Διαφωνία ΗΠΑ-Κίνας για τον όρο non-market στη G20
πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου
- Η διαφωνία στη G20 για τον όρο "non-market" μπλόκαρε το κοινό ανακοινωθέν.
- Ο Μπέσεντ κατηγόρησε το Πεκίνο για παρεμπόδιση των συνομιλιών.
- Η Κίνα είδε τον όρο ως επίθεση στις κρατικές επιχειρήσεις.
- Το εμπορικό πλεόνασμα-ρεκόρ της Κίνας και οι επιδοτήσεις στη BYD στο επίκεντρο.
- Οι δύο πλευρές προετοιμάζονται για τη σύνοδο κορυφής Τραμπ-Σι.
Η συνάντηση των υπουργών Οικονομικών της G20 στο Άσβιλ της Βόρειας Καρολίνας σημαδεύτηκε από μια έντονη αντιπαράθεση μεταξύ των αντιπροσωπειών των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, με το επίκεντρο της διαφωνίας να εντοπίζεται σε μια μεμονωμένη λέξη που απέτρεψε την έκδοση κοινού ανακοινωθέντος. Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε το πρακτορείο Bloomberg, επικαλούμενο πρόσωπα με γνώση των διαπραγματεύσεων, το αδιέξοδο προέκυψε από την επιμονή της αμερικανικής πλευράς να συμπεριληφθεί στο τελικό κείμενο ο όρος που χαρακτηρίζει μια οικονομία ως μη κρατική, σε μια παράγραφο αφιερωμένη στην αντιμετώπιση των παγκόσμιων εμπορικών ανισορροπιών.
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, κατηγόρησε δημοσίως τους Κινέζους αξιωματούχους ότι παρεμπόδισαν τη διαδικασία έκδοσης του κοινού ανακοινωθέντος, αποδίδοντάς το σε διαφωνίες επί της διατύπωσης που κάλυπταν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, από τα κρίσιμα ορυκτά έως την αναδιάρθρωση του χρέους αναπτυσσόμενων χωρών. Ωστόσο, το πλέον κρίσιμο σημείο τριβής ήταν η χρήση του όρου που παραπέμπει σε οικονομίες εκτός των κανόνων της αγοράς. Ο συγκεκριμένος χαρακτηρισμός εκλήφθη από την κινεζική αντιπροσωπεία ως μια συγκαλυμμένη επίθεση κατά του κρατικού οικονομικού μοντέλου της χώρας, το οποίο στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις κρατικές επιχειρήσεις, θεμελιώδη πυλώνα της εθνικής οικονομίας.
Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για τη διαμόρφωση του τελικού κειμένου, οι Κινέζοι διαπραγματευτές κατέθεσαν πρόταση για μια εναλλακτική διατύπωση που θα διατηρούσε την αναφορά στις εμπορικές ανισορροπίες, χωρίς ωστόσο να εστιάζει το ενδιαφέρον στις κρατικές επιχειρήσεις της χώρας. Η πρόταση αυτή, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, έτυχε ιδιωτικής υποστήριξης από ορισμένα άλλα κράτη-μέλη της G20, πλην όμως δεν κατέστη δυνατό να γεφυρωθεί το χάσμα με την αμερικανική πλευρά, με αποτέλεσμα η προεδρία των ΗΠΑ να εκδώσει τελικά μια δική της δήλωση. Σε αυτήν περιλαμβανόταν η διατύπωση ότι οι χώρες θα πρέπει να συμφωνήσουν στην εξάλειψη πολιτικών και πρακτικών που δεν συνάδουν με τους κανόνες της αγοράς και οι οποίες επιτείνουν τις ανισορροπίες.
Ένα ζήτημα με βαθιές ρίζες
Η συγκεκριμένη διαφωνία έρχεται να αναδείξει τις υποβόσκουσες εντάσεις μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη, σε μια χρονική συγκυρία που προηγείται της προγραμματισμένης συνόδου κορυφής μεταξύ του Κινέζου ηγέτη Σι Τζινπίνγκ και του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στην Ουάσιγκτον. Ο όρος που αποτέλεσε το μήλον της έριδος δεν είναι καινούργιος στην αμερικανοκινεζική αντιπαράθεση. Αντιθέτως, αποτελεί εδώ και δεκαετίες πάγιο στοιχείο της αμερικανικής κριτικής προς τις εμπορικές πρακτικές του Πεκίνου, καθώς η Ουάσιγκτον τον χρησιμοποιεί για να περιγράψει κρατικές παρεμβάσεις που στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό και το παγκόσμιο εμπόριο υπέρ των εγχώριων βιομηχανιών.
Η αμερικανική κυβέρνηση ορίζει επισήμως τις πολιτικές αυτές ως παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν ενέργειες από κρατικές ή κρατικά ελεγχόμενες επιχειρήσεις. Η συμπερίληψη της εν λόγω φράσης στο κοινό ανακοινωθέν της G20, όπως επισημαίνουν αναλυτές, θα μπορούσε να εκληφθεί ως έμμεση αλλά σαφής αναφορά στην Κίνα, χωρίς να χρειάζεται να κατονομαστεί ρητά. Από την πλευρά του, το κινεζικό υπουργείο Οικονομικών, σε ανακοίνωσή του την Τετάρτη, δεν αναφέρθηκε άμεσα στα σχόλια του Αμερικανού ομολόγου του, υπογραμμίζοντας ωστόσο την ανάγκη για μια σφαιρική, αντικειμενική και ισορροπημένη προσέγγιση στο ζήτημα των παγκόσμιων ανισορροπιών, τονίζοντας παράλληλα τη σημασία της ουσιαστικής επίλυσης των προβλημάτων χρέους των αναπτυσσόμενων χωρών μέσω της προώθησης της ανάπτυξης.
Ο διοικητής της Λαϊκής Τράπεζας της Κίνας, ο οποίος ηγήθηκε της αντιπροσωπείας στο Άσβιλ, επανέλαβε την Τετάρτη τις θέσεις του Πεκίνου, αποδίδοντας την έξαρση των παγκόσμιων ανισορροπιών σε παράγοντες όπως η άνοδος του προστατευτισμού, η υπερβολική διεύρυνση της έννοιας της εθνικής ασφάλειας και η έλλειψη προβλεψιμότητας στην άσκηση πολιτικής από ορισμένα κράτη. Παράλληλα, απηύθυνε έκκληση προς τις χώρες με εμπορικά ελλείμματα να περιορίσουν τα δημοσιονομικά τους κενά και να αυξήσουν τα ποσοστά αποταμίευσης, ενώ κάλεσε τις χώρες με πλεονάσματα να ενισχύσουν την εγχώρια κατανάλωση και τις επενδύσεις. Η τοποθέτησή του ολοκληρώθηκε με την επισήμανση ότι όλες οι χώρες οφείλουν να καταρτίσουν μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σχέδια πολιτικής, αναλαμβάνοντας σαφείς δεσμεύσεις και υλοποιώντας τες με αποφασιστικότητα.
Οι επιδοτήσεις και το εμπορικό πλεόνασμα
Στο επίκεντρο της διμερούς αντιπαράθεσης παραμένει η ισχυρή εξαγωγική μηχανή της Κίνας, η οποία το 2025 κατέγραψε εμπορικό πλεόνασμα-ρεκόρ ύψους 1,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, σημειώνοντας αύξηση της τάξεως του 20% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Το μέγεθος αυτό ανέδειξε ο Σκοτ Μπέσεντ ως κεντρικό θέμα κατά τη διάρκεια των εργασιών της G20, υπογραμμίζοντας ότι το αμερικανικό έλλειμμα στις διμερείς συναλλαγές με την Κίνα ανήλθε σε περίπου 200 δισεκατομμύρια δολάρια το περασμένο έτος. Ο Αμερικανός υπουργός επανέλαβε την κριτική του προς το Πεκίνο, υποστηρίζοντας ότι οι πολιτικές του καταστέλλουν την εγχώρια ζήτηση και καθιστούν τη χώρα εξαρτημένη από τις εξαγωγές για την επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης.
Κατά τη διάρκεια ομιλίας του σε εκδήλωση του Charlotte Economics Club, ο κ. Μπέσεντ αναφέρθηκε εκτενώς στο ζήτημα των βιομηχανικών επιδοτήσεων, επισημαίνοντας ότι περίπου το 4% του ΑΕΠ της Κίνας διοχετεύεται σε τέτοιου είδους ενισχύσεις. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα έφερε την αυτοκινητοβιομηχανία BYD, υποστηρίζοντας ότι η εταιρεία επωφελείται από μαζικές κρατικές επιδοτήσεις, γεγονός που της επιτρέπει να διαθέτει προϊόντα σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές στην αγορά. Η Κίνα έχει επανειλημμένα απορρίψει τις κατηγορίες περί αθέμιτου ανταγωνισμού, με το υπουργείο Εμπορίου να δημοσιεύει τον περασμένο Ιούλιο σχετική έκθεση, στην οποία υποστηρίζεται ότι τόσο οι Ηνωμένες Πολιτείες όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζουν παρόμοιες πολιτικές επιδοτήσεων σε κλάδους όπως τα ηλεκτρικά οχήματα και η τεχνητή νοημοσύνη. Στο ίδιο έγγραφο, η κατηγορία περί πολιτικών που δεν συνάδουν με τους κανόνες της αγοράς χαρακτηρίζεται ως κλασική περίπτωση διπλών μέτρων και σταθμών και πραγματικής αδικίας.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Κουτσούμπας: Βίντεο-απάντηση για Ελλάδα 2030
Η Μελόνι σπάει ρεκόρ μακροβιότητας στην Ιταλία
Παραίτηση Υπ. Άμυνας Εσθονίας για σκάνδαλο με πυρομαχικά