Νέοι με πτυχία και μισθούς κοντά στον κατώτατο: Το ελληνικό εργασιακό παράδοξο
Η υποχώρηση της ανεργίας και η αύξηση της απασχόλησης συνθέτουν την εικόνα που προβάλλεται τα τελευταία χρόνια για την ελληνική αγορά εργασίας. Πίσω όμως από τους βελτιωμένους δείκτες παραμένει μια πολύ πιο σκληρή πραγματικότητα για μεγάλο μέρος των εργαζομένων: χαμηλές πραγματικές αμοιβές, περιορισμένη αγοραστική δύναμη, υποαπασχόληση και σοβαρή αναντιστοιχία ανάμεσα στα προσόντα των νέων και στις θέσεις εργασίας που δημιουργεί η οικονομία.
Αυτή τη διπλή εικόνα αποτυπώνει μελέτη του Friedrich-Ebert-Stiftung (FES), η οποία δεν περιορίζεται στον αριθμό των νέων θέσεων εργασίας, αλλά εξετάζει την ποιότητά τους, τις αμοιβές, τις συνθήκες απασχόλησης και τις πραγματικές δυνατότητες επαγγελματικής εξέλιξης.
Η εικόνα είναι ιδιαίτερα ανησυχητική για τους νέους. Η νεανική ανεργία έχει πράγματι μειωθεί αισθητά και έχει περιοριστεί ο αριθμός όσων βρίσκονται εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης. Ωστόσο, μεγάλο τμήμα της νεότερης γενιάς εξακολουθεί να μην μπορεί να βρει σταθερή εργασία αντίστοιχη των προσόντων του και με μισθό που να εξασφαλίζει πραγματική οικονομική ανεξαρτησία.
Η μελέτη εντοπίζει ως ένα από τα κεντρικά προβλήματα την απόσταση ανάμεσα στο ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτει η Ελλάδα και στη δομή του παραγωγικού της μοντέλου.
Οι νεότερες γενιές έχουν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, περισσότερες δεξιότητες και μεγαλύτερη εξειδίκευση. Την ίδια στιγμή, μεγάλο μέρος της απασχόλησης εξακολουθεί να συγκεντρώνεται σε κλάδους χαμηλότερης προστιθέμενης αξίας. Έτσι, πτυχιούχοι και εργαζόμενοι με εξειδικευμένες γνώσεις καταλήγουν σε θέσεις που είτε δεν αξιοποιούν τα προσόντα τους είτε δεν τους ανταμείβουν οικονομικά για αυτά.
Εδώ βρίσκεται και ένα από τα βασικά παράδοξα της αγοράς εργασίας: επιχειρήσεις δηλώνουν ότι δεν βρίσκουν προσωπικό, ενώ ταυτόχρονα χιλιάδες νέοι δηλώνουν ότι δεν βρίσκουν θέσεις με αξιοπρεπείς αποδοχές και προοπτική. Το πρόβλημα επομένως δεν είναι μόνο η έλλειψη εργαζομένων. Είναι και η έλλειψη θέσεων που να αξίζει κάποιος να επιλέξει και να κρατήσει.
Μισθοί που ανεβαίνουν στα χαρτιά, αγοραστική δύναμη που πιέζεται
Στον πυρήνα του προβλήματος βρίσκεται το εισόδημα. Η μελέτη επισημαίνει ότι οι πραγματικές ακαθάριστες και καθαρές αποδοχές στην Ελλάδα παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ σε σύγκριση με την περίοδο πριν από την οικονομική κρίση ένα σημαντικό τμήμα των εισοδηματικών απωλειών δεν έχει ακόμη ανακτηθεί.
Οι αυξήσεις στον κατώτατο μισθό έχουν βελτιώσει τις ονομαστικές αποδοχές. Το πραγματικό όφελος, όμως, περιορίζεται από την άνοδο του κόστους ζωής. Ενοίκια, τρόφιμα και ενέργεια απορροφούν μεγάλο μέρος των αυξήσεων, αφήνοντας πολλά νοικοκυριά με περιορισμένα περιθώρια οικονομικής ασφάλειας.
Η κυβερνητική προβολή της αύξησης της απασχόλησης και των μισθών δεν αρκεί για να αποτυπώσει την καθημερινότητα ενός εργαζομένου. Το πραγματικό μέτρο δεν είναι μόνο πόσα ευρώ γράφει η μισθοδοσία, αλλά τι μπορεί να αγοράσει αυτός ο μισθός στο τέλος του μήνα.
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι η συμπίεση της μισθολογικής κλίμακας. Εργαζόμενοι με πτυχία, εξειδίκευση και πολυετή εμπειρία βρίσκονται σε αρκετές περιπτώσεις με αποδοχές που απέχουν ελάχιστα από τον κατώτατο μισθό.
Το αποτέλεσμα είναι να υποβαθμίζεται οικονομικά η αξία της εκπαίδευσης, της εμπειρίας και της εξειδίκευσης. Όταν η μισθολογική διαφορά ανάμεσα σε έναν ανειδίκευτο εργαζόμενο και σε έναν πτυχιούχο με χρόνια προϋπηρεσίας περιορίζεται δραστικά, η ίδια η αγορά στέλνει το μήνυμα ότι η επένδυση σε σπουδές και δεξιότητες δεν ανταμείβεται επαρκώς.
Στην ίδια πραγματικότητα εντάσσεται και το φαινόμενο των «εργαζόμενων φτωχών». Πρόκειται για ανθρώπους που έχουν εργασία, ακόμη και πλήρους απασχόλησης, αλλά ο μισθός τους δεν επαρκεί ώστε να καλύπτουν με ασφάλεια τις βασικές ανάγκες τους.
Το στεγαστικό κόστος επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Για πολλούς νέους εργαζομένους, ένα μεγάλο μέρος του μισθού κατευθύνεται στο ενοίκιο, καθιστώντας δύσκολη ακόμη και την αποχώρηση από την οικογενειακή κατοικία.
Έτσι, η αύξηση της απασχόλησης δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου. Μπορεί περισσότεροι άνθρωποι να εργάζονται, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι περισσότεροι άνθρωποι μπορούν να ζουν με οικονομική ασφάλεια.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η μελέτη και στην περιορισμένη κάλυψη των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Στην Ελλάδα το σχετικό ποσοστό παραμένει κάτω από το 25%-30%, πολύ μακριά από τον ευρωπαϊκό στόχο του 80%.
Για σημαντικό μέρος του ιδιωτικού τομέα, οι όροι αμοιβής και εργασίας εξακολουθούν να διαμορφώνονται κυρίως μέσω ατομικών συμφωνιών. Αυτό αφήνει τον εργαζόμενο με σαφώς μικρότερη διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στον εργοδότη, ιδιαίτερα σε κλάδους όπου οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί και η εργασιακή κινητικότητα υψηλή.
Στην ίδια εικόνα εντάσσονται η μερική απασχόληση, η εκ περιτροπής εργασία και οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Η μελέτη επισημαίνει επίσης περιπτώσεις υπερωριακής εργασίας που δεν καταγράφεται ή δεν αμείβεται με τον τρόπο που προβλέπεται.
Το brain drain δεν τελείωσε – Απλώς άλλαξε μορφή
Η αποκλιμάκωση της ανεργίας στους νέους δεν σημαίνει ότι έκλεισε και το κεφάλαιο του brain drain. Η συζήτηση πλέον δεν αφορά μόνο το αν υπάρχουν θέσεις εργασίας στην Ελλάδα. Αφορά το εάν αυτές οι θέσεις μπορούν να ανταγωνιστούν τις αντίστοιχες του εξωτερικού σε μισθούς, συνθήκες εργασίας και δυνατότητες εξέλιξης.
Η απάντηση συνδέεται άμεσα με τη δομή της ελληνικής οικονομίας. Τουρισμός, εστίαση και λιανεμπόριο εξακολουθούν να έχουν πολύ μεγάλο βάρος στην απασχόληση. Δημιουργούν πολλές θέσεις, αλλά σημαντικό μέρος τους είναι εποχικό ή χαμηλότερης εξειδίκευσης.
Την ίδια ώρα, κλάδοι όπως η μεταποίηση, η τεχνολογία, η έρευνα και άλλες δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη σε έκταση ικανή να απορροφήσει το μεγάλο απόθεμα εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η κυβερνητική αφήγηση περί «ισχυρής αγοράς εργασίας» συναντά τα όριά της. Η μείωση της ανεργίας αποτελεί θετική εξέλιξη. Δεν αρκεί όμως, όταν μεγάλο τμήμα των νέων εργαζομένων εξακολουθεί να βλέπει στο εξωτερικό καλύτερο μισθό, μεγαλύτερη εργασιακή ασφάλεια και σαφέστερη επαγγελματική προοπτική.
Η μελέτη του FES καταγράφει τέσσερις βασικές κατευθύνσεις για την επόμενη περίοδο: ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ουσιαστικότερη σύνδεση της κατάρτισης με τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς, προσέλκυση επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας και ισχυρότερους μηχανισμούς ελέγχου της εργασίας.
Το ζήτημα επομένως δεν εξαντλείται στη δημιουργία περισσότερων θέσεων. Η επόμενη μεγάλη δοκιμασία για την οικονομική πολιτική είναι να δημιουργηθούν καλύτερες θέσεις: με υψηλότερες αμοιβές, σταθερότητα, συλλογική προστασία και πραγματική δυνατότητα επαγγελματικής εξέλιξης.
Η μείωση της ανεργίας είναι ένας σημαντικός δείκτης, δεν μπορεί όμως να λειτουργεί ως άλλοθι για να κρυφτούν οι αδύναμοι μισθοί και η απώλεια αγοραστικής δύναμης. Η πραγματική επιτυχία της αγοράς εργασίας δεν μετριέται μόνο από το πόσοι έχουν δουλειά, αλλά από το αν ο μισθός αυτής της δουλειάς τους επιτρέπει να ζουν αξιοπρεπώς, να δημιουργούν οικογένεια, να αποκτούν σπίτι και να σχεδιάζουν το μέλλον τους.
Αυτό παραμένει το μεγάλο κενό πίσω από τους βελτιωμένους αριθμούς: η Ελλάδα μπορεί να εμφανίζει περισσότερους εργαζομένους, εξακολουθεί όμως να δυσκολεύεται να δημιουργήσει αρκετές θέσεις εργασίας που να προσφέρουν στους ανθρώπους της πραγματική οικονομική προοπτική.
Πιο Δημοφιλή
Ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στον καρδιολόγο Φάνη Ζαμπετάκη
ΟΠΕΚΕΠΕ: Σκάνδαλο με «φανταστικά» ζώα και ευρωπαϊκές επιδοτήσεις
Σύλληψη 23χρονου στη Μύκονο για σεξουαλική επίθεση σε 18χρονη
Πιο Πρόσφατα
Εγκαίνια επέκτασης Μετρό Θεσσαλονίκης προς Καλαμαριά
Ροδόπη: Τη σκότωσε λίγες ώρες πριν από το ραντεβού για το διαζύγιο
Βελτιώνεται το καταναλωτικό κλίμα στη Γερμανία τον Σεπτέμβριο