Γιατί η «κεντροαριστερή» και η «προοδευτική» αντιπολίτευση στηρίζει τον Μητσοτάκη;
Το τελευταίο διάστημα, προκύπτει το ερώτημα αν η αντιπολίτευση, και κυρίως η λεγόμενη «κεντροαριστερή» ή «προοδευτική», επιδιώκει να στηρίξει τον Μητσοτάκη ή αν απλώς δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει κάτι παραπάνω.
Με μια σειρά από στρατηγικά λάθη, όπως το αίτημα για τη σύσταση μιας ακόμα «κολοβής» προανακριτικής, που προφανώς δεν θα αγγίξει τον πρωθυπουργό, ή την κατάθεση μιας πρότασης δυσπιστίας καταδικασμένης εξαρχής, η οποία προσέφερε «φιλί ζωής» στην κυβέρνηση, είναι εύκολο να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ, αντί να εργάζονται για την απομάκρυνση της Ν.Δ. από την εξουσία, ενδεχομένως συντελούν στη διατήρησή της. Και δεν είναι φυσικά η πρώτη φορά που το κάνουν.
Αν οι δύο αυτές πολιτικές δυνάμεις ήθελαν πραγματικά να ανατρέψουν τον Μητσοτάκη, θα είχαν εκμεταλλευτεί την ευκαιρία της προεδρικής εκλογής. Αντί να περιοριστούν σε προτάσεις που ακούγονται κενές και χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα, θα μπορούσαν να έχουν καταθέσει μια κοινή υποψηφιότητα, η οποία θα δημιουργούσε σοβαρό πρόβλημα στους κυβερνητικούς βουλευτές. Και αυτή η υποψηφιότητα δεν θα μπορούσε να ήταν άλλη από εκείνη της Μαρίας Καρυστιανού, της γυναίκας που έχει συνδεθεί με τον αγώνα για τη δικαίωση της μνήμης του παιδιού της και των άλλων θυμάτων του τραγικού δυστυχήματος των Τεμπών. Η Μαρία Καρυστιανού έχει αναδειχθεί ως σύμβολο αντίστασης απέναντι σε ένα κράτος που προσπαθεί να συγκαλύψει τις ευθύνες του.
Φυσικά, στο σημείο αυτό, αναμένονται οι φωνές των υπερασπιστών της «πολιτικής ορθότητας», οι οποίοι θα υποστηρίξουν ότι η υποψηφιότητα της Καρυστιανού θα ήταν θεσμικά ανάρμοστη για το αξίωμα της προεδρίας. Αλλά τι ακριβώς σημαίνει «θεσμικά ανάρμοστη»; Η υποψηφιότητα της Σακελλαροπούλου, που για πολλούς είχε περιορισμένη συνάφεια με το αξίωμα, δεν αντιμετώπισε τέτοια κριτική. Μην ξεχνάμε ότι η Σακελλαροπούλου ήταν γνωστή για την αδυναμία της να αρθρώσει λόγο με καθαρότητα και την απουσία μιας ισχυρής παρουσίας. Για να μην αναφερθούμε σε κάποια προσωπικά της χαρακτηριστικά που ίσως δεν συνάδουν με το αξίωμα που κατέχει.
Ας αφήσουμε, λοιπόν, τις συζητήσεις για την «καταλληλότητα» και την «ακαταλληλότητα». Η Μαρία Καρυστιανού είναι μια μορφωμένη και καταρτισμένη γυναίκα, που έχει αποδείξει τις ηγετικές και επικοινωνιακές της ικανότητες, χωρίς καν να είχε συνειδητοποιήσει την επίδραση που μπορεί να έχει στις μάζες. Το προσωπικό της δράμα και η αφοσίωσή της στον αγώνα για τη μνήμη του παιδιού της την έχουν αναδείξει ως φυσική ηγέτη.
Η Μαρία Καρυστιανού είναι, επίσης, ένα υπόδειγμα αξιοπρέπειας και δύναμης. Έχει δώσει δείγματα ατσάλινης θέλησης και αφοσίωσης στον αγώνα της για δικαίωση, χωρίς να υποχωρεί μπροστά στις δυσκολίες. Αυτό την καθιστά μια ισχυρή προσωπικότητα, που θα μπορούσε να προσφέρει πολλά στην πολιτική σκηνή, αν της δοθεί η ευκαιρία.
Από άποψη συμβολισμού, η υποψηφιότητα της Μαρίας Καρυστιανού θα ήταν η ιδανικότερη για την αντιπολίτευση, καθώς θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ισχυρό αντιστάθμισμα απέναντι στην υποψηφιότητα του Τασούλα, ο οποίος, αν και ενδεχομένως να επικρατούσε, θα είχε αποδοκιμαστεί έντονα από την κοινή γνώμη. Ο Τασούλας, ως επιλογή, έχει τη φήμη ενός πολιτικού που αποτελεί προϊόν του παλαιοκομματισμού, χωρίς να διακρίνεται για τις ποιοτικές του αρετές, και αν δεν είχε παραιτηθεί κάτω από την πίεση της κοινής γνώμης, θα είχε σίγουρα καταγραφεί ως μία από τις πιο αποτυχημένες και χυδαίες υποψηφιότητες της Μεταπολίτευσης.
Η επιλογή της Καρυστιανού, λοιπόν, θα μπορούσε να θεωρηθεί μονόδρομος για μία αντιπολίτευση που ήθελε να δυσκολέψει τον Μητσοτάκη και να δώσει μια νέα διάσταση στο έγκλημα των Τεμπών. Ωστόσο, η Μαρία Καρυστιανού έχει αποδείξει ότι είναι σεμνή και δεν επιθυμεί να εμπλακεί στην πολιτική σκηνή. Παρόλα αυτά, η ίδια έχει αξιοποιήσει την πολιτική συμπαράσταση που της προσφέρουν τα κόμματα για να προωθήσει τον ιερό σκοπό της, κάτι που δείχνει τη διάκριση που έχει από την πολιτική εξουσία.
Η εκτίμηση εδώ είναι ότι, αν η ηγεσία των κομμάτων της αντιπολίτευσης την καλούσε για υποψηφιότητα, η Μαρία Καρυστιανού θα έλεγε «ναι», αν μη τι άλλο για να προωθήσει τον στρατηγικό της στόχο, τη δικαίωση της μνήμης των θυμάτων του δυστυχήματος. Ωστόσο, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι ποτέ της προτάθηκε μία τέτοια κίνηση, καθώς οι ηγεσίες των κομμάτων δεν επιθυμούν την άνοδο ανεξάρτητων και δημοφιλών προσωπικοτήτων, που δεν ανήκουν στα κομματικά στεγανά.
Επιπλέον, η υποψηφιότητα της Καρυστιανού θα είχε το απαιτούμενο ειδικό βάρος μόνο αν ερχόταν με τις υπογραφές όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης, εκτός από τους «Σπαρτιάτες» και το ΚΚΕ. Η επιλογή της όμως, σύμφωνα με την υπάρχουσα κατάσταση, θα έφερνε συνειρμούς με συγκεκριμένα πολιτικά στελέχη και «τηλεοπτικούς ακτιβιστές», κάτι που ίσως δεν ήταν ωφέλιμο για την υπόθεση της δικαίωσης των θυμάτων του δυστυχήματος.
Δυστυχώς, η αντιπολίτευση έχασε την ευκαιρία αυτή γιατί τέτοιες υπερβατικές επιλογές δεν περνούν από το μυαλό των «κομματικών» ηγετών, όπως ο Ανδρουλάκης, οι οποίοι φαίνεται να παραμένουν εγκλωβισμένοι σε μια προβλέψιμη και αναποτελεσματική πολιτική συμπεριφορά.
Το αρχικό ερώτημα παραμένει: Είναι η αντιπολίτευση τόσο προβλέψιμη και ανεπαρκής ώστε ο Μητσοτάκης να την διαχειρίζεται με ευκολία, ή μήπως χάνουμε κάποιες σημαντικές εξελίξεις στην πολιτική σκηνή;
Ο αναντικατάστατος βρήκε αντικαταστάτη!
Στα καθαρά της ΝΔ τώρα, ο Κωστής Χατζηδάκης ανέλαβε όχι μόνο τον ρόλο του αντικαταστάτη του πρωθυπουργού, αλλά διορίστηκε και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης από τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Είχε προηγουμένως ακουστεί ότι η αντικατάσταση του πρωθυπουργού θα οδηγούσε σε πολιτικό χάος, όμως η πραγματικότητα διαψεύδει αυτή την προφητεία, καθώς το πρώτο βήμα της διαδοχής πραγματοποιήθηκε. Ωστόσο, ο διάδοχος φαίνεται να υστερεί σε δημοτικότητα και αναγνωρισιμότητα μπροστά στον “λαοπρόβλητο” Μητσοτάκη, ο οποίος ανήκει σε μία επιφανή πολιτική οικογένεια, ενώ ο Χατζηδάκης παραμένει μάλλον αμφισβητούμενος ακόμη και μέσα στο ίδιο του το κόμμα.
Παρ’ όλα αυτά, ο ορίζοντας της διαδοχής έχει αρχίσει να ξεκαθαρίζει, με αποτέλεσμα οι υπόλοιποι “δελφίνοι” της Νέας Δημοκρατίας να αποσύρονται από τον πολιτικό προσκήνιο. Αυτή η διαδικασία ενισχύει τη ρήση του Ουίνστον Τσόρτσιλ ότι τα κοιμητήρια είναι γεμάτα από πολιτικούς που δεν κατάφεραν να αναπληρωθούν.
Στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, πολλοί από τους βουλευτές της ΝΔ θα βρεθούν σε δύσκολη θέση, χωρίς στήριγμα από τη λαϊκή ετυμηγορία, η οποία ήδη φαίνεται να έχει στραφεί εναντίον τους. Η στήριξη στον “αναγκαστικό” πρωθυπουργό υπήρξε η τελευταία τους ελπίδα.
Το έργο αυτό, ωστόσο, δεν είναι καινούργιο. Όταν ο “εθνάρχης” Κωνσταντίνος Καραμανλής αυτοεξορίστηκε το 1965 μετά τη ρήξη του με την Ενωση Κέντρου και τα ανάκτορα, αντί να αγωνιστεί με την Ε.Ρ.Ε. (όπως έκανε ο Κύρος Κύρου), άφησε τον θείο του Παναγιώτη Κανελλόπουλο να αναλάβει την ηγεσία. Παρά την αξιόλογη ακαδημαϊκή του πορεία, ο Κανελλόπουλος ήταν πολιτικά αποξενωμένος και ανέλαβε την εξουσία σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο. Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό: ο στρατός ανέτρεψε την κυβέρνηση, η 7χρονη δικτατορία ακολούθησε και η Κύπρος πλήρωσε βαρύ τίμημα για τις πολιτικές αναταραχές. Αν ο Καραμανλής είχε παραμείνει στην αντιπολίτευση, ίσως οι εξελίξεις να είχαν πάρει διαφορετική πορεία, αλλά αυτό παραμένει μια υπόθεση εργασίας.
Η παραίτηση του Κώστα Σημίτη από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και η παραχώρηση της εξουσίας στον Γιώργο Παπανδρέου αποτέλεσαν μια παρόμοια στιγμή πολιτικής αλλαγής με την παραίτηση του Κ. Μητσοτάκη και την αντικατάστασή του από τον Κωστή Χατζηδάκη. Ο Σημίτης, όντας ενήμερος για τη δυσαρέσκεια απέναντι στην πολιτική του “εκσυγχρονισμού”, παρέδωσε τη σκυτάλη στον Παπανδρέου, γεγονός που οδήγησε στην πρώτη μεταπολεμική χρεοκοπία της χώρας, καθώς τα οικονομικά της χώρας χειροτέρεψαν δραματικά.
Μετά, όταν ο Αλέξης Τσίπρας υπέγραψε το τρίτο μνημόνιο και πήγε σε δημοψήφισμα που τελικά ανέτρεψε, το αποτέλεσμα ήταν η απώλεια της εξουσίας για εκείνον και την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ μετά από έξι χρόνια διακυβέρνησης. Αυτές οι πολιτικές αλλαγές και οι αστάθειες στα ηγετικά αξιώματα δείχνουν την τάση για αδυναμία στρατηγικής προετοιμασίας για τις επόμενες κρίσεις, με κάθε νέο ηγέτη να έρχεται σε μια κατάσταση ήδη επιβαρυμένη από τις αποτυχίες του προηγούμενου.
Στην παρούσα περίπτωση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αντί να σχηματίσει μια αποτελεσματική και ολιγομελή κυβέρνηση για να ανασυγκροτήσει τη χώρα και να αντιμετωπίσει τα υπάρχοντα προβλήματα, προχώρησε σε ανασχηματισμό με το ίδιο πολιτικό υλικό και συνέχισε πολιτικές που, σύμφωνα με τους επικριτές, δίνουν υπερβολικές παραχωρήσεις στους εξωτερικούς αντιπάλους, όπως η Τουρκία, και επιδεινώνουν τη διεθνή εικόνα της χώρας. Ειδικότερα, οι πολιτικές στο υπουργείο Εξωτερικών, σύμφωνα με την κριτική, ενδέχεται να έχουν ως συνέπεια τη μείωση της κυριαρχίας της χώρας.
Η ανάληψη της αντιπροεδρίας από τον Κωστή Χατζηδάκη στην κυβέρνηση Μητσοτάκη ενδέχεται να μην έχει τις απαιτούμενες συνθήκες για να φέρει άμεσα αποτελέσματα στην οικονομία. Οι προβλέψεις είναι ότι θα περιοριστεί σε “μερεμέτια”, χωρίς να αντιμετωπίσει τις βασικές αιτίες του πληθωρισμού και του εξωτερικού ελλείμματος που πλήττουν την Ελλάδα. Παρά τις υποσχέσεις για ανάκαμψη, φαίνεται πως η νέα πολιτική ηγεσία δεν διαθέτει την απαιτούμενη πολιτική κεφαλαιακή βάση για να αλλάξει τα πράγματα. Αυτό μπορεί να οδηγήσει τη Νέα Δημοκρατία στην ίδια μοίρα που είχε το ΠΑΣΟΚ μετά την αποχώρηση του Κώστα Σημίτη, όταν το κόμμα βρέθηκε αντιμέτωπο με την κατάρρευση εξαιτίας της συσσώρευσης διαφθοράς και της έλλειψης αξιόπιστης ηγεσίας.
Η αντικατάσταση του “αναντικατάστατου” Μητσοτάκη έχει ήδη προκαλέσει ρήγματα στην πολιτική αυτοτέλεια της Νέας Δημοκρατίας. Οι νομοτέλειες της πρωθυπουργικής δημοκρατίας, με το διεθνές πολιτικό τοπίο να γίνεται πιο αβέβαιο και επικίνδυνο, αναδεικνύουν την ανάγκη για μια πιο συντονισμένη και συνετή ηγεσία. Αν δεν υπάρξει ουσιαστική αλλαγή στη στρατηγική και στο πολιτικό προσωπικό της ΝΔ, η πορεία της μπορεί να οδηγήσει σε περιπέτειες που θα επηρεάσουν και την ίδια τη χώρα.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Θα πούμε το νερό νεράκι επί Κυριάκου Μητσοτάκη
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Πιο Πρόσφατα
Χρόνια πολλά και καλή χρονιά.