8 Σεπτεμβρίου 2026

Η AfD διέλυσε το CDU – Ο Μερτς με 9% αποδοχή παλεύει πλέον για την πολιτική του επιβίωση

Σε βαθιά πολιτική κρίση έχει βυθιστεί η Γερμανία μετά τη σαρωτική επικράτηση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στη Σαξονία-Άνχαλτ, με τον Φρίντριχ Μερτς να βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος όχι μόνο με την εκλογική έκρηξη της ακροδεξιάς, αλλά και με αυξανόμενη αμφισβήτηση μέσα στο ίδιο το CDU.

Η ήττα των Χριστιανοδημοκρατών ήταν τόσο βαριά ώστε η συζήτηση έχει ήδη μεταφερθεί από το τι πήγε λάθος στη Σαξονία-Άνχαλτ στο εάν ο ίδιος ο καγκελάριος μπορεί να συνεχίσει να οδηγεί το συντηρητικό στρατόπεδο στις επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις.

Η AfD έφθασε στο ιστορικό 43,8%, αφήνοντας το CDU στο 17,2% και μόλις τρεις έδρες μακριά από την απόλυτη πλειοψηφία στο τοπικό κοινοβούλιο. Το αποτέλεσμα αποτελεί τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα εκλογική επιτυχία του κόμματος και ένα από τα βαρύτερα πλήγματα που έχει δεχθεί η γερμανική Χριστιανοδημοκρατία εδώ και δεκαετίες.

Ο ίδιος ο Μερτς δεν επιχείρησε να ωραιοποιήσει την κατάσταση. Δήλωσε ότι όλοι στο κόμμα είναι «βαθιά σοκαρισμένοι» και χαρακτήρισε το αποτέλεσμα μία από τις χειρότερες εκλογικές ήττες του CDU των τελευταίων δεκαετιών, αναγνωρίζοντας ότι θα πρέπει να υπάρξουν συνέπειες.

Το πρόβλημα για τον καγκελάριο είναι ότι μέχρι στιγμής κανείς δεν γνωρίζει ποιες ακριβώς θα είναι αυτές οι συνέπειες. Η AfD έχει ήδη περάσει στην επίθεση, επιχειρώντας να μετατρέψει τη συντριβή του CDU σε κρίση ηγεσίας για ολόκληρη τη γερμανική Κεντροδεξιά.

Σενάρια αλλαγής καγκελάριου και προσωπική κατάρρευση Μερτς

Οι συζητήσεις για ένα πιθανό «Kanzlertausch», δηλαδή αντικατάσταση του καγκελάριου χωρίς άμεση προσφυγή στις κάλπες, έχουν πλέον βγει από τα κομματικά παρασκήνια. Το σενάριο κυκλοφορούσε ήδη πριν από τις εκλογές, όμως η έκταση της ήττας στη Σαξονία-Άνχαλτ του δίνει διαφορετικό πολιτικό βάρος.

Ο Μερτς διαμηνύει ότι δεν σκοπεύει να αποχωρήσει. Επιμένει ότι θα συνεχίσει στην καγκελαρία και θα προχωρήσει τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις που θεωρεί απαραίτητες για να αντιμετωπιστούν η στασιμότητα, η πίεση στη γερμανική βιομηχανία και τα διαρθρωτικά προβλήματα της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.

Οι αριθμοί όμως είναι εξαιρετικά δύσκολοι για τον ίδιο. Στοιχεία από την εκλογική έρευνα στη Σαξονία-Άνχαλτ έδειξαν ότι μόλις 9% των ψηφοφόρων δήλωναν ικανοποιημένοι από την πολιτική του παρουσία. Ακόμη και μεταξύ των ψηφοφόρων του CDU η αποδοχή του ήταν εξαιρετικά περιορισμένη.

Ο καγκελάριος αναγνώρισε ότι το πρόσωπό του αποτέλεσε κεντρικό θέμα της προεκλογικής εκστρατείας και παραδέχθηκε ότι ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας δεν αισθάνεται ότι εκπροσωπείται ή κατανοείται από τον ίδιο.

Η προσπάθειά του να εξηγήσει την ήττα επικεντρώθηκε στην οικονομική ανασφάλεια, στην ανησυχία για την ασφάλεια και στο γενικότερο αίσθημα αβεβαιότητας που επικρατεί στη χώρα. Παραδέχθηκε παράλληλα ότι χρειάζεται μεγαλύτερη σύνδεση με τους πολίτες, περισσότερη ενσυναίσθηση και διαφορετικός τρόπος επικοινωνίας.

Το πρόβλημα είναι ότι για σημαντικό τμήμα του CDU η κρίση δεν φαίνεται πλέον να είναι απλώς επικοινωνιακή. Όταν ένα κόμμα που κυβερνούσε επί δεκαετίες ένα κρατίδιο χάνει πάνω από τη μισή εκλογική του δύναμη, δύσκολα αρκεί η υπόσχεση ότι η ίδια πολιτική θα εξηγηθεί καλύτερα.

Η AfD το γνωρίζει και επιχειρεί να αυξήσει την πίεση. Η συμπρόεδρός της, Άλις Βάιντελ, υποστήριξε ότι το συντηρητικό μπλοκ υπό τη σημερινή του μορφή δεν θα μπορέσει να κερδίσει ξανά ομοσπονδιακές εκλογές, ενώ το κόμμα στρέφει πλέον το βλέμμα στις επόμενες εθνικές κάλπες.

Στη Σαξονία-Άνχαλτ η AfD επιχειρεί παράλληλα να βρει δρόμο προς την εξουσία. Με 39 έδρες σε κοινοβούλιο 83 μελών χρειάζεται τρεις ακόμη για την απόλυτη πλειοψηφία. Το κόμμα αναζητεί τρόπους να προσελκύσει βουλευτές ή πολιτική στήριξη από άλλες δυνάμεις, γεγονός που αυξάνει την πίεση ιδιαίτερα προς τους Χριστιανοδημοκράτες.

Εάν καταφέρει να προκαλέσει αποχωρήσεις από το CDU, η ζημιά για τον Μερτς θα είναι διπλή: η AfD θα πλησιάσει την εξουσία και ταυτόχρονα θα δημιουργήσει εικόνα αποσύνθεσης στο κόμμα του καγκελάριου.

Η πίεση από το εσωτερικό αυξάνεται. Στελέχη της Χριστιανοδημοκρατίας δηλώνουν πλέον δημόσια ότι μετά από ένα τέτοιο αποτέλεσμα δεν μπορεί να συνεχιστεί η ίδια πορεία σαν να μην έχει συμβεί τίποτα.

Ο βουλευτής του CDU Ζεπ Μίλερ ζήτησε ουσιαστική επανεξέταση της στρατηγικής του κόμματος, ενώ ο πρωθυπουργός της Ρηνανίας-Παλατινάτου Γκόρντον Σνάιντερ τόνισε ότι οι πολιτικοί πρέπει να δώσουν στους πολίτες λιγότερες συγκρούσεις, σαφέστερες αποφάσεις και απτά αποτελέσματα.

Το μήνυμα προς το Βερολίνο είναι σαφές: η ήττα δεν μπορεί πλέον να φορτωθεί αποκλειστικά στην τοπική οργάνωση της Σαξονίας-Άνχαλτ. Το ομοσπονδιακό CDU και προσωπικά ο καγκελάριος έχουν μετατραπεί σε μέρος του προβλήματος.

Το «τείχος προστασίας» γίνεται παγίδα για το CDU

Το δυσκολότερο πολιτικό δίλημμα αφορά πλέον το λεγόμενο «τείχος προστασίας», την απόφαση των παραδοσιακών γερμανικών κομμάτων να αποκλείουν κάθε κυβερνητική συνεργασία με την AfD.

Ο Μερτς επιμένει ότι συνεργασία με την ακροδεξιά δεν πρόκειται να υπάρξει. Η συγκεκριμένη γραμμή παραμένει θεμελιώδης θέση της ηγεσίας του CDU, όμως τα εκλογικά αποτελέσματα στην ανατολική Γερμανία κάνουν την εφαρμογή της όλο και πιο περίπλοκη.

Η Σαξονία-Άνχαλτ αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η AfD είναι με τεράστια διαφορά πρώτη πολιτική δύναμη, αλλά δεν διαθέτει τις έδρες για αυτοδυναμία. Τα υπόλοιπα κόμματα αρνούνται συνεργασία μαζί της, γεγονός που οδηγεί σε εξαιρετικά δύσκολους συνδυασμούς για τη δημιουργία εναλλακτικής κυβέρνησης.

Η AfD επιχειρεί να εκμεταλλευτεί ακριβώς αυτή την κατάσταση. Παρουσιάζεται ως η δύναμη που κέρδισε καθαρά την εκλογική αναμέτρηση και κατηγορεί το CDU ότι είναι έτοιμο να στηριχθεί σε κόμματα πολύ πιο αριστερά από το ίδιο μόνο και μόνο για να διατηρήσει την ακροδεξιά εκτός εξουσίας.

Πρόκειται για μια πολιτική παγίδα που γίνεται ισχυρότερη όσο μεγαλώνουν τα ποσοστά της AfD. Όσο το κόμμα κινούνταν στο 10% ή στο 15%, ο αποκλεισμός του μπορούσε να εφαρμοστεί χωρίς να ανατρέπεται συνολικά η κυβερνητική αριθμητική. Στο 43,8%, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.

Η Βάιντελ και ο έτερος συμπρόεδρος Τίνο Κρούπαλα επενδύουν σε αυτή την αντίφαση. Το μήνυμά τους προς τους συντηρητικούς ψηφοφόρους είναι ότι το CDU προτιμά κυβερνητικές λύσεις προς τα αριστερά παρά συνεργασία με μια δύναμη που συγκεντρώνει σχεδόν τους μισούς ψηφοφόρους του κρατιδίου.

Ο Κρούπαλα προειδοποιεί μάλιστα ότι εάν οι Χριστιανοδημοκράτες επιμείνουν στο «τείχος», κινδυνεύουν να χάσουν ακόμη μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής τους παρουσίας στην ανατολική Γερμανία.

Η σύγκρουση δεν περιορίζεται όμως στο ζήτημα των συνεργασιών. Η AfD επιτίθεται στην κυβέρνηση για το μεταναστευτικό, την ενεργειακή πολιτική, την οικονομική στασιμότητα και την κατάσταση της βιομηχανίας, ενώ ζητά αποκατάσταση οικονομικών και ενεργειακών δεσμών με τη Ρωσία.

Ο Μερτς βρίσκεται έτσι εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πιέσεις. Εάν μετακινήσει το CDU προς τις θέσεις της AfD, κινδυνεύει να κατηγορηθεί ότι νομιμοποιεί την ατζέντα της. Εάν παραμείνει στην ίδια στρατηγική, κινδυνεύει να βλέπει όλο και περισσότερους συντηρητικούς ψηφοφόρους να εγκαταλείπουν το κόμμα του.

Και ο χρόνος δεν είναι σύμμαχός του. Στις 20 Σεπτεμβρίου ακολουθούν δύο ακόμη σημαντικές εκλογικές αναμετρήσεις, στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο.

Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία η AfD εμφανίζεται ιδιαίτερα ισχυρή και οι Χριστιανοδημοκράτες κινδυνεύουν με νέα βαριά ήττα. Στο Βερολίνο η πολιτική εξίσωση είναι διαφορετική, όμως και εκεί το CDU βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο απώλειας της εξουσίας.

Δύο ακόμη αρνητικά αποτελέσματα μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων θα μπορούσαν να μετατρέψουν τη σημερινή αμφισβήτηση του Μερτς σε ανοιχτή μάχη για την ηγεσία της Χριστιανοδημοκρατίας.

Ο καγκελάριος επιχειρεί προς το παρόν να κερδίσει χρόνο. Παραδέχεται προσωπικές αδυναμίες, υπόσχεται μεγαλύτερη επαφή με την κοινωνία και επιμένει ότι θα συνεχίσει την πολιτική των μεταρρυθμίσεων.

«Πολλοί άνθρωποι δεν με ακολουθούν στον τρόπο με τον οποίο σκέφτομαι και αξιολογώ τα πράγματα. Είναι δική μου ευθύνη», παραδέχθηκε, αναλαμβάνοντας προσωπικό μερίδιο για την κατάσταση.

Η αυτοκριτική όμως δεν απαντά στο βασικό πολιτικό ερώτημα. Η AfD δεν ανεβαίνει πλέον απλώς στις δημοσκοπήσεις. Κερδίζει εκλογές με ποσοστά που ανατρέπουν τις παραδοσιακές ισορροπίες και αναγκάζουν το γερμανικό πολιτικό σύστημα να επανεξετάσει ολόκληρη τη στρατηγική απέναντί της.

Το CDU βρίσκεται επομένως μπροστά σε μια από τις δυσκολότερες αποφάσεις της σύγχρονης ιστορίας του: να συνεχίσει με έναν καγκελάριο που στη Σαξονία-Άνχαλτ συγκέντρωσε μόλις 9% θετικές αξιολογήσεις ή να ανοίξει μια μάχη διαδοχής την ώρα που η AfD περιμένει ακριβώς μια τέτοια εσωτερική έκρηξη.

Ο Μερτς ζητά χρόνο για να αλλάξει. Το πραγματικό ερώτημα πλέον είναι αν το ίδιο του το κόμμα πιστεύει ότι διαθέτει ακόμη αυτόν τον χρόνο.