Για πρώτη φορά Πρόεδρος των ΗΠΑ εξαπολύει τέτοια ευθεία επίθεση στην Ευρώπη
Στην πιο επιθετική τοποθέτησή του απέναντι στην Ευρώπη από τότε που ανέλαβε ξανά την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, ο Ντόναλντ Τραμπ περιέγραψε την ήπειρο ως έναν «παρακμάζοντα» συνασπισμό κρατών που χάνονται μέσα στην αδυναμία της ηγεσίας τους και στη ροπή τους προς την πολιτική ορθότητα.
Μιλώντας σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Politico USA, ο Αμερικανός πρόεδρος ξεδίπλωσε με τον πιο άμεσο και απροκάλυπτο τρόπο την εκτίμησή του ότι οι παραδοσιακοί σύμμαχοι των ΗΠΑ έχουν αποτύχει τόσο στον έλεγχο των μεταναστευτικών ροών όσο και στη διαχείριση του πολέμου στην Ουκρανία, προϊδεάζοντας παράλληλα ότι η Ουάσιγκτον θα στηρίξει ανοιχτά πολιτικούς στην Ευρώπη που ευθυγραμμίζονται με τη δική του οπτική για το μέλλον της Δύσης.
Η κριτική του Τραμπ δεν αποτελεί μεμονωμένο ξέσπασμα. Αντίθετα, εντάσσεται σε ένα ολοένα πιο συγκροτημένο αφήγημα που τον φέρνει σε τροχιά ευθείας αντιπαράθεσης με ηγεσίες όπως της Γαλλίας και της Γερμανίας, χώρες με τις οποίες οι σχέσεις έχουν επιδεινωθεί αισθητά. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ εμφανίστηκε αποφασισμένος να αμφισβητήσει το ίδιο το μοντέλο ευρωπαϊκής διακυβέρνησης, υποστηρίζοντας ότι οι ηγέτες της Ευρώπης «δεν ξέρουν τι να κάνουν» και ότι η ήπειρος έχει εγκλωβιστεί σε μια αδιέξοδη στρατηγική, ιδιαίτερα στο μεταναστευτικό. Κατά τη δική του ανάγνωση, η Ευρώπη δεν διαθέτει ούτε την πολιτική βούληση ούτε τα εργαλεία για να αναστρέψει μια κατάσταση που, όπως είπε, απειλεί να καταστήσει ορισμένες χώρες «μη βιώσιμες» στο μέλλον.
Η συνέντευξη συνέπεσε με μια κρίσιμη περίοδο για την Ευρώπη, καθώς οι διαπραγματεύσεις για την εξεύρεση οδού τερματισμού του πολέμου στην Ουκρανία βρίσκονται σε λεπτή φάση και οι Ευρωπαίοι ηγέτες ανησυχούν ολοένα περισσότερο ότι ο Τραμπ ενδέχεται να εγκαταλείψει το Κίεβο στην πίεση της Μόσχας. Ο ίδιος δεν άφησε κανένα περιθώριο καθησυχασμού, δηλώνοντας πως η Ρωσία βρίσκεται σε ισχυρότερη θέση από την Ουκρανία και ότι οι Ευρωπαίοι «μιλούν χωρίς να παράγουν αποτέλεσμα». Την ίδια στιγμή, αποκάλυψε ότι έχει ήδη προτείνει στο Κίεβο ένα νέο σχέδιο ειρήνης, το οποίο –όπως υποστήριξε– έχει προκαλέσει ενδιαφέρον σε ορισμένους Ουκρανούς αξιωματούχους, αλλά όχι στον πρόεδρο Ζελένσκι, ο οποίος δεν το έχει διαβάσει ακόμα, σύμφωνα με τον Τραμπ.
Το ενδιαφέρον στην τοποθέτηση του Αμερικανού προέδρου για την Ευρώπη εντοπίζεται στη σαφή διάθεση ανάμειξης στα εσωτερικά των ευρωπαϊκών κρατών. Δεν δίστασε να δηλώσει πως θα υποστηρίξει πολιτικούς ηγέτες που συμφωνούν με τη δική του οπτική, φέρνοντας ως παράδειγμα την ανοιχτή στήριξή του προς τον Βίκτορ Όρμπαν, τον Ούγγρο πρωθυπουργό. Η απόφασή του να προωθήσει υποψηφίους σε χώρες που συνήθως θεωρούν αυστηρά τα ζητήματα εθνικής κυριαρχίας αποτελεί σαφή υπέρβαση της διπλωματικής νόρμας, γεγονός που δεν πέρασε απαρατήρητο από τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο οποίος αντέδρασε έντονα, λέγοντας πως οι σύμμαχοι οφείλουν να σέβονται τις δημοκρατικές διαδικασίες ο ένας του άλλου και να απέχουν από παρεμβάσεις.

Ο Τραμπ, ωστόσο, δεν έδειξε να συγκινείται από τέτοιες ενστάσεις. Αντιθέτως, προχώρησε ακόμη περισσότερο, αναφερόμενος σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όπως το Λονδίνο και το Παρίσι, χαρακτηρίζοντάς τες πόλεις που «λυγίζουν» υπό το βάρος της μετανάστευσης από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική. Δεν παρέλειψε μάλιστα να εξαπολύσει προσωπική επίθεση στον δήμαρχο του Λονδίνου, Σαντίκ Καν, τον οποίο αποκάλεσε «καταστροφή» και απέδωσε την εκλογή του στη δημογραφική αλλαγή που επέφερε η μετανάστευση. Οι αναφορές αυτές προκάλεσαν αναμενόμενα αντιδράσεις, καθώς πολλοί τις θεώρησαν όχι μόνο προσβλητικές αλλά και επικίνδυνες, δεδομένης της ευαισθησίας του ζητήματος στις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Πίσω όμως από τη σκληρή ρητορική κρύβεται μια στρατηγική που επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τη θέση των ΗΠΑ στον κόσμο. Ο Τραμπ, ως πρόεδρος, έχει αποδείξει ότι βλέπει τη διεθνή σκηνή μέσα από το πρίσμα των συναλλαγών και των ισορροπιών ισχύος. Για εκείνον, η Ευρώπη είναι ένας εταίρος που δεν εκπληρώνει πλέον τις απαιτήσεις της εποχής: μια ήπειρος που χρειάζεται να αναλάβει μεγαλύτερο βάρος για την ασφάλειά της, να ορίσει με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα τις πολιτικές της στο μεταναστευτικό και να αποκτήσει ταχύτητα στις γεωοικονομικές εξελίξεις. Από αυτή την άποψη, η κριτική του δεν είναι μόνο καταγγελτική αλλά και διαμορφωτική, προσφέροντας ένα νέο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η αμερικανική εξωτερική πολιτική τα επόμενα χρόνια.
Εντύπωση προκαλεί επίσης το εύρος των θεμάτων στα οποία επεκτάθηκε ο Τραμπ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης. Στο μέτωπο της οικονομίας, εμφανίστηκε να περιγράφει την κατάσταση ως σχεδόν ιδανική, βαθμολογώντας την απόδοση της οικονομίας με έναν υπερθετικό τόνο, παρά το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης εμφανίζεται δυσαρεστημένο με το αυξανόμενο κόστος ζωής. Απέδωσε τα προβλήματα στον προηγούμενο πολιτικό αντίπαλό του και τόνισε ότι έχει λάβει μέτρα για την αποκλιμάκωση των τιμών, παρότι τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι ο πληθωρισμός παραμένει υπαρκτός και ότι οι τιμές έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Αναφορικά με τη νομισματική πολιτική, ο Τραμπ ήταν απολύτως σαφής: η επιλογή του νέου προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας θα βασιστεί στην προθυμία του να προχωρήσει άμεσα σε μειώσεις επιτοκίων. Η δήλωση αυτή υποδηλώνει μια έντονη επιθυμία παρέμβασης στη νομισματική ανεξαρτησία, κάτι που αναμένεται να ανοίξει νέο κύκλο συζητήσεων στην Ουάσιγκτον. Οι αγορές παρακολουθούν ήδη με προσοχή τις κινήσεις του Λευκού Οίκου, προσπαθώντας να προβλέψουν τις επιπτώσεις μιας πιθανής επιθετικής νομισματικής χαλάρωσης.
Στο μέτωπο της υγείας, ο Τραμπ βρέθηκε απέναντι σε ένα από τα πιο πιεστικά ζητήματα: τη λήξη των επιδοτήσεων στα ασφαλιστικά προγράμματα, ένα γεγονός που απειλεί να αυξήσει δραματικά τα ασφάλιστρα το 2026. Παρά την πίεση να αποσαφηνίσει τη θέση του, ο πρόεδρος απέφυγε να δεσμευτεί για μια προσωρινή παράταση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο αλλά επιμένοντας ότι το σύστημα υγείας χρειάζεται συνολική αναθεώρηση. Η ασάφεια αυτή εντείνει την ανησυχία των νοικοκυριών που βρίσκονται ήδη αντιμέτωπα με αυξημένα έξοδα.

Ακόμη πιο ανησυχητικές ήταν οι τοποθετήσεις του σχετικά με τη Λατινική Αμερική. Ο Τραμπ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο χρήσης στρατιωτικής ισχύος σε χώρες όπως η Βενεζουέλα, η Κολομβία και το Μεξικό για την καταπολέμηση των καρτέλ ναρκωτικών. Παρά τις προειδοποιήσεις από στελέχη της αμερικανικής δεξιάς ότι μια τέτοια κίνηση θα ξεπερνούσε τα όρια, ο πρόεδρος εμφανίστηκε διατεθειμένος να αξιοποιήσει κάθε μέσο για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας που, όπως είπε, «εξάγεται στις ΗΠΑ». Στο ίδιο πνεύμα, δεν δίστασε να υπερασπιστεί τη controversial απόφασή του να απονείμει χάρη στον πρώην πρόεδρο της Ονδούρας, παρά την καταδίκη του για συμμετοχή σε μεγάλης κλίμακας διακίνηση ναρκωτικών.
Στα ζητήματα εσωτερικής πολιτικής, η σκιά του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν εμφανής. Με μια σειρά κρίσιμων αποφάσεων να εκκρεμούν, από το μεταναστευτικό έως τα εκτελεστικά δικαιώματα, ο Τραμπ εμφανίστηκε βέβαιος ότι οι συντηρητικοί δικαστές θα σταθούν στο πλευρό του. Απέρριψε τις υποδείξεις κάποιων κύκλων της δεξιάς που ζητούσαν την αποχώρηση των δύο γηραιότερων δικαστών ώστε να διοριστούν νεότεροι, λέγοντας ότι επιθυμεί να παραμείνουν στη θέση τους.
Η συνολική εικόνα που προέκυψε από αυτή τη μακρά και αποκαλυπτική συνέντευξη δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας. Ο Τραμπ εμφανίζεται αποφασισμένος να επανακαθορίσει τη θέση της Αμερικής στον κόσμο, με τρόπο που απομακρύνει τις ΗΠΑ από την παραδοσιακή, πολυμερή αρχιτεκτονική της Δύσης. Για εκείνον, η Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον σύμμαχο στο οποίο μπορεί να βασιστεί χωρίς όρους, αλλά έναν αδύναμο κρίκο που οφείλει να αναμορφωθεί ή να παραμεριστεί. Στα θέματα οικονομίας, υγείας, ασφάλειας και διεθνούς πολιτικής, το στίγμα του προέδρου είναι ξεκάθαρο: απόλυτη προτεραιότητα στην αμερικανική ισχύ και στα συμφέροντα των ΗΠΑ, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ρήξεις, αντιπαραθέσεις ή απότομες ανατροπές στο διεθνές σκηνικό.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ είναι μια πρόγνωση για το πώς σκοπεύει να κινηθεί η Ουάσιγκτον τα επόμενα χρόνια, μια προειδοποίηση για τους συμμάχους της Αμερικής ότι οι βεβαιότητες του παρελθόντος έχουν πλέον παρέλθει, και μια δήλωση ότι η νέα εποχή της διεθνούς πολιτικής θα είναι συγκρουσιακή, αμφίθυμη και βαθιά απρόβλεπτη. Αν η Ευρώπη μπορέσει να ανταποκριθεί σε αυτή τη νέα πραγματικότητα ή αν θα βρεθεί στο περιθώριο, είναι ένα ερώτημα που παραμένει ανοιχτό και θα απαντηθεί στα χρόνια που έρχονται.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Πιο Πρόσφατα
Χρόνια πολλά και καλή χρονιά.