Ελλάδα 2028-2034: Νέο πλαίσιο επιτήρησης με πρόσχημα τις μεταρρυθμίσεις

Υπό το περίβλημα μιας νέας έκθεσης Πισσαρίδη, η οποία έρχεται σε μια εξαιρετικά κρίσιμη πολιτική συγκυρία και λίγο πριν από τις επόμενες εκλογικές εξελίξεις, η Ελλάδα οδηγείται σε έναν νέο κύκλο δεσμεύσεων με ορίζοντα το 2034. Η γνωστή επίκληση των «μεταρρυθμίσεων» επανέρχεται ως βασικό επιχείρημα, ενώ στην πράξη διαμορφώνεται ένα πλαίσιο μακράς οικονομικής επιτήρησης, με συγκεκριμένες κατευθύνσεις για την παραγωγή, την εργασία, τις επενδύσεις, τα ευρωπαϊκά κονδύλια και τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.

Η χώρα μπορεί να έχει εξέλθει τυπικά από τα Μνημόνια από το καλοκαίρι του 2018, ωστόσο η πραγματικότητα δείχνει ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί και οι δανειστές ουδέποτε έδειξαν πλήρη εμπιστοσύνη στο εγχώριο πολιτικό σύστημα. Με τη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, η Κομισιόν διαμόρφωσε ένα άτυπο πλαίσιο δεσμεύσεων που κράτησε την Ελλάδα σε αυστηρή τροχιά έως το καλοκαίρι του 2026. Τώρα, η κυβέρνηση φαίνεται να προαναγγέλλει ένα νέο σχήμα, το οποίο περιγράφεται πολιτικά ως συνέχεια της αναπτυξιακής στρατηγικής, αλλά στην ουσία μοιάζει με νέο άτυπο μνημονιακό πλαίσιο.

Η πρώτη έκθεση Πισσαρίδη είχε παρουσιαστεί το 2020 ως μη δεσμευτικό κείμενο προτάσεων για την ελληνική οικονομία. Δημοσιοποιήθηκε μέσα στον Αύγουστο, σε περίοδο χαμηλής πολιτικής έντασης, και περιγράφηκε από την κυβέρνηση ως τεχνοκρατικός οδικός χάρτης για την ανάπτυξη. Η Νέα Δημοκρατία απέρριπτε τότε κάθε ισχυρισμό ότι επρόκειτο για μνημονιακού τύπου κείμενο. Ωστόσο, τα χρόνια που ακολούθησαν έδειξαν ότι μεγάλος αριθμός κυβερνητικών παρεμβάσεων είχε άμεση ή έμμεση αντιστοίχιση με τις εισηγήσεις εκείνης της επιτροπής.

Σήμερα, φαίνεται πως απαιτείται νέα επικαιροποίηση αυτού του πλαισίου, ξανά με τη σφραγίδα της ίδιας επιτροπής και υπό την καθοδήγηση του νομπελίστα οικονομολόγου Χριστόφορου Πισσαρίδη. Το νέο σχέδιο, σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, θα δεσμεύει τη χώρα για την περίοδο 2028-2034, δηλαδή πέραν της θητείας της σημερινής κυβέρνησης και πιθανότατα πέραν της θητείας ακόμη και της επόμενης.

Ένα νέο πλαίσιο επιτήρησης μετά το Ταμείο Ανάκαμψης

Η χρονική στιγμή δεν είναι τυχαία. Η νέα έκθεση έρχεται μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα για τον πραγματικό λόγο ύπαρξής της. Το κείμενο που συνόδευσε τα ευρωπαϊκά κονδύλια δεν λειτούργησε μόνο ως σχέδιο αξιοποίησης χρηματοδοτήσεων, αλλά ως ευρύτερος μηχανισμός μεταρρυθμιστικών δεσμεύσεων για το σύνολο της οικονομίας. Με τη λήξη του Ταμείου, η κυβέρνηση χρειάζεται νέο θεσμικό και πολιτικό όχημα για να συνεχίσει την ίδια γραμμή.

Η νέα έκθεση αναμένεται να παρουσιαστεί ως μηχανισμός συνέχειας των μεταρρυθμίσεων, ώστε η λήξη της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης να μην οδηγήσει σε επιβράδυνση ή αναστολή των αλλαγών. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα εισέρχεται σε ακόμη μία περίοδο προγραμματισμένων δεσμεύσεων, με την Κομισιόν να διατηρεί ισχυρό λόγο για τον οικονομικό προσανατολισμό της χώρας.

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, έχει ήδη αποκαλύψει από το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών ότι έχει υπογραφεί συμφωνία με τον ΟΟΣΑ, την Τράπεζα της Ελλάδος και τον ΙΟΒΕ για τον σχεδιασμό της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής της περιόδου 2028-2034. Η βάση αυτής της νέας στρατηγικής θα είναι η πρώτη έκθεση Πισσαρίδη, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί, έχει ήδη υλοποιηθεί σε ποσοστό 83%.

Αυτό το ποσοστό υλοποίησης παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως απόδειξη συνέπειας και προόδου. Ωστόσο, η κοινωνική εμπειρία των τελευταίων ετών δίνει μια πολύ διαφορετική εικόνα. Η ανάπτυξη καταγράφηκε στους μακροοικονομικούς δείκτες, αλλά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συμπιέστηκε. Η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση, η εργασιακή ανασφάλεια και η περιορισμένη πρόσβαση μικρών επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση δημιούργησαν συνθήκες που για μεγάλο μέρος της κοινωνίας θυμίζουν ή και υπερβαίνουν τις πιέσεις της μνημονιακής περιόδου.

Η πρώτη έκθεση του 2020 είχε επικεντρωθεί κυρίως στα δυνητικά πρόσθετα έσοδα του κράτους και στα οφέλη που θα μπορούσαν να προκύψουν από φορολογικές ελαφρύνσεις, αύξηση παραγωγικότητας και παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό και στις συντάξεις. Δεν είχε, όμως, ενσωματώσει επαρκώς ούτε το βάρος της πανδημίας ούτε την πλήρη κληρονομιά της κρίσης του 2010 και των Μνημονίων. Το αποτέλεσμα ήταν ένα σχέδιο που περιέγραφε μια οικονομία σαν να είχε ήδη απαλλαγεί από τις βαθιές κοινωνικές και παραγωγικές πληγές της προηγούμενης δεκαετίας.

Οι έξι βασικοί άξονες της νέας έκθεσης

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, η νέα έκθεση Πισσαρίδη θα κινηθεί γύρω από έξι κεντρικούς άξονες. Ο πρώτος αφορά την ενίσχυση των δεσμών ανάμεσα στην έρευνα και την παραγωγή. Η στόχευση αυτή παραπέμπει στη διαρκή προσπάθεια σύνδεσης πανεπιστημίων, ερευνητικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων. Πίσω όμως από την τεχνοκρατική διατύπωση διακρίνεται η μετατόπιση της γνώσης προς την εμπορική αξιοποίηση, σε ένα περιβάλλον όπου η κυβέρνηση προωθεί ήδη την ιδιωτικοποίηση κρίσιμων λειτουργιών της ανώτατης εκπαίδευσης.

Ο δεύτερος άξονας αφορά την ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού. Επισήμως, πρόκειται για αναγκαία τεχνική εκκρεμότητα που πρέπει να κλείσει για να υπάρξει ασφάλεια δικαίου και επενδυτική σαφήνεια. Στην πράξη, όμως, η ολοκλήρωση χρήσεων γης, πολεοδομικών σχεδίων, δασικών χαρτών και Κτηματολογίου αποτελεί κρίσιμο εργαλείο για την ταχεία αξιοποίηση εκτάσεων, συχνά προς όφελος μεγάλων επενδυτικών σχημάτων.

Ο τρίτος άξονας συνδέεται με την ανάπτυξη δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού. Η διαρκής κατάρτιση παρουσιάζεται ως αναγκαία προσαρμογή στις ανάγκες της σύγχρονης αγοράς εργασίας. Στην πραγματικότητα, όμως, το βάρος μεταφέρεται όλο και περισσότερο στον ίδιο τον εργαζόμενο, ο οποίος καλείται να εκπαιδεύεται αδιάκοπα για να παραμένει απασχολήσιμος, ενώ οι επιχειρήσεις διατηρούν χαμηλό εργασιακό κόστος και ευέλικτες μορφές απασχόλησης.

Ο τέταρτος άξονας αφορά την κινητοποίηση της ελληνικής διασποράς. Η κυβέρνηση έχει θεσπίσει φορολογικά κίνητρα και διευκολύνσεις για την προσέλκυση κεφαλαίων και εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού από το εξωτερικό. Ωστόσο, το μεγάλο χάσμα μισθών, η αβεβαιότητα στην ελληνική αγορά εργασίας και το γεγονός ότι χιλιάδες Έλληνες έχουν εγκατασταθεί στο εξωτερικό εδώ και πάνω από μία δεκαετία καθιστούν δύσκολη την επιστροφή τους με τους σημερινούς όρους.

Ο πέμπτος άξονας αφορά την προώθηση ισορροπημένης περιφερειακής ανάπτυξης. Η διατύπωση είναι θετική, όμως η ελληνική πραγματικότητα παραμένει βαθιά άνιση. Ορισμένες περιοχές, κυρίως τουριστικές ζώνες, ενεργειακοί κόμβοι και περιοχές logistics, συγκεντρώνουν επενδύσεις και υποδομές, ενώ άλλες συνεχίζουν να χάνουν πληθυσμό, παραγωγική δραστηριότητα και βασικές υπηρεσίες.

Ο έκτος άξονας αφορά την αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, ενόψει και του νέου προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κυβέρνηση προβάλλει τα υψηλά ποσοστά απορρόφησης του Ταμείου Ανάκαμψης και του ΕΣΠΑ, όμως οι έρευνες και οι καταγγελίες για τον τρόπο διοχέτευσης πόρων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα. Τα ευρωπαϊκά χρήματα φτάνουν στην Ελλάδα, αλλά το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιοι τελικά τα αξιοποιούν, με ποιους όρους και υπό ποιον έλεγχο.

Η νέα έκθεση δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από το πραγματικό κέντρο βάρους της οικονομικής πολιτικής, που παραμένει η διαχείριση του δημόσιου χρέους. Ο λόγος ύπαρξης τέτοιων μακροπρόθεσμων σχεδίων είναι να διαβεβαιώνουν τους πιστωτές ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να τηρεί συγκεκριμένη δημοσιονομική και μεταρρυθμιστική κατεύθυνση. Ο μεγαλύτερος θεσμικός πιστωτής της χώρας, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, εξακολουθεί να έχει άμεσο συμφέρον από τη διατήρηση αυτής της πορείας.

Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και ο «θάνατος του εμποράκου»

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η νέα έκθεση αναμένεται να αφιερώσει σημαντικό τμήμα της στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Η συγκυρία δεν περνά απαρατήρητη, καθώς οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αναμένεται να αποτελέσουν και βασικό πεδίο των εξαγγελιών του πρωθυπουργού στην προσεχή ΔΕΘ.

Ωστόσο, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι προτάσεις της πρώτης έκθεσης για την επιχειρηματικότητα εφαρμόστηκαν επιλεκτικά. Η μεγαλύτερη υστέρηση εμφανίζεται στα πεδία των εξαγωγών, του ανταγωνισμού, των επιχειρήσεων και της Δημόσιας Διοίκησης. Εκεί όπου θα έπρεπε να ενισχυθεί πραγματικά η παραγωγική βάση, η πρόοδος παραμένει περιορισμένη.

Η πρώτη έκθεση Πισσαρίδη προωθούσε τη σύμπτυξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων κάτω από την ομπρέλα μεγαλύτερων εταιρικών σχημάτων, με βασικό επιχείρημα την αύξηση της ανταγωνιστικότητας και τη βελτίωση της πρόσβασης σε τραπεζικό δανεισμό και χρηματοδοτικά εργαλεία. Πίσω όμως από αυτή τη λογική διακρίνεται ο κίνδυνος εκτοπισμού εκατοντάδων χιλιάδων μικρών και οικογενειακών επιχειρήσεων.

Η μικρή επιχείρηση της γειτονιάς, το κατάστημα που δεν παράγει υψηλούς τζίρους αλλά εξασφαλίζει αξιοπρεπές εισόδημα σε μια οικογένεια, ο επαγγελματίας που δεν έχει πρόσβαση σε μεγάλα κεφάλαια ή τραπεζική χρηματοδότηση, κινδυνεύουν να βρεθούν στο περιθώριο. Η επίκληση της ανταγωνιστικότητας μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσχημα για συγκέντρωση της αγοράς σε λιγότερα και ισχυρότερα χέρια.

Η αναδρομή στις εισηγήσεις της πρώτης έκθεσης είναι αποκαλυπτική. Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών προτάθηκε και εφαρμόστηκε εν μέρει, ενώ αναμένονται νέες ανακοινώσεις. Η Εισφορά Αλληλεγγύης καταργήθηκε. Οι μηχανισμοί εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών διευρύνθηκαν μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού. Το Κτηματολόγιο, οι δασικοί χάρτες και τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια προχώρησαν ως έργα που συνδέονται με το Ταμείο Ανάκαμψης.

Παράλληλα, στην πρώτη έκθεση περιλαμβανόταν η ιδέα συγχώνευσης και απλούστευσης φόρων στην ακίνητη περιουσία, με μεταφορά μέρους τους σε τοπικό επίπεδο, πρόταση που συνδέθηκε με τη συζήτηση για μεταφορά του ΕΝΦΙΑ στους δήμους. Προβλεπόταν επίσης η δημιουργία ψηφιακού φακέλου ασθενούς, η οποία έχει προχωρήσει, καθώς και η ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και επαγγελματικών χώρων μέσα από προγράμματα όπως το «Εξοικονομώ», το «Ανακαινίζω», το «Αλλάζω θερμοσίφωνα» και άλλες αντίστοιχες δράσεις.

Η νέα έκθεση, συνεπώς, δεν έρχεται σε κενό. Πατά πάνω σε μια ήδη εφαρμοσμένη στρατηγική και επιχειρεί να τη μεταφέρει στη δεκαετία που ακολουθεί. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα αποκτήσει πραγματικό αναπτυξιακό σχέδιο με κοινωνική συνοχή και παραγωγική ανασυγκρότηση ή αν θα εγκλωβιστεί ξανά σε ένα τεχνοκρατικό πλαίσιο δεσμεύσεων, σχεδιασμένο κυρίως για να ικανοποιεί πιστωτές, μεγάλους επενδυτές και ευρωπαϊκούς μηχανισμούς εποπτείας.

Η συζήτηση που θα ανοίξει από το φθινόπωρο δεν αφορά μόνο ένα ακόμη οικονομικό κείμενο. Αφορά το ποιος θα καθορίσει την πορεία της χώρας έως το 2034, ποιοι θα επωφεληθούν από τους νέους πόρους και ποιοι θα πληρώσουν το κόστος των νέων «μεταρρυθμίσεων». Η εμπειρία της πρώτης έκθεσης δείχνει ότι πίσω από τις τεχνικές διατυπώσεις βρίσκονται πολιτικές επιλογές με βαθύ κοινωνικό αποτύπωμα.