Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ποντίων: Το έγκλημα που η Τουρκία εξακολουθεί να αρνείται
Συμπληρώνονται σήμερα 107 χρόνια από την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα, γεγονός που σηματοδότησε τη δεύτερη, σκληρότερη και πιο οργανωμένη φάση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Η 19η Μαΐου παραμένει ημέρα ιστορικής μνήμης, εθνικού χρέους και διεκδίκησης δικαιοσύνης για ένα έγκλημα που εξακολουθεί να βαραίνει την τουρκική κρατική ιστορία.
Η Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού δεν υπήρξε ένα στιγμιαίο ξέσπασμα βίας. Αποτέλεσε οργανωμένο σχέδιο εξόντωσης, εκρίζωσης και βίαιου εκτουρκισμού των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, μαζί με τους Αρμενίους και τους Ασσυρίους. Παρά τον τεράστιο αριθμό θυμάτων, παρά τις μαρτυρίες, τα διπλωματικά έγγραφα και τις ιστορικές καταγραφές, η Τουρκία εξακολουθεί να αρνείται το έγκλημα, ενώ η διεθνής κοινότητα δεν έχει επιβάλει τις πολιτικές και ηθικές συνέπειες που αντιστοιχούν σε μια τέτοια ιστορική θηριωδία.

Η έναρξη των διωγμών και τα Τάγματα Εργασίας
Με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1914, η ηγεσία των Νεοτούρκων, σε στενή συνεργασία με τους Γερμανούς συμμάχους της, έθεσε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα εκκαθάρισης των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Στόχος ήταν η εθνολογική μεταβολή της αυτοκρατορίας, η εξουδετέρωση των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων και η δημιουργία ενός ομογενοποιημένου τουρκικού κράτους.
Οι Έλληνες του Πόντου βρέθηκαν στο στόχαστρο με μεθοδικό τρόπο. Αρχικά επιβλήθηκε οικονομικός αποκλεισμός, περιορισμοί στην καθημερινή ζωή, διώξεις και αυθαίρετες κατασχέσεις. Στη συνέχεια, οι άνδρες οδηγήθηκαν στα περιβόητα Τάγματα Εργασίας, τα οποία στην πράξη λειτούργησαν ως μηχανισμός φυσικής εξόντωσης. Οι καταναγκαστικές πορείες, η πείνα, οι κακουχίες και η απάνθρωπη μεταχείριση μετέτρεψαν χιλιάδες ανθρώπους σε θύματα ενός διοικητικά οργανωμένου θανάτου.

Οι εκτοπισμοί των αμάχων πήραν γρήγορα τη μορφή πορειών θανάτου. Ήδη από το 1915, οι ελληνικές προξενικές αρχές κατέγραφαν την τραγική κατάσταση των διωκόμενων πληθυσμών. Άνθρωποι χωρίς τροφή, νερό, υποδήματα ή στοιχειώδη προστασία οδηγούνταν προς την ενδοχώρα και τα αφιλόξενα ορεινά περάσματα. Όσοι δεν δολοφονούνταν κατά τη διαδρομή πέθαιναν από το ψύχος, την εξάντληση, τις ασθένειες ή τις επιθέσεις ένοπλων ομάδων.
Τον Δεκέμβριο του 1916, η εκδίωξη των ελληνικών πληθυσμών του Πόντου έλαβε ακόμη πιο επίσημη και συστηματική μορφή. Στρατιωτικό διάταγμα προέβλεπε την άμεση μετακίνησή τους προς την ενδοχώρα, με τη συμμετοχή του τακτικού στρατού και των άτακτων ενόπλων σωμάτων, των Τσετών. Οι σφαγές, οι λεηλασίες, οι βιασμοί, οι πυρπολήσεις χωριών και η τρομοκρατία αποτέλεσαν βασικά εργαλεία του σχεδίου αφανισμού.

Η αποβίβαση του Κεμάλ και η δεύτερη φάση της Γενοκτονίας
Κατά τη διάρκεια του πολέμου, χιλιάδες Πόντιοι και Αρμένιοι κατέφυγαν στη ρωσική επικράτεια και στον Καύκασο, αναζητώντας σωτηρία από τους διωγμούς. Η λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου δημιούργησε πρόσκαιρες ελπίδες ότι οι αρχές της αυτοδιάθεσης και οι διεθνείς διακηρύξεις θα οδηγούσαν στη δικαίωση των υπόδουλων λαών. Οι προσδοκίες αυτές σύντομα διαψεύστηκαν.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση και η κατάρρευση της τσαρικής Ρωσίας άλλαξαν ριζικά τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς. Οι δυτικές δυνάμεις, βλέποντας στο κεμαλικό κίνημα ένα πιθανό ανάχωμα απέναντι στον μπολσεβικισμό, άρχισαν να αντιμετωπίζουν διαφορετικά την τουρκική εθνικιστική ηγεσία. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα με επίσημη αποστολή την αποκατάσταση της τάξης.

Στην πραγματικότητα, η αποβίβασή του αποτέλεσε την αφετηρία της δεύτερης και αγριότερης φάσης της Γενοκτονίας. Η κεμαλική δράση δεν ανέκοψε τη βία. Την οργάνωσε, την ενίσχυσε και την κατεύθυνε με ακόμη μεγαλύτερη αποφασιστικότητα εναντίον του ποντιακού ελληνισμού.
Στο διπλωματικό επίπεδο, οι Πόντιοι προσπάθησαν να διεκδικήσουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση. Υπέβαλαν μνημόνια και χάρτες στον Ελευθέριο Βενιζέλο, προτείνοντας τη δημιουργία ανεξάρτητης Δημοκρατίας του Πόντου. Ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν αποδέχθηκε το σχέδιο, κυρίως λόγω της γεωγραφικής απόστασης και της αδυναμίας στρατιωτικής υποστήριξης, προτείνοντας αντ’ αυτού τη συγκρότηση ομοσπονδιακού Ποντοαρμενικού κράτους.
Η σχετική συμφωνία που υπογράφηκε το 1920 δεν μπόρεσε να εφαρμοστεί. Η ήττα των Αρμενίων από τις κεμαλικές δυνάμεις, η ενίσχυση του Κεμάλ από διεθνείς παράγοντες και η μεταβαλλόμενη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων άφησαν τους Ποντίους χωρίς αποτελεσματική προστασία. Το ένοπλο ποντιακό αντάρτικο, που είχε αναπτυχθεί στα βουνά για την υπεράσπιση των χωριών, πολέμησε με αυταπάρνηση, απομονωμένο όμως και χωρίς επαρκή στήριξη δεν μπορούσε να ανατρέψει τη στρατιωτική υπεροχή του εχθρού.

Ο ξεριζωμός, η προσφυγιά και το χρέος της μνήμης
Η τελική φάση της τραγωδίας σφραγίστηκε από τα έκτακτα δικαστήρια, τις εκτελέσεις πνευματικών και θρησκευτικών ηγετών, την ερήμωση ολόκληρων περιοχών και τον ολοκληρωτικό ξεριζωμό. Χωριά παραδόθηκαν στις φλόγες, οικογένειες διαλύθηκαν, κοινότητες με ιστορία αιώνων εξαφανίστηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες.
Ο απολογισμός της περιόδου 1914-1923 υπήρξε συντριπτικός. 353.000 Έλληνες του Πόντου έχασαν τη ζωή τους, αριθμός που αντιστοιχεί σε πάνω από τον μισό ελληνικό πληθυσμό της περιοχής. Με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923 και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, περίπου 400.000 επιζώντες πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς.
Όσοι παρέμειναν πίσω βρέθηκαν αντιμέτωποι με την ανάγκη να κρύψουν την ταυτότητά τους. Χιλιάδες Πόντιοι έγιναν κρυπτοχριστιανοί, προκειμένου να μπορέσουν να μείνουν στις πατρογονικές τους εστίες. Οι υπόλοιποι επιβιβάστηκαν στα πλοία της εξόδου από τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας και έφτασαν σε μια Ελλάδα εξαντλημένη, φτωχή και τραυματισμένη από πολέμους και εθνικές καταστροφές.
Παρά τον ξεριζωμό, ο ποντιακός ελληνισμός δεν εξαφανίστηκε. Οι πρόσφυγες μετέφεραν στην Ελλάδα τις εικόνες, τα κειμήλια, τη γλώσσα, τη μουσική, την πίστη και την ιστορική τους μνήμη. Με σκληρή εργασία, εμπορική δραστηριότητα, πνευματική προσφορά και βαθιά προσήλωση στην οικογένεια και την κοινότητα, συνέβαλαν καθοριστικά στην κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική αναγέννηση της χώρας.
Η επίσημη ελληνική πολιτεία χρειάστηκε δεκαετίες για να αναγνωρίσει θεσμικά το αυτονόητο. Στις 24 Φεβρουαρίου 1994, η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε τη 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Μικρασιατικού Πόντου. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε καθυστερημένη, αλλά αναγκαία πράξη δικαίωσης.

Η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας παραμένει ανοιχτό ιστορικό και πολιτικό χρέος. Η τουρκική άρνηση δεν αναιρεί την αλήθεια. Την καθιστά ακόμη πιο επιτακτική. Η μνήμη των εκατοντάδων χιλιάδων νεκρών δεν μπορεί να περιοριστεί σε επετειακές τελετές. Απαιτεί διαρκή διεκδίκηση, ιστορική τεκμηρίωση, διπλωματική επιμονή και εθνική αξιοπρέπεια.
Η Γενοκτονία των Ποντίων δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν. Αποτελεί ζωντανή υπενθύμιση του τι συμβαίνει όταν ο κρατικός εθνικισμός μετατρέπεται σε μηχανισμό εξόντωσης και όταν η διεθνής κοινότητα επιλέγει τη σιωπή απέναντι στο έγκλημα. Η 19η Μαΐου είναι ημέρα πένθους, μνήμης και ευθύνης. Για τους νεκρούς, για τους πρόσφυγες, για τους απογόνους τους και για την ιστορική αλήθεια που δεν διαγράφεται.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα