφερε το αίτημα για πλήρη διερεύνηση της υπόθεσης των υποκλοπών.

Το πρόβλημα για την κυβέρνηση είναι ότι ο Γρηγόρης Δημητριάδης δεν είναι εξωτερικός παρατηρητής. Υπήρξε πρόσωπο του στενού πρωθυπουργικού πυρήνα και η δημόσια εμφάνισή του εκλαμβάνεται ως παρέμβαση ανθρώπου που γνωρίζει πολλά για τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος εξουσίας.

Αυτός είναι και ο λόγος που η συνέντευξη δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως τηλεοπτικό επεισόδιο. Αγγίζει την καρδιά της θεσμικής κρίσης που προκάλεσαν οι υποκλοπές. Όσο δεν υπάρχουν πειστικές απαντήσεις, όσο κρίσιμα πρόσωπα δεν εξετάζονται δημόσια και όσο η κυβέρνηση επιλέγει τη σιωπή, το σκάνδαλο θα επιστρέφει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.

Η επόμενη ημέρα δεν αφορά μόνο τον Γρηγόρη Δημητριάδη. Αφορά τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τη Δικαιοσύνη, τη Βουλή και την αξιοπιστία των θεσμών. Αν η υπόθεση των υποκλοπών συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως ενοχλητικός φάκελος που πρέπει να κλείσει διοικητικά, τότε το πολιτικό κόστος θα βαθαίνει και η κρίση εμπιστοσύνης θα γίνεται πιο μόνιμη.

Η συνέντευξη Δημητριάδη έδειξε ότι το σκάνδαλο δεν έχει τελειώσει. Το αντίθετο. Κάθε νέα δημόσια εμφάνιση, κάθε αμφίσημη φράση, κάθε κοινοβουλευτικό μπλόκο και κάθε σιωπή του Μαξίμου κρατούν ζωντανό το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο: ποιος γνώριζε, ποιος κάλυψε και ποιος τελικά θα λογοδοτήσει για τις υποκλοπές.