Υπουργείο Υγείας: Τα νοσοκομεία με τις περισσότερες επισκέψεις στα απογευματινά ιατρεία

Τα επίσημα στοιχεία του υπουργείου Υγείας αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που συγκρούεται με την κυβερνητική εικόνα περί εύκολης και δωρεάν πρόσβασης των ασθενών στο ΕΣΥ μέσω ψηφιακών εφαρμογών. Παρά τις διαβεβαιώσεις του Άδωνι Γεωργιάδη ότι οι νέες πλατφόρμες διευκολύνουν τους πολίτες, οι αριθμοί δείχνουν ότι χιλιάδες ασθενείς εξακολουθούν να στρέφονται στα απογευματινά ιατρεία των δημόσιων νοσοκομείων, πληρώνοντας από την τσέπη τους για να εξεταστούν.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει το βαθύτερο πρόβλημα του Εθνικού Συστήματος Υγείας: οι πολίτες, μπροστά στις καθυστερήσεις, στις λίστες αναμονής και στην αδυναμία άμεσης πρόσβασης σε γιατρό, οδηγούνται σε μια υπηρεσία εντός δημόσιου νοσοκομείου με ιδιωτική οικονομική επιβάρυνση. Το αποτέλεσμα είναι ένα δημόσιο σύστημα δύο ταχυτήτων, όπου η ταχύτερη εξυπηρέτηση προϋποθέτει πληρωμή.

Τα απογευματινά ιατρεία παραμένουν βασική διέξοδος για τους ασθενείς

Ο θεσμός των απογευματινών ιατρείων, γνωστός και ως ολοήμερη λειτουργία των νοσοκομείων, καθιερώθηκε το 2001 επί υπουργίας Αλέκου Παπαδόπουλου. Από την πρώτη στιγμή είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από κόμματα και φορείς, καθώς θεωρήθηκε ότι εισάγει λογική άμεσης πληρωμής μέσα στο δημόσιο σύστημα υγείας.

Παρά τις αντιδράσεις, ο θεσμός παρέμεινε στο ΕΣΥ για περισσότερα από 25 χρόνια και σήμερα φαίνεται να λειτουργεί ως αναγκαστική επιλογή για χιλιάδες πολίτες. Η αύξηση των επισκέψεων στα απογευματινά ιατρεία δείχνει ότι οι ψηφιακές εφαρμογές και οι εξαγγελίες περί καλύτερης πρόσβασης δεν επαρκούν για να καλύψουν τις πραγματικές ανάγκες των ασθενών.

Τα νοσοκομεία με τις περισσότερες επισκέψεις

Σύμφωνα με τις επίσημες καταγραφές του υπουργείου Υγείας, στην Αττική και στην 1η Υγειονομική Περιφέρεια, το νοσοκομείο με τη μεγαλύτερη κίνηση στα απογευματινά ιατρεία το 2025 ήταν το Ανδρέας Συγγρός, με 45.361 επισκέψεις.

Ακολουθεί το ΚΑΤ με 26.872 επισκέψεις, ενώ στην τρίτη θέση βρίσκεται ο Άγιος Σάββας με 19.853 ασθενείς. Το νοσοκομείο Γ. Γεννηματάς κατέγραψε 17.097 επισκέψεις, το μαιευτήριο Έλενα Βενιζέλου 14.696, το Οφθαλμιατρείο Αθηνών 14.184 και ο Ευαγγελισμός, το μεγαλύτερο νοσοκομείο της χώρας, 12.021 επισκέψεις στα απογευματινά ιατρεία.

Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι η προσφυγή των ασθενών στις επί πληρωμή υπηρεσίες των δημόσιων νοσοκομείων δεν αποτελεί περιφερειακό φαινόμενο. Αντιθέτως, αφορά μεγάλες μονάδες πρώτης γραμμής, στις οποίες η ζήτηση για ιατρική φροντίδα παραμένει υψηλή και η τακτική πρόσβαση συχνά ανεπαρκής.

Το κόστος για τον ασθενή

Για να εξεταστεί κάποιος σε απογευματινό ιατρείο δημόσιου νοσοκομείου από γιατρό της επιλογής του, καλείται σήμερα να πληρώσει ποσό που διαμορφώνεται ανάλογα με τη βαθμίδα του γιατρού.

Το κόστος ανέρχεται σε 36 ευρώ για Λέκτορα ή Επιμελητή Β’, σε 48 ευρώ για Επιμελητή Α’ ή Επίκουρο Καθηγητή, σε 60 ευρώ για Διευθυντή ή Αναπληρωτή Καθηγητή, σε 64 ευρώ για Συντονιστή Διευθυντή και σε 72 ευρώ για Καθηγητή.

Τα ασφαλιστικά ταμεία δεν καλύπτουν το κόστος της επίσκεψης. Καλύπτουν μόνο ιατρικές πράξεις και διαγνωστικές εξετάσεις, όπως αιματολογικούς ελέγχους ή ακτινογραφίες, υπό την προϋπόθεση ότι ο ασθενής διαθέτει το απαραίτητο παραπεμπτικό. Σε διαφορετική περίπτωση, ο πολίτης επιβαρύνεται με ολόκληρο το ποσό.

Η πραγματικότητα αυτή φωτίζει τη μεγάλη αντίφαση της κυβερνητικής πολιτικής στην Υγεία. Από τη μία πλευρά προβάλλεται η ψηφιοποίηση ως λύση για την πρόσβαση στο ΕΣΥ. Από την άλλη, τα ίδια τα στοιχεία του υπουργείου δείχνουν ότι οι ασθενείς πληρώνουν για να βρουν γιατρό μέσα στα δημόσια νοσοκομεία. Η δωρεάν δημόσια υγεία, όταν εξαρτάται από το αν ο πολίτης μπορεί να περιμένει ή να πληρώσει, μετατρέπεται σε σύνθημα χωρίς πραγματικό αντίκρισμα.