Γαλάζια εσωστρέφεια: Τα ανοιχτά μέτωπα που πιέζουν το Μαξίμου πριν από το συνέδριο

Σε κινήσεις αποκλιμάκωσης στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας προχωρά η κυβέρνηση, επιχειρώντας να προλάβει το ενδεχόμενο μιας νέας εσωκομματικής αναταραχής στην Κοινοβουλευτική Ομάδα. Το Μέγαρο Μαξίμου ενεργοποιεί σειρά πρωτοβουλιών με στόχο να περιοριστούν οι αντιδράσεις, να απορροφηθούν οι κραδασμοί και να μην μετατραπεί η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια σε ανοιχτή πολιτική αμφισβήτηση.

Οι επόμενες δώδεκα ημέρες θεωρούνται κρίσιμες, καθώς δύο κομματικά ραντεβού αναμένεται να αποτυπώσουν με σαφήνεια το πραγματικό κλίμα στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης. Μετά από περίοδο έντονης εσωστρέφειας, η ηγεσία της Ν.Δ. επιδιώκει να οδηγηθεί σε πιο ελεγχόμενο περιβάλλον τόσο στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας όσο και στο συνέδριο που ακολουθεί.

Την Πέμπτη αναμένεται να συνεδριάσει η Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, με το ενδιαφέρον να επικεντρώνεται στον αριθμό των βουλευτών που θα ζητήσουν τον λόγο και κυρίως στο ύφος των παρεμβάσεών τους. Στο κυβερνητικό επιτελείο γνωρίζουν ότι το κλίμα παραμένει βαρύ και θεωρούν πιθανό να ακουστούν παράπονα, αιχμές και επισημάνσεις για τους χειρισμούς των τελευταίων μηνών.

Κρίσιμη συνεδρίαση πριν από το συνέδριο

Ο στόχος του Μαξίμου είναι η ένταση να εκτονωθεί σε μια συνεδρίαση που θα πραγματοποιηθεί κεκλεισμένων των θυρών, πριν από το συνέδριο της Ν.Δ. που έχει προγραμματιστεί για τις 15 έως τις 17 του μήνα. Η διαφορά είναι ουσιαστική, καθώς στο συνέδριο οι παρεμβάσεις θα γίνουν ενώπιον ακροατηρίου και η πολιτική εικόνα θα είναι διαφορετική.

Τις επόμενες 48 ώρες αναμένεται να ενταθεί το πολιτικό «μασάζ» προς τους βουλευτές, ώστε να περιοριστούν οι υψηλοί τόνοι και να αποφευχθεί επανάληψη της εικόνας που είχε διαμορφωθεί το καλοκαίρι του 2024. Τότε, μετά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών, η συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας είχε εξελιχθεί σε ιδιαίτερα φορτισμένη διαδικασία, με αρκετούς βουλευτές να μιλούν σε σκληρή γλώσσα και να ζητούν επιστροφή της παράταξης στις πολιτικές της ρίζες.

Σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν ήδη προγραμματιστεί συναντήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη με βουλευτές, ενώ οι επαφές αυτές αναμένεται να πυκνώσουν το επόμενο διάστημα. Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε μια προσπάθεια προσωπικής διαχείρισης των εσωτερικών κραδασμών, καθώς στο πρωθυπουργικό επιτελείο αντιλαμβάνονται ότι η δυσαρέσκεια δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Το βαρύ κλίμα δεν εκφράζεται από μία ενιαία ή οργανωμένη ομάδα βουλευτών. Τα παράπονα έχουν διαφορετικές αφετηρίες και διαφορετική ένταση. Υπάρχουν στελέχη που εμφανίζονται ενοχλημένα από τους κυβερνητικούς χειρισμούς στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, άλλοι που ασκούν κριτική στο μοντέλο του «επιτελικού κράτους», ενώ δεν λείπουν και όσοι θεωρούν ότι δεν ακούγονται επαρκώς από το κέντρο λήψης αποφάσεων.

Παράλληλα, σε ένα τμήμα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας είναι εμφανής η αγωνία ενόψει των εκλογικών εξελίξεων. Ορισμένοι βουλευτές διαπιστώνουν ότι ο πολιτικός χρόνος στενεύει και επιδιώκουν μεγαλύτερο ρόλο, πιο συχνή επικοινωνία με την ηγεσία και καθαρότερη στρατηγική απέναντι στην κοινωνική φθορά που καταγράφεται.

Σημαντικός παράγοντας δυσαρέσκειας είναι και οι περιορισμένες προσδοκίες για συμμετοχή στην κυβέρνηση σε έναν πιθανό ανασχηματισμό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει δείξει ότι προτιμά στοχευμένες, περιορισμένες αλλαγές στο υπουργικό σχήμα, με αποτέλεσμα να μην καλλιεργούνται πλέον ισχυρές προσδοκίες σε μεγάλο αριθμό βουλευτών.

Ταυτόχρονα, παραμένουν τα παράπονα για την παρουσία εξωκοινοβουλευτικών στελεχών στην κυβέρνηση. Αν και αρκετοί βουλευτές αποφεύγουν να θίξουν δημόσια το θέμα, στο εσωτερικό της Κοινοβουλευτικής Ομάδας εξακολουθεί να υπάρχει ενόχληση για το γεγονός ότι κυβερνητικές θέσεις καταλαμβάνονται από πρόσωπα εκτός Βουλής, ενώ εκλεγμένα στελέχη της παράταξης μένουν εκτός κυβερνητικού σχήματος.

Το κυβερνητικό «όχι» σε προανακριτική για τον ΟΠΕΚΕΠΕ

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η κυβέρνηση αποφάσισε να απορρίψει τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής για τον πρώην υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Σπήλιο Λιβανό και την πρώην υφυπουργό Φωτεινή Αραμπατζή. Η απόφαση αυτή έρχεται μετά τη δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και τις σχετικές πρωτοβουλίες της αντιπολίτευσης.

Παρότι, σύμφωνα με πληροφορίες, είχε εξεταστεί αρχικά το ενδεχόμενο να ακολουθηθεί το μοντέλο της υπόθεσης Τριαντόπουλου, με μια ταχεία προανακριτική διαδικασία και παραπομπή στον φυσικό δικαστή, η λύση αυτή τελικώς εγκαταλείφθηκε. Το Μαξίμου επέλεξε να μην αποδεχθεί τα αιτήματα που κατατέθηκαν από τα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε ότι από την επισκόπηση που έκανε η κυβερνητική πλειοψηφία δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αιτημάτων του ΠΑΣΟΚ ή του κοινού αιτήματος του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς. Όπως ανέφερε, δεν υπάρχουν δεδομένα που να δικαιολογούν προκαταρκτική εξέταση και, συνεπώς, η απάντηση της κυβερνητικής πλειοψηφίας θα είναι αρνητική.

Η απόφαση αυτή αναμένεται να λειτουργήσει κατευναστικά για ένα μέρος των «γαλάζιων» βουλευτών, οι οποίοι είχαν εκφράσει έντονο εκνευρισμό για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν μέχρι σήμερα οι κοινοβουλευτικές πτυχές της υπόθεσης ΟΠΕΚΕΠΕ. Η δυσαρέσκεια εντάθηκε ιδίως μετά την επιλογή να υπάρξει ενιαία στάση για τους βουλευτές που περιλαμβάνονται στη δικογραφία και να αποφασιστεί η άρση ασυλίας και των 13.

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, αρκετοί βουλευτές ζητούν να μην συνεχιστεί η οριζόντια αντιμετώπιση τέτοιων υποθέσεων, ιδίως εφόσον αναμένονται και νέες δικογραφίες. Η ανησυχία τους είναι ότι μια γενικευμένη πολιτική διαχείριση μπορεί να δημιουργήσει αίσθημα αδικίας, να επιβαρύνει περαιτέρω την Κοινοβουλευτική Ομάδα και να ενισχύσει την εσωκομματική δυσφορία.

Το Μαξίμου, από την πλευρά του, θα επιδιώξει το επόμενο διάστημα να κλείσει μια σειρά ανοιχτών μετώπων, γνωρίζοντας ότι η αντιπολίτευση θα συνεχίσει να πιέζει σε υψηλούς τόνους. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ παραμένει πολιτικά φορτισμένη και, παρά την κυβερνητική προσπάθεια να περιοριστεί η ζημιά, το θέμα εξακολουθεί να προκαλεί εσωτερική αμηχανία στη Ν.Δ.

Η πρόταση για τις υποκλοπές και το άρθρο 144

Ένα ακόμη ανοιχτό μέτωπο αφορά την πρόταση του ΠΑΣΟΚ για σύσταση εξεταστικής επιτροπής σχετικά με τις υποκλοπές. Στο «γαλάζιο» στρατόπεδο φαίνεται να προκρίνεται η εφαρμογή της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 144 του Κανονισμού της Βουλής για ζητήματα εθνικής ασφάλειας.

Η συγκεκριμένη διαδικασία έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς για θέματα εθνικής ασφάλειας απαιτείται πλειοψηφία 151 βουλευτών. Σε διαφορετικές περιπτώσεις, αρκούν 120 ψήφοι, αριθμός που μπορεί να συγκεντρώσει η αντιπολίτευση. Εφόσον η κυβερνητική πλειοψηφία επιμείνει στην εφαρμογή του άρθρου 144, η πρόταση για εξεταστική δεν αναμένεται να εγκριθεί, αφού τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν διαθέτουν τον απαιτούμενο αριθμό ψήφων.

Ο Παύλος Μαρινάκης, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, σημείωσε ότι η κυβέρνηση θα διαβάσει πρώτα την πρόταση όταν αυτή κατατεθεί και στη συνέχεια θα τοποθετηθεί. Η διατύπωση αυτή αφήνει ανοιχτό τον χειρισμό, αν και οι ενδείξεις δείχνουν ότι στο κυβερνητικό επιτελείο έχει ήδη σχηματιστεί σαφής κατεύθυνση.

Σε περίπτωση που τελικώς απαιτηθούν 151 ψήφοι, η πρόταση της αντιπολίτευσης για εξεταστική επιτροπή στις υποκλοπές δεν θα περάσει. Αυτό θα προκαλέσει, όπως εκτιμάται, νέο πολιτικό σφυροκόπημα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα οποία θα κατηγορήσουν την κυβέρνηση για θεσμική υπεκφυγή και προσπάθεια αποφυγής ελέγχου.

Στο εσωτερικό της Ν.Δ., πάντως, φαίνεται να επικρατεί η εκτίμηση ότι η πολιτική πίεση από μια τέτοια επιλογή θα είναι περιορισμένη χρονικά. Αντιθέτως, θεωρείται ότι η έναρξη εργασιών εξεταστικής επιτροπής θα διατηρούσε το θέμα στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας για εβδομάδες, επιβαρύνοντας περαιτέρω το κυβερνητικό αφήγημα.

Η κυβέρνηση επιχειρεί, συνεπώς, να κινηθεί σε δύο επίπεδα. Από τη μία πλευρά, προσπαθεί να απορροφήσει την εσωκομματική ένταση, πριν αυτή εκδηλωθεί με πιο οργανωμένο τρόπο στην Κοινοβουλευτική Ομάδα ή στο συνέδριο. Από την άλλη, επιδιώκει να κλείσει κοινοβουλευτικά μέτωπα που μπορούν να αναζωπυρώσουν τη φθορά, να ενισχύσουν την πίεση της αντιπολίτευσης και να τροφοδοτήσουν νέα εσωτερική δυσφορία.

Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν οι κινήσεις αυτές αρκούν για να συγκρατήσουν την ένταση στο εσωτερικό της κυβερνητικής παράταξης. Η συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και το συνέδριο της Ν.Δ. θα λειτουργήσουν ως δοκιμασία συνοχής για το κυβερνών κόμμα, σε μια συγκυρία όπου η πολιτική φθορά, οι υποθέσεις που παραμένουν ανοιχτές και η αγωνία των βουλευτών ενόψει εκλογών δημιουργούν ένα δύσκολο εσωτερικό περιβάλλον.