Γαλάζια Πατρίδα: Η τουρκική νομοθέτηση και η επικίνδυνη σιωπή της Αθήνας
Στη διπλωματία υπάρχουν στιγμές όπου η σιωπή παύει να λειτουργεί ως ψυχραιμία και μετατρέπεται σε σοβαρή παράλειψη. Υπάρχουν, επίσης, παραλείψεις που στο πεδίο του διεθνούς δικαίου μπορούν να αξιολογηθούν ως ένδειξη ανοχής ή ακόμη και ως σιωπηρή αποδοχή. Η διαχείριση των ελληνοτουρκικών από τον Γιώργο Γεραπετρίτη, αρχικά από τη θέση του υπουργού Επικρατείας και στη συνέχεια από το υπουργείο Εξωτερικών, αποτυπώνει μια σταθερή επιλογή ήπιων αντιδράσεων απέναντι σε τουρκικές ενέργειες με σαφές αναθεωρητικό περιεχόμενο.
Η γραμμή αυτή συσσωρεύει πλέον κρίσιμα ερωτήματα. Η διπλωματική εγκράτεια έχει όρια, ιδίως όταν η άλλη πλευρά μετατρέπει τις μονομερείς διεκδικήσεις σε επίσημη κρατική πολιτική. Όταν η Άγκυρα κινείται με συνέπεια, κλιμάκωση και νομικοφανή τεκμηρίωση, η Αθήνα δεν μπορεί να αρκείται σε χαμηλόφωνες διατυπώσεις και γενικές αναφορές στο διεθνές δίκαιο. Η εθνική κυριαρχία απαιτεί ενεργή υπεράσπιση, σαφήνεια και πρακτικά αντίμετρα.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η ελληνική αδράνεια
Το 2019, όταν η Τουρκία ανακοίνωσε το παράνομο μνημόνιο θαλάσσιων ζωνών με τη Λιβύη, η Ελλάδα βρέθηκε απέναντι σε μια ευθεία απόπειρα ανατροπής των δεδομένων στην Ανατολική Μεσόγειο. Το κείμενο εκείνο επιχειρούσε να εξαφανίσει ουσιαστικά την επήρεια της Κρήτης και να εμφανίσει ως τουρκολιβυκό πεδίο μια θαλάσσια περιοχή που αφορά άμεσα τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Η απάντηση που θα υπηρετούσε με καθαρό τρόπο το εθνικό συμφέρον ήταν η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ναυτικά μίλια νοτίως της Κρήτης. Η κίνηση αυτή θα κάλυπτε ακριβώς τη ζώνη την οποία το τουρκολιβυκό μνημόνιο επιχειρούσε να εντάξει στη δική του λογική. Επιπλέον, στην περιοχή αυτή δεν υπήρχε η τουρκική απειλή του casus belli, η οποία αφορά το Αιγαίο και όχι την Κρήτη.
Αντί για μια τέτοια αποφασιστική κίνηση, ο τότε υπουργός Επικρατείας Γιώργος Γεραπετρίτης διατύπωσε δημοσίως τη θέση ότι οι ελληνικές «κόκκινες γραμμές» βρίσκονται στα έξι ναυτικά μίλια. Η δήλωση αυτή ερμηνεύθηκε από πολλούς ως μήνυμα περιορισμένης ελληνικής αντίδρασης, σε μια στιγμή που η Άγκυρα επιχειρούσε να θεμελιώσει ένα παράνομο τετελεσμένο. Το μνημόνιο Τουρκίας - Λιβύης εξακολουθεί να υπάρχει ως πολιτικό και νομικοφανές εργαλείο της τουρκικής στρατηγικής.
Η υπόθεση Σινιρλίογλου και το λάθος μήνυμα προς την Άγκυρα
Ακολούθησε μια ακόμη κίνηση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Ως υπουργός Εξωτερικών πλέον, ο Γιώργος Γεραπετρίτης συνυπέγραψε με τον Τούρκο ομόλογό του, Χακάν Φιντάν, κοινή επιστολή προς τον ΟΑΣΕ, με την οποία η Ελλάδα στήριξε την υποψηφιότητα του Τούρκου πρέσβη Φεριντούν Σινιρλίογλου για τη θέση του Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού.
Η επιλογή αυτή είχε βαρύ πολιτικό φορτίο. Ο Σινιρλίογλου, ως μόνιμος αντιπρόσωπος της Τουρκίας στον ΟΗΕ, είχε καταθέσει τον Οκτώβριο του 2022 έγγραφο με τους τουρκικούς ισχυρισμούς περί σύνδεσης της ελληνικής κυριαρχίας σε νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και των Δωδεκανήσων με την αποστρατιωτικοποίησή τους. Η θέση αυτή αποτελεί έναν από τους πιο επικίνδυνους πυλώνες της τουρκικής αναθεωρητικής γραμμής, καθώς επιχειρεί να θέσει υπό αίρεση ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Παρά το ιστορικό αυτό, η Αθήνα στήριξε την υποψηφιότητά του στο πλαίσιο ενός ελληνοτουρκικού πακέτου, με τον Σινιρλίογλου να εκλέγεται Γενικός Γραμματέας του ΟΑΣΕ και την Ελληνίδα Μαρία Τελαλιάν να αναλαμβάνει επικεφαλής του Γραφείου Δημοκρατικών Θεσμών και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων. Ο ίδιος ο Τούρκος διπλωμάτης εξέφρασε δημοσίως την ικανοποίησή του για την κοινή ελληνοτουρκική πρόταση. Η Αθήνα επιχείρησε να εμφανίσει την εξέλιξη ως διπλωματική επιτυχία. Η Άγκυρα είχε κάθε λόγο να τη διαβάσει ως πολιτικό κέρδος.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» από δόγμα σε νομοθεσία
Η Τουρκία κινείται σταθερά, μεθοδικά και επιθετικά. Η Ελλάδα, αντίστοιχα, εμφανίζεται συχνά εγκλωβισμένη σε λογική κατευνασμού, με αντιδράσεις που δεν μεταβάλλουν το τουρκικό κόστος. Η Άγκυρα αντιλαμβάνεται τη χαμηλή ένταση των ελληνικών απαντήσεων ως διαθέσιμο χώρο για το επόμενο βήμα.
Το περιστατικό της Κάσου δεν οδήγησε σε αποφασιστική περιφρούρηση των εργασιών πόντισης καλωδίου από το Πολεμικό Ναυτικό, παρά σε διακοπή τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όταν η «Γαλάζια Πατρίδα» εντάχθηκε στη διδακτέα ύλη των τουρκικών σχολείων, δεν υπήρξε ισχυρή αντίδραση από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Η απάντηση προς όσους ανέδειξαν το ζήτημα κινήθηκε στη λογική της υποβάθμισης, με το επιχείρημα ότι πρόκειται για εσωτερικό θέμα της Τουρκίας και ότι στα βιβλία περιλήφθηκε περιγραφή, όχι χάρτης. Οι τουρκικές NAVTEX που αντιμετώπισαν το Αιγαίο μέσα από τη λογική του 25ου Μεσημβρινού έμειναν επίσης χωρίς την απαιτούμενη θεσμική και πολιτική απάντηση.
Σήμερα, η ίδια αδράνεια βρίσκει τη χειροπιαστή της συνέπεια. Η Τουρκία προετοιμάζει νομοσχέδιο στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση για την κατοχύρωση θαλάσσιων δικαιοδοσιών σε περιοχές του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου τις οποίες η ίδια χαρακτηρίζει «αμφισβητούμενες». Η «Γαλάζια Πατρίδα» μεταφέρεται πλέον από το επίπεδο των χαρτών, των στρατιωτικών δογμάτων και της προπαγάνδας στο πεδίο της εσωτερικής νομοθεσίας, της διοικητικής πρακτικής και της μελλοντικής επιχειρησιακής πίεσης.
Το νομοσχέδιο για τις θαλάσσιες ζώνες αναμένεται να κατατεθεί μετά τις γιορτές του Μπαϊραμιού και θα αποδίδει στην Τουρκία δικαιώματα διαχείρισης ζωντανών και άψυχων πόρων, από υδρογονάνθρακες έως ενεργειακές πηγές, σε περιοχές που η Άγκυρα ορίζει μονομερώς ως δική της αποκλειστική οικονομική ζώνη.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη σοβαρότερη από δηλώσεις Τούρκων παραγόντων ότι κανένα πλοίο δεν θα κινείται στο Αιγαίο χωρίς άδεια της Τουρκίας. Στο ίδιο πλαίσιο, η αναφορά στο casus belli μέσα σε νομοθετικό κείμενο θα αναβάθμιζε μια μέχρι σήμερα κοινοβουλευτική απειλή σε ακόμη πιο θεσμοποιημένο εργαλείο πίεσης. Η Άγκυρα επιχειρεί να επαναφέρει, με πιο οργανωμένο τρόπο, τη λογική του τουρκολιβυκού μνημονίου, παρουσιάζοντας ως τουρκικές θαλάσσιες ζώνες περιοχές που συνδέονται ευθέως με τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Η σιωπή ως νομικός και πολιτικός κίνδυνος
Το ζήτημα δεν είναι μόνο πολιτικό. Αγγίζει τον πυρήνα του διεθνούς δικαίου. Η αρχή της σιωπηρής αποδοχής, γνωστή ως acquiescence, σημαίνει ότι η διαρκής και αδιαμαρτύρητη ανοχή απέναντι σε μονομερείς κρατικές ενέργειες μπορεί να αξιολογηθεί από τρίτους ή από διεθνή δικαιοδοτικά όργανα ως έμμεση συναίνεση.
Η απουσία ισχυρών διπλωματικών αντιδράσεων στις τουρκικές επιστολές προς τον ΟΗΕ, η μη λήψη πρακτικών αντιμέτρων μετά το τουρκολιβυκό μνημόνιο και η συστηματική υποβάθμιση της τουρκικής κλιμάκωσης μπορεί να δημιουργήσουν επικίνδυνο προηγούμενο. Οι τουρκικές θέσεις, ακόμη και όταν είναι νομικά έωλες, κινδυνεύουν να αποκτήσουν πολιτική ανθεκτικότητα, αν η Ελλάδα επιλέγει διαρκώς τη διαχείριση χαμηλού τόνου.
Η επίκληση ότι η εσωτερική νομοθεσία τρίτων κρατών δεν παράγει διεθνή αποτελέσματα είναι ορθή σε νομικό επίπεδο, όμως δεν αρκεί ως στρατηγική. Όταν μια χώρα νομοθετεί διεκδικήσεις, κατασκευάζει διοικητικό πλαίσιο, παράγει χάρτες, εκπαιδεύει τη νέα γενιά με αναθεωρητικά δόγματα και συνοδεύει όλα αυτά με στρατιωτική απειλή, η απάντηση οφείλει να είναι ολοκληρωμένη, δημόσια, νομικά τεκμηριωμένη και επιχειρησιακά αξιόπιστη.
Η Αθήνα μπροστά στις πραγματικές προτεραιότητες
Ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης οφείλει να στρέψει το βάρος της ελληνικής διπλωματίας εκεί όπου τα εθνικά συμφέροντα δοκιμάζονται άμεσα: στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι ευρωπαϊκές προοπτικές της Αλβανίας και της Βόρειας Μακεδονίας έχουν τη σημασία τους, όμως η τουρκική νομοθέτηση της «Γαλάζιας Πατρίδας» αποτελεί ζήτημα πρώτης γραμμής για την εθνική ασφάλεια.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν είναι πλέον απλό σύνθημα, ούτε προπαγανδιστικό σχήμα για το εσωτερικό τουρκικό ακροατήριο. Μετατρέπεται σε νόμο. Οι νόμοι, ακόμη και όταν δεν δεσμεύουν άλλα κράτη, παράγουν πολιτικές συνέπειες όταν αφήνονται αναπάντητοι. Δημιουργούν τετελεσμένα, τροφοδοτούν διεθνείς αφηγήσεις και προσφέρουν στην Άγκυρα ένα ακόμη εργαλείο πίεσης.
Η Ελλάδα διαθέτει ακόμη περιθώριο αποτελεσματικής αντίδρασης. Χρειάζεται, όμως, καθαρή απόφαση. Η διπλωματική αδράνεια δεν μπορεί να εμφανίζεται ως ψυχραιμία. Η υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων απαιτεί ενεργητική πολιτική, όχι διαρκή αναμονή. Όσο η ολιγωρία συνεχίζεται, τόσο κινδυνεύει να μετατραπεί σε μέρος του ίδιου του προβλήματος που η χώρα καλείται να αντιμετωπίσει.