21 Φεβρουαρίου 2026

Εξέταση αίματος «μετρά» τον χρόνο μέχρι τα πρώτα συμπτώματα Αλτσχάιμερ

Ερευνητές στις Ηνωμένες Πολιτείες ανέπτυξαν μια καινοτόμο εξέταση αίματος που εκτιμά σε πόσα χρόνια αναμένεται να εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα της νόσου Αλτσχάιμερ, με μέσο περιθώριο σφάλματος από 3 έως 3,7 χρόνια, ανοίγοντας τον δρόμο για πιο προσιτή και έγκαιρη ανίχνευση της νόσου σε σύγκριση με τις ακριβές και περιορισμένης διαθεσιμότητας απεικονίσεις PET εγκεφάλου που χρησιμοποιούνται σήμερα κυρίως σε ερευνητικό επίπεδο.

Η μετάβαση από την απλή εκτίμηση κινδύνου στην πρόβλεψη χρονικού ορίζοντα εμφάνισης συμπτωμάτων συνιστά ουσιαστική μεταβολή στον τρόπο προσέγγισης της άνοιας, καθώς το Αλτσχάιμερ αποτελεί την κυριότερη αιτία της και οι χαρακτηριστικές εναποθέσεις πρωτεϊνών στον εγκέφαλο ξεκινούν πολλά χρόνια πριν εκδηλωθούν οι πρώτες διαταραχές μνήμης και σκέψης. Η δυνατότητα εντοπισμού αυτής της μακράς «σιωπηλής» φάσης και ο προσδιορισμός της διάρκειάς της μπορούν να επηρεάσουν τόσο τις θεραπευτικές στρατηγικές όσο και τον σχεδιασμό κλινικών δοκιμών που επιδιώκουν να αναχαιτίσουν την εξέλιξη της νόσου σε πρώιμο στάδιο, πριν επέλθουν μη αναστρέψιμες εγκεφαλικές βλάβες.

Στο επίκεντρο της μελέτης, που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature Medicine, βρίσκεται η πρωτεΐνη p-tau217, της οποίας μια συγκεκριμένη μορφή αυξάνεται σταθερά στο αίμα όσο προχωρά η παθολογική διεργασία στον εγκέφαλο. Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον αξιοποίησαν αυτή τη βιολογική πορεία δημιουργώντας μαθηματικά «μοντέλα ρολογιού», τα οποία μεταφράζουν την τρέχουσα συγκέντρωση της πρωτεΐνης σε εκτίμηση του χρόνου που απομένει μέχρι την εκδήλωση γνωστικών συμπτωμάτων.

Για την ανάπτυξη και επαλήθευση της μεθόδου συμμετείχαν δύο ανεξάρτητες ομάδες ηλικιωμένων. Η πρώτη περιλάμβανε 258 άτομα με μέση ηλικία 67,7 ετών και η δεύτερη 345 άτομα με μέση ηλικία 72,7 ετών. Οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν επί σειρά ετών με επαναλαμβανόμενες αιμοληψίες και κλινικές αξιολογήσεις. Τα μοντέλα κατάφεραν να προβλέψουν τον χρόνο εμφάνισης συμπτωμάτων με μέσο σφάλμα περίπου 3 έως 3,7 χρόνια, ενώ η ακρίβεια διατηρήθηκε όταν το κάθε μοντέλο εφαρμόστηκε στα δεδομένα της άλλης ομάδας. Παράλληλα, η προσέγγιση έδειξε συνεπή αποτελέσματα σε πέντε διαφορετικές εμπορικά διαθέσιμες εκδοχές της εξέτασης.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα αφορά τη σύνδεση ηλικίας και χρονικού διαστήματος μέχρι την εκδήλωση συμπτωμάτων. Η ανάλυση έδειξε ότι όσο μεγαλύτερη ήταν η ηλικία κατά το θετικό αποτέλεσμα της εξέτασης, τόσο μικρότερος ήταν ο χρόνος που μεσολαβούσε μέχρι την εμφάνιση κλινικών ενδείξεων. Ενδεικτικά, ένα άτομο 60 ετών με θετικό αποτέλεσμα είχε διάμεσο χρονικό ορίζοντα περίπου 20 ετών έως τα πρώτα συμπτώματα, ενώ για ένα άτομο 80 ετών ο αντίστοιχος χρόνος υπολογιζόταν σε 11 έτη. Οι ερευνητές αποδίδουν τη διαφορά αυτή σε εγκεφαλικές μεταβολές που σχετίζονται με τη γήρανση και σε πρόσθετες παθολογικές καταστάσεις που συσσωρεύονται με το πέρασμα του χρόνου, επιταχύνοντας τη σύνδεση ανάμεσα στη συσσώρευση πρωτεϊνών και τη γνωστική έκπτωση.

Η δυνατότητα ακριβέστερης εκτίμησης του χρονικού σημείου εμφάνισης συμπτωμάτων έχει ιδιαίτερη σημασία για τον σχεδιασμό κλινικών δοκιμών, όπου η επιλογή των κατάλληλων συμμετεχόντων επηρεάζει καθοριστικά τα αποτελέσματα. Η υπερβολικά πρώιμη ένταξη ενδέχεται να μην αποδώσει μετρήσιμες μεταβολές, ενώ η καθυστερημένη επιλογή μπορεί να συμπίπτει με προχωρημένη βλάβη. Ένα εργαλείο που προσδιορίζει πόσο κοντά βρίσκεται κάποιος στην εκδήλωση συμπτωμάτων μπορεί να συμβάλει σε πιο στοχευμένες, συντομότερες και οικονομικά αποδοτικότερες δοκιμές.

Παρά τα ενθαρρυντικά ευρήματα, η εξέταση παρουσιάζει περιορισμούς. Τα μοντέλα εφαρμόζονται μόνο σε συγκεκριμένο εύρος τιμών της πρωτεΐνης p-tau217, καθώς πολύ χαμηλές ή πολύ υψηλές συγκεντρώσεις δεν επιτρέπουν αξιόπιστη εκτίμηση. Επιπλέον, το δείγμα της μελέτης αποτελούνταν κυρίως από λευκούς συμμετέχοντες, γεγονός που ενδέχεται να περιορίζει τη γενίκευση των αποτελεσμάτων σε πληθυσμούς με διαφορετικά επιδημιολογικά χαρακτηριστικά ή με αυξημένα ποσοστά άλλων εγκεφαλικών παθήσεων.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το συγκεκριμένο εργαλείο προορίζεται για ερευνητική χρήση και ότι η μέτρηση βιοδεικτών Αλτσχάιμερ σε άτομα χωρίς γνωστικά συμπτώματα δεν συνιστάται εκτός οργανωμένου επιστημονικού πλαισίου, υπογραμμίζοντας την ανάγκη προσεκτικής αξιολόγησης πριν από οποιαδήποτε ευρύτερη εφαρμογή.