ΔΝΤ: Στο 130% του ΑΕΠ το χρέος της ΕΕ το 2040

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Το ΔΝΤ προβλέπει ότι το μέσο δημόσιο χρέος της ΕΕ θα ξεπεράσει το 130% του ΑΕΠ έως το 2040 χωρίς μέτρα πολιτικής.
  • Η Ελλάδα, μαζί με Κύπρο, Ισπανία και Πορτογαλία, είναι από τις λίγες χώρες όπου το χρέος προβλέπεται να μειωθεί.
  • Το ελληνικό χρέος αναμένεται να μειωθεί στο 110,9% του ΑΕΠ το 2031, χαμηλότερα από το γαλλικό και το βελγικό.
  • Η πρόωρη αποπληρωμή δανείων και οι μεταρρυθμίσεις ενισχύουν το προφίλ του ελληνικού χρέους.

Μια ιδιαίτερα απαισιόδοξη εκτίμηση για τη μελλοντική πορεία του δημόσιου χρέους των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης διατύπωσε η γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, κατά τη διάρκεια ομιλίας της την περασμένη Τρίτη. Σύμφωνα με την επικεφαλής του Ταμείου, εάν δεν ληφθούν άμεσα και αποτελεσματικά διορθωτικά μέτρα πολιτικής, ο μέσος όρος του δημόσιου χρέους των χωρών της ΕΕ αναμένεται να υπερδιπλασιαστεί, ξεπερνώντας το 130% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) έως το έτος 2040. Η προειδοποίηση αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά από ήδη υπάρχουσες πιέσεις που δέχονται οι κρατικοί προϋπολογισμοί.

Η κ. Γκεοργκίεβα υπογράμμισε ότι οι δημοσιονομικές προκλήσεις είναι πολυεπίπεδες. Πέρα από τις διαρκείς πιέσεις που ασκούν οι δαπάνες για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη, λόγω της συνεχιζόμενης γήρανσης του πληθυσμού, και οι επενδύσεις που απαιτούνται για την ενεργειακή μετάβαση, προστίθεται τώρα και η ανάγκη για σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών. Το συνολικό κόστος αυτών των τριών τομέων, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, αναμένεται να φτάσει το 5% του ΑΕΠ έως το 2040, δημιουργώντας μια άνευ προηγουμένου δημοσιονομική στενότητα.

Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε από την επικεφαλής του ΔΝΤ στις χώρες εκείνες που δεν διαθέτουν επαρκή δημοσιονομικά περιθώρια ελιγμών. Για αυτές, η αύξηση των αμυντικών δαπανών θα πρέπει να γίνει με δημοσιονομικά ουδέτερο τρόπο, κάτι που συνεπάγεται τη λήψη δύσκολων και επώδυνων αποφάσεων. Αυτές οι αποφάσεις μπορεί να περιλαμβάνουν είτε αύξηση της φορολογίας είτε μείωση άλλων δημόσιων δαπανών, σε μια προσπάθεια να μην εκτροχιαστεί περαιτέρω η δημοσιονομική ισορροπία.

Παράλληλα, η κ. Γκεοργκίεβα τόνισε την κρισιμότητα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, με έμφαση στην ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Στόχος είναι η τόνωση των αναιμικών ρυθμών ανάπτυξης που παρατηρούνται στις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες, γεγονός που θα διευκολύνει σημαντικά την προσπάθεια ανάσχεσης της ανοδικής πορείας του χρέους. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, ακόμα και μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν σε μέτριο βαθμό την ανάπτυξη θα μπορούσαν να μειώσουν κατά περίπου ένα πέμπτο τη δημοσιονομική προσαρμογή που απαιτείται για να τεθεί το χρέος σε πτωτική τροχιά. Όσο πιο φιλόδοξες είναι αυτές οι μεταρρυθμίσεις, τόσο μικρότερη θα είναι η αναγκαία δημοσιονομική προσπάθεια.

Η ανοδική αυτή τάση του χρέους αποτυπώνεται με σαφήνεια και στις προβλέψεις του Fiscal Monitor του ΔΝΤ, που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο. Για το σύνολο της Ευρωζώνης, το δημόσιο χρέος προβλέπεται να αυξηθεί από 87,1% του ΑΕΠ το 2025 σε 89,7% το 2031. Είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό ότι, με εξαίρεση μόλις τέσσερις χώρες (Ελλάδα, Κύπρο, Ισπανία και Πορτογαλία), σε όλες τις υπόλοιπες το χρέος παρουσιάζει αυξητική τάση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα αποτελεί μια ξεχωριστή περίπτωση, καθώς το Ταμείο προβλέπει ότι το 2031 το ελληνικό χρέος θα υπολείπεται όχι μόνο του ιταλικού (γεγονός που αναμένεται να συμβεί ήδη από φέτος), αλλά και του γαλλικού και του βελγικού. Μάλιστα, θα βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτό της Φινλανδίας, μιας χώρας που την προηγούμενη δεκαετία είχε επανειλημμένα θέσει εμπόδια στη χορήγηση δανείων προς την Ελλάδα.

Πιο συγκεκριμένα, το ΔΝΤ προβλέπει ότι το ελληνικό χρέος θα μειωθεί στο 110,9% του ΑΕΠ το 2031, από 145,7% που ήταν πέρυσι. Αντιθέτως, το γαλλικό χρέος αναμένεται να αυξηθεί την ίδια περίοδο στο 120,7% από 116%, ενώ το βελγικό θα εκτιναχθεί στο 122,3% από 106,3%. Το φινλανδικό χρέος προβλέπεται να αυξηθεί στο 100,8% από 89,3%, ενώ το ιταλικό αναμένεται να μειωθεί οριακά στο 136,1% από 137,1%.

Τόσο το ΔΝΤ όσο και οι διεθνείς οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης εκτιμούν ότι οι παράγοντες που οδήγησαν στη θεαματική μείωση του ελληνικού χρέους από το 210% του ΑΕΠ το 2020 θα συνεχίσουν να λειτουργούν και στο μέλλον. Η ισχυρή ανάπτυξη, η επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων, το χαμηλό μέσο επιτόκιο και η μεγάλη διάρκεια αποπληρωμής των δανείων αποτελούν τα βασικά θεμέλια αυτής της πορείας.

Το προφίλ του ελληνικού χρέους ενισχύθηκε περαιτέρω από την ενεργητική διαχείρισή του, η οποία περιλάμβανε την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων προς το ΔΝΤ και την επίσπευση της αποπληρωμής των διακρατικών δανείων του πρώτου μνημονίου. Αυτές οι κινήσεις βελτίωσαν σημαντικά την εικόνα της χώρας έναντι των αγορών.

Το ΔΝΤ επισημαίνει, επίσης, ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει την ίδια πίεση για αύξηση των αμυντικών και συνταξιοδοτικών δαπανών σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ. Οι αμυντικές δαπάνες της χώρας είναι ήδη σε υψηλό επίπεδο, στο 2,9% του ΑΕΠ για το 2025 (βάσει του ορισμού του ΝΑΤΟ), και προβλέπεται να παραμείνουν σταθερές την επόμενη δεκαετία, στο πλαίσιο του 12ετούς προγράμματος αμυντικού εκσυγχρονισμού, ύψους περίπου 25 δισ. ευρώ. Όσον αφορά τις συντάξεις, σύμφωνα με έκθεση της Κομισιόν του 2024, οι δαπάνες, αν και σήμερα είναι υψηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ, προβλέπεται να μειωθούν μακροπρόθεσμα λόγω των μεταρρυθμίσεων των προηγούμενων ετών και να συγκλίνουν με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο έως το 2027. Τέλος, οι δαπάνες για την Υγεία αναμένεται να αυξηθούν, αλλά με συγκρατημένο ρυθμό, χωρίς να δημιουργήσουν πρόβλημα στην αποκλιμάκωση του χρέους.