Σήμερα Γιορτάζουν:

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

ΘΕΟΔΟΥΛΑ

ΚΥΡΙΛΛΟΣ

20 Ιανουαρίου 2025

«Διορθώνουν» τα σχολεία, καταστρέφοντας την παιδεία, τα παιδιά και την εκπαίδευση

Η παρούσα σχολική χρονιά έχει χαρακτηριστεί από την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας ως η «χρονιά του σχολείου», μια προσπάθεια να αποδοθεί έμφαση στη δημόσια εκπαίδευση και τις ανάγκες του εκπαιδευτικού συστήματος. Ωστόσο, σε αυτήν την ανακοίνωση παραλείπεται μια θεμελιώδης αλήθεια, την οποία οι πολιτικές ηγεσίες παραβλέπουν συστηματικά για δεκαετίες: η πραγματική αναβάθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την κατάργηση της παραπαιδείας, ήτοι των φροντιστηρίων. Στην πραγματικότητα, η φράση «χρονιά του σχολείου» μοιάζει να είναι εξίσου η «χρονιά του φροντιστηρίου», καθώς οι δύο αυτές πραγματικότητες συνυπάρχουν και αλληλοσυμπληρώνονται.

Αν προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε εις βάθος την εκπαιδευτική κατάσταση της χώρας, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε την αλληλεξάρτηση ανάμεσα στην πάσχουσα παιδεία και το φαινόμενο της παραπαιδείας, το οποίο υπονομεύει κάθε προσπάθεια για ουσιαστική βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Η παραπαιδεία, δηλαδή η εξωσχολική υποστήριξη μέσω φροντιστηρίων, έχει αναδειχθεί σε κανονικότητα και έχει αποκτήσει χαρακτήρα κοινωνικού φαινομένου, ενώ η πολιτεία απέχει από το να το αγγίξει ουσιαστικά.

Η πρόσφατη πρωτοβουλία του Υπουργού Ψηφιακής Διακυβέρνησης, κ. Πιερρακάκη, για την ενίσχυση της «αυτονομίας» των σχολείων μέσω της ανάθεσης του ρόλου του διευθυντή σχολικής μονάδας σε «manager/διευθύνοντα σύμβουλο», αναδεικνύει τη λογική της κυβέρνησης να αναθέσει ευθύνες σε διοικητικά στελέχη, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις βαθύτερες εκπαιδευτικές ανάγκες του συστήματος. Σύμφωνα με αυτή την πρόταση, περίπου 10.800 διευθυντές σχολικών μονάδων αναμένεται να αναλάβουν αυτόν τον ρόλο, με στόχο τη διαχείριση της εκπαιδευτικής διαδικασίας σε τοπικό επίπεδο.

Η εμμονή της κυβέρνησης με τις στατιστικές αναγγελίες καταδεικνύει για ακόμη μία φορά την ανάγκη «βελτίωσης» του δείκτη αυτονομίας της χώρας στον τομέα της εκπαίδευσης. Η Ελλάδα κατέχει τον χαμηλότερο δείκτη αυτονομίας σε σχέση με άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, γεγονός που οδηγεί στην υιοθέτηση νέων πολιτικών με στόχο τη βελτίωση αυτών των στατιστικών μεθόδων, όπως η εξαγγελία για την ενίσχυση της διοίκησης των σχολείων μέσω της «αυτονομίας». Ωστόσο, τέτοιες εξαγγελίες αποπροσανατολίζουν τη συζήτηση από τα πραγματικά προβλήματα, όπως την υποστελέχωση των σχολείων και την αδυναμία των πολιτικών να υλοποιήσουν άλλες πιο ουσιαστικές προτάσεις, όπως το ψηφιακό σχολείο και η εφαρμογή του ψηφιακού φροντιστηρίου.

Αυτή η νέα «επανάσταση» της κυβέρνησης, όπως αναφέρεται η εισαγωγή του ψηφιακού σχολείου και του ψηφιακού φροντιστηρίου, αν και προβάλλεται ως καινοτόμος και ανατρεπτική, δεν είναι σε θέση να λύσει τα βαθύτερα προβλήματα που ταλανίζουν το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ακόμα και αν το ψηφιακό σχολείο προσφέρει νέες δυνατότητες, η πραγματικότητα παραμένει ότι οι οικογένειες αντιμετωπίζουν έντονες οικονομικές δυσκολίες και συνεχώς αναγκάζονται να στραφούν στα φροντιστήρια για να διασφαλίσουν ότι τα παιδιά τους θα έχουν την απαραίτητη προετοιμασία για τις πανελλαδικές εξετάσεις. Εδώ αναδύεται το μεγαλύτερο ζήτημα: η ίδια η εκπαιδευτική πολιτική προάγει τη δημιουργία μιας «στρατηγικής αναγκαιότητας» για τη χρήση φροντιστηρίων, καθιστώντας τα αναπόφευκτα και ενισχύοντας τη θέση της παραπαιδείας στην κοινωνία.

Αν προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τα προβλήματα της παιδείας από τη σκοπιά των πολιτικών που περιορίζονται σε εξαγγελίες για «εκπαιδευτικές επαναστάσεις», διαπιστώνουμε ότι παραβλέπουν συστηματικά τα πραγματικά αιτία της παραπαιδείας. Αυτή η αποτυχία της πολιτικής ηγεσίας να αντιμετωπίσει την ουσία του προβλήματος, έχει ως αποτέλεσμα να επαναλαμβάνονται λάθη και να εντείνονται τα προβλήματα. Εν τέλει, αυτό συνιστά έναν συνδυασμό πολιτικής ανικανότητας, ψηφοθηρικής πρακτικής και αδυναμίας να αγγιχτεί μια «βιομηχανία» που αφορά χιλιάδες δασκάλους και καθηγητές που εργάζονται σε φροντιστήρια και κέντρα μελέτης. Η πολιτεία, αν και υποτίθεται ότι παρέχει δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση, αδυνατεί να παρέχει στους εκπαιδευτικούς μισθούς που να αντανακλούν την πραγματική αξία του έργου τους, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η ανάγκη για εξωσχολική εκπαίδευση.

Το φαινόμενο της παραπαιδείας ανατροφοδοτείται μέσα από την αδυναμία του κράτους να δημιουργήσει ένα σύστημα σύγχρονων σχολικών μονάδων σε όλη τη χώρα. Χιλιάδες καθηγητές και δάσκαλοι περιμένουν να διοριστούν σε κενές θέσεις, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν επαρκή εκπαιδευτικά στελέχη για να καλύψουν τις ανάγκες των σχολείων. Αυτή η αδυναμία διορισμού, σε συνδυασμό με την πολιτική ψηφοθηρίας, οδηγεί στην ανάγκη για τη «σιωπηρή» υποστήριξη των φροντιστηρίων, τα οποία προσφέρουν εργασία σε χιλιάδες εκπαιδευτικούς, ενώ οι ίδιοι οι φορολογούμενοι επιβαρύνονται με την «αναγκαία» ύπαρξή τους.

Επιπλέον, η τάση της κυβέρνησης να προωθήσει την ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης μέσω διάφορων μορφών συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα γίνεται ολοένα πιο εμφανής, με την εξαγορά ιδιωτικών σχολείων από ξένα επενδυτικά κεφάλαια. Αυτό ενδέχεται να αποτελέσει ένα ακόμα βήμα προς την πλήρη ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης, εις βάρος της δημόσιας παιδείας.

Αν συγκρίνουμε τη συνεργασία του δημοσίου με τον ιδιωτικό τομέα στον τομέα της υγείας, μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε ότι κάτι αντίστοιχο δεν είναι εκτός της φιλοσοφίας της κυβέρνησης, η οποία προωθεί τη σύμπραξη του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα για τη βελτίωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μέσω της δημιουργίας σχολείων και προγραμμάτων εξειδίκευσης σε περιοχές με ειδικές αναπτυξιακές ανάγκες. Ωστόσο, η ενίσχυση των ιδιωτικών συμφερόντων στη δημόσια εκπαίδευση συνιστά κίνδυνο για την ελληνοκεντρική διάσταση της εκπαίδευσης και την πολιτιστική ταυτότητα της χώρας.

Ετικέτες: