LIVE Ακούστε Live Πρωινό Βήμα
3 Σεπτεμβρίου 2026

«Ανακαίνιση Κατοικίας»: Έως 95% η επιδότηση – Ποιοι παίρνουν μέχρι 46.000 ευρώ

Ιδιαίτερα μεγάλη είναι η ανταπόκριση των πολιτών στο πρόγραμμα «Ανακαίνιση Κατοικίας», καθώς οι αιτήσεις που έχουν ήδη εξασφαλίσει βεβαίωση επιλεξιμότητας ξεπερνούν τις 91.000. Η διαδικασία έχει παραταθεί έως τις 30 Σεπτεμβρίου, την ώρα που η ζήτηση δείχνει ότι το πρόβλημα του παλαιού και αναξιοποίητου στεγαστικού αποθέματος έχει λάβει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από όσες μπορούσε να καλύψει ο αρχικός σχεδιασμός.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει ο αριθμός των κλειστών κατοικιών που έχουν ήδη επιλεγεί. Πρόκειται για σπίτια τα οποία δεν κατοικήθηκαν το 2024 και το 2025 και μέχρι στιγμής ξεπερνούν τις 11.200, σύμφωνα με πληροφορίες του ΕΡΤnews.

Η συμμετοχή θεωρείται τόσο υψηλή, ώστε το επιτελείο του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Νίκου Παπαθανάση εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο διάθεσης πρόσθετων κονδυλίων, αλλά και τη δημιουργία νέου αντίστοιχου προγράμματος.

Η εξέλιξη επιβεβαιώνει το μέγεθος των πραγματικών αναγκών στην αγορά κατοικίας, ιδιαίτερα στην Αθήνα, όπου μεγάλο τμήμα του κτιριακού αποθέματος είναι παλαιό και απαιτεί σημαντικές παρεμβάσεις για να επιστρέψει σε κατοικήσιμη κατάσταση.

Πάνω από 91.000 βεβαιώσεις επιλεξιμότητας

Την ίδια ώρα, οι αιτήσεις που αφορούν την ένταξη ανοιχτών κατοικιών στο πρόγραμμα έχουν προσεγγίσει τις 80.000, αποτυπώνοντας την έντονη ζήτηση τόσο για ενεργειακές όσο και για γενικότερες εργασίες αναβάθμισης.

Η απορρόφηση των διαθέσιμων πόρων βρίσκεται, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, σε επίπεδα που προσεγγίζουν το 95% του συνολικού προϋπολογισμού, ο οποίος ανέρχεται στα 2 δισ. ευρώ.

Το γεγονός ότι τα κονδύλια εξαντλούνται με τόσο γρήγορους ρυθμούς ενισχύει την πίεση προς την κυβέρνηση για επέκταση του προγράμματος. Η υψηλή συμμετοχή καταγράφει στην πράξη ένα στεγαστικό πρόβλημα που δεν αντιμετωπίζεται με αποσπασματικές παρεμβάσεις, καθώς δεκάδες χιλιάδες κατοικίες χρειάζονται ουσιαστική ανακαίνιση πριν μπορέσουν να επανενταχθούν στην αγορά.

Οι δικαιούχοι που έχουν ήδη λάβει βεβαίωση επιλεξιμότητας αναμένεται, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, να υποβάλουν τις οριστικές αιτήσεις τους μέσα στον Οκτώβριο, ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία ένταξης και να προχωρήσει η καταβολή της επιδότησης.

Βασική προϋπόθεση του προγράμματος είναι τα ακίνητα να διαθέτουν οικοδομική άδεια που έχει εκδοθεί έως το τέλος του 1990, στοιχείο που στοχεύει πρωτίστως στην αναβάθμιση του παλαιότερου κτιριακού αποθέματος της χώρας.

Επιδότηση έως 95% και μέχρι 46.000 ευρώ

Το ποσοστό της επιδότησης μπορεί να κυμανθεί από 70% έως 95%, ενώ το ανώτατο ποσό φτάνει τις 36.000 ευρώ και μπορεί να ανέλθει στις 46.000 ευρώ για δικαιούχους με δύο παιδιά.

Η επιλέξιμη δαπάνη υπολογίζεται έως τα 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ ένας δικαιούχος που πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις μπορεί να εντάξει περισσότερα από ένα ακίνητα, καθώς δεν προβλέπεται αριθμητικός περιορισμός ως προς το πλήθος των κατοικιών.

Το ανώτατο όριο επιφάνειας διαμορφώνεται στα 120 τετραγωνικά μέτρα ανά κατοικία και αυξάνεται στα 150 τετραγωνικά μέτρα για τις πολύτεκνες οικογένειες.

Για την πρώτη εισοδηματική κατηγορία, που προβλέπει επιδότηση 80%, το όριο για άγαμο δικαιούχο φτάνει έως τις 18.000 ευρώ ετησίως. Για έγγαμο το εισοδηματικό όριο διαμορφώνεται έως τις 35.000 ευρώ, με προσαύξηση 5.000 ευρώ για κάθε παιδί.

Στη δεύτερη εισοδηματική κατηγορία, με βασική επιδότηση 70%, το ανώτατο εισόδημα για άγαμο είναι 25.000 ευρώ, ενώ για έγγαμο φτάνει τις 45.000 ευρώ και επίσης αυξάνεται κατά 5.000 ευρώ για κάθε παιδί.

Πρόσθετη προσαύξηση 5% προβλέπεται για δικαιούχους που κατοικούν σε ορεινές ή νησιωτικές περιοχές, για μονογονεϊκές οικογένειες, τρίτεκνους και πολύτεκνους, καθώς και για άτομα με αναπηρία.

Η μαζική συμμετοχή στο πρόγραμμα αναδεικνύει, πάντως, το βαθύτερο πρόβλημα της ελληνικής στεγαστικής αγοράς. Χιλιάδες κατοικίες παραμένουν κλειστές ή χρειάζονται εκτεταμένες εργασίες, ενώ ταυτόχρονα τα ενοίκια και οι τιμές πώλησης πιέζουν όλο και περισσότερο τα νοικοκυριά. Η κυβέρνηση βρίσκεται πλέον μπροστά στην ανάγκη να αποφασίσει αν θα ενισχύσει ουσιαστικά τη χρηματοδότηση, καθώς η ζήτηση έχει ήδη αποδείξει ότι τα διαθέσιμα κονδύλια δύσκολα επαρκούν για το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος.