10 Ιουλίου 2026

Αυξήσεις σε δικαστές και Προεδρία: Η κυβέρνηση μοιράζει προνόμια πριν τις κάλπες

Μετά τις αυξήσεις στους Μητροπολίτες, η κυβέρνηση προχώρησε και σε νέα προνομιακή μισθολογική παρέμβαση για δικαστές, εισαγγελείς και υπαλλήλους της Προεδρίας της Δημοκρατίας, μέσα από τον Νόμο 5313/2026, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Α’ 102/25.06.2026.

Η ρύθμιση έρχεται σε προεκλογικό πολιτικό περιβάλλον και προκαλεί εύλογες αντιδράσεις, καθώς την ώρα που μεγάλα τμήματα της κοινωνίας πιέζονται από ακρίβεια, φόρους, ενοίκια και καθηλωμένα εισοδήματα, επιλέγεται η γενναία ενίσχυση συγκεκριμένων κατηγοριών του κρατικού μηχανισμού.

Στην περίπτωση των δικαστικών λειτουργών, οι νέες προβλέψεις κατοχυρώνουν μισθολογικές προσαυξήσεις που υπολογίζονται σε ποσοστά από 50% έως 95% της διαφοράς του βασικού μισθού ανάμεσα στον κατεχόμενο βαθμό και τον αμέσως επόμενο. Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση ως συμμόρφωση και εξομοίωση με το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, όμως το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: σε μια περίοδο κοινωνικής πίεσης, υπάρχουν κατηγορίες που λαμβάνουν άμεση και θεσμικά κατοχυρωμένη μισθολογική αναβάθμιση.

Τέτοιου εύρους παρεμβάσεις στο ειδικό μισθολόγιο δικαστών και εισαγγελέων είχαν να δοθούν από το 1997, όταν θεσπίστηκε ο αρχικός Νόμος 2521/1997, ο οποίος καθόρισε το ειδικό δικαστικό μισθολόγιο. Οι περικοπές των μνημονίων είχαν οδηγήσει σε μεγάλες μειώσεις, ενώ η μερική αποκατάσταση που ακολούθησε μετά τις αποφάσεις του Μισθοδικείου το 2014 είχε χαρακτήρα συμμόρφωσης και όχι νέας αύξησης.

Το 2017 έγινε αναδιάρθρωση των ειδικών μισθολογίων, κυρίως με ενσωμάτωση επιδομάτων στον βασικό μισθό. Το 2024 οι δικαστικοί λειτουργοί έλαβαν, όπως και οι υπόλοιποι δημόσιοι υπάλληλοι, τη γενική οριζόντια αύξηση των 70 ευρώ μικτά και την αναπροσαρμογή της οικογενειακής παροχής. Η νέα ρύθμιση, όμως, κινείται σε εντελώς διαφορετική κλίμακα.

Οι μισθολογικές προσαυξήσεις για δικαστές και εισαγγελείς

Με το άρθρο 49 του Νόμου 5313/2026 τροποποιείται το άρθρο 4 του ν. 2521/1997 και ρυθμίζονται εκ νέου οι λεγόμενες μισθολογικές προαγωγές των δικαστικών λειτουργών που παραμένουν στον ίδιο βαθμό επειδή δεν υπάρχουν κενές θέσεις για προαγωγή.

Για δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Πρωτοδίκη, Εισηγητή του Συμβουλίου της Επικρατείας και αντίστοιχους, οι οποίοι συμπληρώνουν επτά συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας και δεν προάγονται λόγω έλλειψης κενών θέσεων, προβλέπεται η χορήγηση των αποδοχών του επόμενου βαθμού. Στις αποδοχές αυτές περιλαμβάνονται ο βασικός μισθός, τα επιδόματα και οι λοιπές παροχές που θα λάμβαναν εάν είχαν προαχθεί.

Για τους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Προέδρου Πρωτοδικών και αντίστοιχους, η ρύθμιση προβλέπει προσαύξηση ίση με το 50% της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του κατεχόμενου και του αμέσως επόμενου βαθμού, εφόσον συμπληρώνουν τον προβλεπόμενο χρόνο για προαγωγή και παραμένουν στον ίδιο βαθμό λόγω έλλειψης κενών θέσεων.

Για την ίδια κατηγορία, όταν συμπληρώνεται διπλάσιος χρόνος από τον απαιτούμενο για προαγωγή ή όταν συμπληρώνονται συνολικά 17 έτη δικαστικής υπηρεσίας, η προσαύξηση ανεβαίνει στο 90% της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του κατεχόμενου και του αμέσως επόμενου βαθμού.

Ειδική πρόβλεψη υπάρχει και για Πρωτοδίκες, Αντεισαγγελείς Πρωτοδικών και Πρωτοδίκες των διοικητικών δικαστηρίων. Μετά τη συμπλήρωση 12 ετών δικαστικής υπηρεσίας, εφόσον δεν προάγονται λόγω έλλειψης κενών θέσεων, λαμβάνουν προσαύξηση ίση με το 50% της διαφοράς ανάμεσα στον βασικό μισθό του Προέδρου Πρωτοδικών και του Εφέτη.

Μετά τη συμπλήρωση 17 ετών δικαστικής υπηρεσίας, η αντίστοιχη προσαύξηση για τους ίδιους λειτουργούς αυξάνεται στο 90% της διαφοράς ανάμεσα στον βασικό μισθό του Προέδρου Πρωτοδικών και του Εφέτη.

Για τους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Εφέτη και αντίστοιχους, προβλέπεται προσαύξηση 50% της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του κατεχόμενου και του επόμενου βαθμού, όταν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος χρόνος για προαγωγή και δεν υπάρχει διαθέσιμη θέση. Εάν ο λειτουργός παραμένει στον ίδιο βαθμό για διπλάσιο χρόνο από τον απαιτούμενο, η προσαύξηση φτάνει στο 95%.

Για Συμβούλους Επικρατείας, Προέδρους Εφετών και αντίστοιχους βαθμούς, εφόσον παραμένουν επί τριετία στον βαθμό τους χωρίς προαγωγή, προβλέπεται προσαύξηση ίση με το 70% της διαφοράς του βασικού μισθού προς τον επόμενο βαθμό. Για τους Αντιπροέδρους Ανωτάτων Δικαστηρίων και αντίστοιχους βαθμούς, προβλέπεται επίσης προσαύξηση 70% της διαφοράς μεταξύ του βασικού μισθού Αντιπροέδρου και Προέδρου Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Η ρύθμιση καλύπτει και τους Πρωτοδίκες ειδικής επετηρίδας, καθώς και όσους εντάχθηκαν στη γενική επετηρίδα μετά την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας. Μετά τη συμπλήρωση 24 ετών δικαστικής υπηρεσίας, παρέχεται ο βασικός μισθός του Εφέτη.

Παράλληλα, ο νόμος ορίζει ότι για την εφαρμογή των διατάξεων λαμβάνεται υπόψη μόνο η πραγματική υπηρεσία με την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού. Δεν υπολογίζεται ο χρόνος φοίτησης στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, η πρακτική άσκηση στα δικαστικά καταστήματα ή άλλες προϋπηρεσίες σε διαφορετικές θέσεις.

Προβλέπεται ακόμη ότι για δικαστικούς λειτουργούς έως τον βαθμό του Προέδρου Εφετών, στους οποίους έχει επιβληθεί πειθαρχική ποινή ή υπάρχει ποινική καταδίκη σε σχέση με την άσκηση καθηκόντων, απαιτείται σύμφωνη γνώμη του οικείου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου. Για δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Αρεοπαγίτη και άνω ή αντίστοιχο, εφόσον υπάρχει πειθαρχική ποινή ή ποινική καταδίκη για υπηρεσιακά καθήκοντα, δεν χορηγείται μισθολογική προσαύξηση.

Ειδικό καθεστώς και για την Προεδρία της Δημοκρατίας

Την ίδια ώρα, με ξεχωριστές διατάξεις επανέρχεται ευνοϊκό μισθολογικό καθεστώς και για το προσωπικό της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση επαναφέρει το ειδικό μισθολογικό πλαίσιο του άρθρου 12 του Π.Δ. 351/1991, ενεργοποιώντας ξανά ειδικά επιδόματα και ευνοϊκότερες ρυθμίσεις που είχαν παγώσει ή καταργηθεί στη μνημονιακή περίοδο.

Το άρθρο 54 προβλέπει επίσης αναδρομική αναγνώριση του χρόνου υπηρεσίας των υπαλλήλων της Προεδρίας για την κατάταξή τους σε ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια. Η ρύθμιση αυτή οδηγεί σε άμεση αύξηση του βασικού μισθού για το προσωπικό που εμπίπτει στις διατάξεις.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι πολιτικά καθαρή. Η κυβέρνηση, μέσα σε ένα πολυνομοσχέδιο με τίτλο που παραπέμπει σε μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης, ενίσχυση εισοδήματος, μισθολογικές και φορολογικές διατάξεις, εντάσσει ρυθμίσεις που ανοίγουν ειδικούς δρόμους μισθολογικής ενίσχυσης για συγκεκριμένες κατηγορίες.

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη νομιμότητα ή τη συνταγματική τεκμηρίωση των ρυθμίσεων. Αφορά την πολιτική προτεραιότητα. Την ώρα που ο απλός μισθωτός μετρά τις αυξήσεις στα ράφια, στα καύσιμα και στα ενοίκια, το κράτος βρίσκει τρόπο να αποκαταστήσει ή να ενισχύσει εισοδήματα σε επιλεγμένες ομάδες του θεσμικού πυρήνα.

Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται πάγια αιτήματα, συνταγματικές υποχρεώσεις και ειδικές υπηρεσιακές ανάγκες. Η κοινωνική εικόνα, όμως, παραμένει δύσκολη. Οι αυξήσεις σε δικαστές, εισαγγελείς και υπαλλήλους της Προεδρίας έρχονται σε μια στιγμή που χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι, συνταξιούχοι και εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα δεν βλέπουν αντίστοιχη μεταχείριση.

Η πολιτική αιχμή βρίσκεται ακριβώς εκεί. Όταν οι αυξήσεις δίνονται στοχευμένα και με θεσμική ταχύτητα σε συγκεκριμένους χώρους, ενώ για την ευρύτερη κοινωνία περισσεύουν οι εξαγγελίες, τα προσωρινά επιδόματα και οι οριζόντιες μικροπαρεμβάσεις, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι βαθιά άνισο.

Ο Νόμος 5313/2026 καταγράφεται έτσι ως μια ακόμη περίπτωση όπου η κυβέρνηση μοιράζει προνομιακές ρυθμίσεις σε κρίσιμες θεσμικές κατηγορίες, την ώρα που η κοινωνία καλείται να δείξει αντοχή. Η συζήτηση για τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών και των υπαλλήλων της Προεδρίας δεν μπορεί να αποκοπεί από το συνολικό κλίμα οικονομικής πίεσης. Σε αυτό το κλίμα, κάθε επιλεκτική αύξηση αποκτά πολιτικό βάρος και κοινωνικό αντίκτυπο.