Αποθεματικά ασφαλισμένων: Ο κίνδυνος να γίνουν ταμειακό εργαλείο του κράτους
Σύνοψη Άρθρου
Στο επίκεντρο τίθεται η τύχη των αποθεματικών του ΑΚΑΓΕ και του πρώην ΟΕΚ, που έχουν συγκεντρωθεί στην Τράπεζα της Ελλάδος.
Το άρθρο αναδεικνύει τον κίνδυνο τα διαθέσιμα ασφαλιστικών φορέων να λειτουργούν ως εσωτερική δεξαμενή δανεισμού του Δημοσίου.
Η χρήση repos για κάλυψη κρατικών αναγκών επαναφέρει κρίσιμα ερωτήματα για την ασφάλεια των αποταμιεύσεων των ασφαλισμένων.
Η τύχη των σχεδόν 22 δισ. ευρώ του ΑΚΑΓΕ, του λεγόμενου «κουμπαρά» των ασφαλισμένων, καθώς και των άνω των 2 δισ. ευρώ αποθεματικών του πρώην Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, επανέρχεται με ιδιαίτερη ένταση στο προσκήνιο. Πρόκειται για πόρους που προορίζονται, τουλάχιστον θεσμικά και πολιτικά, για την προστασία του ασφαλιστικού συστήματος, τη στήριξη των μελλοντικών συντάξεων και τη χρηματοδότηση κοινωνικών πολιτικών, όπως η εργατική κατοικία.
Με βάση το νομοθετικό πλαίσιο που θεσπίστηκε επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, τα αποθεματικά των φορέων συγκεντρώθηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η ρύθμιση συνοδεύτηκε από πρόβλεψη τεχνικού επιτοκίου 2,5%, ώστε οι αποταμιεύσεις να μη διαβρώνονται πλήρως από τον πληθωρισμό. Η πρόβλεψη αυτή παρουσιάστηκε ως απάντηση σε μια παλαιότερη, ιδιαίτερα προβληματική περίοδο, από το 1954 έως το 1981, όταν αποθεματικά παρέμεναν άτοκα στην Τράπεζα της Ελλάδος και στη συνέχεια αξιοποιήθηκαν σε δανειοδοτήσεις με βαρύ κόστος για τους ίδιους τους ασφαλισμένους.
Το μεγαλύτερο μέρος του ΑΚΑΓΕ, το οποίο από περίπου 14 δισ. ευρώ το 2018 έχει φτάσει σήμερα κοντά στα 22 δισ. ευρώ, προέρχεται από τη διπλή επιβάρυνση των συνταξιούχων. Κάθε χρόνο ο ΕΦΚΑ παρακρατεί πάνω από 675 εκατ. ευρώ από κύριες συντάξεις που υπερβαίνουν τα 1.468 ευρώ μεικτά και από επικουρικές άνω των 300 ευρώ.
Οι επικουρικές αυτές συντάξεις, την ίδια ώρα, μένουν χωρίς αυξήσεις και φθείρονται σταδιακά από τον πληθωρισμό. Στη συγκρότηση του αποθεματικού συμμετέχουν επίσης οι φορολογούμενοι, μέσω μικρού ποσοστού περίπου 4% επί των πολύ υψηλών εσόδων από τον ΦΠΑ. Με άλλα λόγια, ο «κουμπαράς» δεν είναι αφηρημένο λογιστικό μέγεθος. Είναι χρήμα που συγκεντρώνεται από συνταξιούχους και φορολογούμενους, με ρητή κοινωνική αποστολή.
Τα αποθεματικά του ΟΕΚ και η στεγαστική πολιτική που μένει στα χαρτιά
Με την κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, που ολοκληρώθηκε θεσμικά το 2012, ενώ οι σχετικές εισφορές καταργήθηκαν το 2020, παρέμεινε απόθεμα άνω των 2 δισ. ευρώ στον τότε ΟΑΕΔ, καθολικό διάδοχο του ΟΕΚ. Τα χρήματα αυτά είχαν σαφή κοινωνικό προορισμό: τη στήριξη της στεγαστικής πολιτικής για εργαζόμενους και νοικοκυριά.
Από το συγκεκριμένο απόθεμα δεσμεύτηκε μόλις 1 δισ. ευρώ. Μαζί με άλλο 1 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, συγκροτήθηκε το πρόγραμμα «Σπίτι 2». Το πρόγραμμα, όμως, αποσύρεται με βίαιο τρόπο από την ενεργό εφαρμογή και δεν κατάφερε να πετύχει ούτε το 60% της απορρόφησης.
Η προτεραιότητα στην αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης είναι αναμενόμενη, καθώς οι σχετικές προθεσμίες λήγουν μέσα στο καλοκαίρι. Αυτό σημαίνει ότι τα αποθεματικά του πρώην ΟΕΚ παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητα. Με βάση τους διαθέσιμους υπολογισμούς, μπορεί να εκτιμηθεί ότι πάνω από 1,6 δισ. ευρώ βρίσκονται διασφαλισμένα στην Τράπεζα της Ελλάδος για στεγαστικές πολιτικές που στην πράξη δεν ασκούνται.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα μέσα στη σημερινή στεγαστική κρίση. Τα ενοίκια αυξάνονται, η πρόσβαση των νέων σε κατοικία γίνεται ολοένα δυσκολότερη, τα επιτόκια στεγαστικών δανείων παραμένουν βαριά για τα μεσαία και χαμηλότερα εισοδήματα, ενώ αποθεματικά που συγκεντρώθηκαν για εργατική κατοικία μένουν εγκλωβισμένα σε λογιστικές και ταμειακές ισορροπίες.
Τα χρήματα αυτά, μαζί με αποθεματικά άλλων φορέων της γενικής κυβέρνησης, όπως δήμων, νοσοκομείων, οργανισμών και δημόσιων εταιρειών, μεταφέρθηκαν στην Τράπεζα της Ελλάδος το 2018. Μαζί με περίπου 15 δισ. ευρώ δανείων από το τρίτο Μνημόνιο, συνέβαλαν στη συγκρότηση του λεγόμενου «μαξιλαριού» των 35 δισ. ευρώ, το οποίο δημιουργήθηκε ως ασφάλεια για την περίοδο εξόδου από τα Μνημόνια, σε περίπτωση που οι αγορές έκλειναν ξανά για την Ελλάδα.
Repos, εσωτερικός δανεισμός και ο κίνδυνος για τους ασφαλισμένους
Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς χρησιμοποιούνται σήμερα αυτά τα αποθεματικά. Σύμφωνα με τον πρώην πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητή Κωνσταντίνο Γάτσιο, το Δημόσιο δανείζεται τα διαθέσιμα των φορέων μέσω repos, δηλαδή μέσω βραχυχρόνιου ενδοκυβερνητικού δανεισμού, για να αποπληρώνει πρόωρα κρατικό χρέος και να καλύπτει ταμειακές ανάγκες.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι ο ενδοκυβερνητικός δανεισμός μέσω repos έχει υπερδιπλασιαστεί μέσα στην τελευταία εξαετία, φτάνοντας τα 62,8 δισ. ευρώ και προσεγγίζοντας πλέον το 25% του ΑΕΠ. Πρόκειται για μέγεθος εξαιρετικά βαρύ για μια σύγχρονη οικονομία και για πρακτική που δημιουργεί σοβαρό θεσμικό ερώτημα: κατά πόσο είναι ορθό τα διαθέσιμα ασφαλιστικών ταμείων και δημόσιων φορέων να αντιμετωπίζονται ως ενιαία δεξαμενή κεντρικής κρατικής διαχείρισης.
Στην πράξη, η κυβέρνηση δανείζεται από το εσωτερικό, δηλαδή από ασφαλιστικούς οργανισμούς και φορείς του Δημοσίου, για να αποπληρώνει εξωτερικό δανεισμό, ο οποίος πράγματι είναι χαμηλότοκος. Αυτή η επιλογή, όμως, αλλάζει κυρίως τη σύνθεση του χρέους. Μειώνει την έκθεση προς το εξωτερικό, χωρίς να μειώνει ουσιαστικά το συνολικό δημόσιο χρέος.
Η εικόνα θυμίζει, σε άλλη κλίμακα, τη μεταφορά των κόκκινων δανείων από τις τράπεζες προς τα funds και τους servicers. Οι τράπεζες αποφορτίστηκαν με τη στήριξη των φορολογουμένων και των ανακεφαλαιοποιήσεων, όμως το ιδιωτικό χρέος δεν εξαφανίστηκε. Μεταφέρθηκε αλλού, σε άλλους ισολογισμούς και υπό άλλους όρους πίεσης προς τους πολίτες.
Το ίδιο ερώτημα προκύπτει και εδώ. Τα αποθεματικά των ασφαλισμένων και των δημόσιων φορέων δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται απλώς ως ταμειακό εργαλείο του κράτους. Αφορούν μελλοντικές συντάξεις, κοινωνικές παροχές, στεγαστική πολιτική και κρίσιμες λειτουργίες του Δημοσίου. Η χρήση τους για βραχυχρόνιο δανεισμό μπορεί να εμφανίζεται τεχνικά ασφαλής όσο η οικονομία κινείται ομαλά, όμως σε περίπτωση κρίσης δημιουργεί υπαρκτό κίνδυνο.
Το σενάριο μιας νέας κρίσης ομολόγων, κατά την οποία το Δημόσιο θα δυσκολευτεί να δανειστεί από τις αγορές, δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα διαθέσιμα των φορέων που έχουν αξιοποιηθεί μέσω repos ενδέχεται να βρεθούν υπό πίεση. Τότε, οι αποταμιεύσεις των ασφαλισμένων θα πάψουν να είναι απλώς λογιστικό μέγεθος και θα μετατραπούν σε πραγματικό πολιτικό και κοινωνικό πρόβλημα.
Η χώρα έχει ήδη ζήσει την εμπειρία της κρίσης του 2008-2009 και των μνημονιακών ετών που ακολούθησαν. Οι συντάξεις μειώθηκαν έως και 45%, ενώ το ΑΕΠ υποχώρησε κατά περίπου 25%. Η επανάληψη μιας τέτοιας κατάστασης θα είχε ολέθριες συνέπειες για τους ασφαλισμένους, τους συνταξιούχους και την κοινωνική συνοχή.
Γι’ αυτό το ερώτημα για τα αποθεματικά του ΑΚΑΓΕ, του πρώην ΟΕΚ και των δημόσιων φορέων δεν είναι τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Αφορά τη διαφάνεια στη διαχείριση κοινωνικών πόρων, τη λογοδοσία του κράτους απέναντι στους ασφαλισμένους και το εάν οι αποταμιεύσεις που προορίζονται για κοινωνική προστασία μπορούν να χρησιμοποιούνται ως μηχανισμός εξυπηρέτησης των ταμειακών αναγκών της κεντρικής κυβέρνησης.
Πιο Δημοφιλή
Από τον Άγιο Κωνσταντίνο στη Μάχη της Κρήτης
Πιο Πρόσφατα