13 Ιανουαρίου 2026

Η αθόρυβη βαλκανική επίθεση στην ελληνική συνείδηση

Η συζήτηση για τις υβριδικές απειλές συχνά εγκλωβίζεται σε στερεότυπα που παραπέμπουν σε κυβερνοεπιθέσεις, παραβιάσεις συστημάτων ή επιχειρήσεις υψηλής έντασης. Στην πράξη, όμως, ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης υβριδικής πίεσης ασκείται με χαμηλή ορατότητα, μακρόχρονη διάρκεια και πολιτισμικά εργαλεία. Το TikTok, ως πλατφόρμα με υψηλή διείσδυση στη νεολαία και αλγοριθμική προώθηση περιεχομένου χωρίς ισχυρά φίλτρα συμφραζομένων, έχει εξελιχθεί σε χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του πεδίου.

Τους τελευταίους μήνες καταγράφεται αυξημένη παρουσία λογαριασμών που προβάλλουν αφηγήσεις εθνικής, γλωσσικής ή μειονοτικής ταυτότητας, απευθυνόμενοι κυρίως σε Έλληνες ανήλικους και νεαρούς χρήστες. Το περιεχόμενο αυτό δεν εμφανίζεται ως πολιτικό με τη στενή έννοια. Αντιθέτως, ενσωματώνεται σε μουσικά βίντεο, χορούς, live συνομιλίες, μαγειρικές συνταγές και καθημερινές ιστορίες, αξιοποιώντας τη λογική της ψυχαγωγίας και της οικειότητας.

Η χρονική σύμπτωση της έντασης αυτής της δραστηριότητας με γεγονότα σε περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας δεν μπορεί να αγνοηθεί. Οι εκδηλώσεις σε δήμους της Φλώρινας, όπου παρουσιάστηκαν τραγούδια με αναφορές σε τοπωνύμια στην παλαιά βουλγαρική τους μορφή, λειτούργησαν ως καταλύτης. Το επεισόδιο μεταφέρθηκε ταχύτατα στο TikTok και επαναπλαισιώθηκε ως ζήτημα πολιτισμικής έκφρασης και δικαιωμάτων, αποσπώντας το από το τοπικό και ιστορικό του πλαίσιο.

Εδώ αναδεικνύεται ένα κρίσιμο στοιχείο τεκμηρίωσης: η μεθοδολογία δεν βασίζεται στη σύγκρουση, αλλά στη σταδιακή κανονικοποίηση. Η επανάληψη μουσικών ρυθμών με συγκεκριμένες ετικέτες, η προβολή της χρήσης ιδιωμάτων ως «παράδοσης», η συμμετοχή ανηλίκων σε τέτοιες αφηγήσεις και η σύνδεση πολιτισμικών στοιχείων με καθημερινές πρακτικές δημιουργούν ένα περιβάλλον εξοικείωσης. Η πολιτική διάσταση προκύπτει εκ των υστέρων, όταν το κοινό έχει ήδη αποδεχθεί το πλαίσιο.

Η παρουσία σχημάτων της διασποράς από τρίτες χώρες ενισχύει αυτή την εικόνα. Οι ζωντανές μεταδόσεις, όπου Έλληνες χρήστες καλούνται να «αναγνωρίσουν» ρυθμούς ή τραγούδια που παρουσιάζονται ως δικά τους, αποτελούν τυπικό παράδειγμα ήπιας επιρροής. Η διαδικασία δεν απαιτεί πειθώ, αλλά απλή συμμετοχή. Η έλλειψη ιστορικής γνώσης και μουσικής παιδείας καθιστά τους χρήστες ευάλωτους σε αυτή τη μορφή αλληλεπίδρασης.

Ανάλογα μοτίβα παρατηρούνται και σε λογαριασμούς τουρκικής προέλευσης. Οι φιλικές προσεγγίσεις, με χρήση ελληνικών τραγουδιών και καθημερινών αφηγήσεων, συνυπάρχουν με πιο επιθετικές παρεμβάσεις. Το κοινό στοιχείο είναι η αξιοποίηση της πλατφόρμας ως χώρου άτυπης διπλωματίας χαμηλού κόστους, χωρίς θεσμική αντιπαράθεση και χωρίς σαφή όρια μεταξύ ψυχαγωγίας και πολιτικής.

Η εμφάνιση, έστω περιορισμένη, λογαριασμών που θέτουν ζήτημα βλάχικης γλώσσας ή μειονότητας δείχνει ότι το πεδίο δεν είναι μονοθεματικό. Αντιθέτως, λειτουργεί ως ανοιχτή αγορά ταυτοτικών αφηγήσεων, όπου κάθε αφήγηση δοκιμάζεται με βάση την απήχηση και όχι τη θεσμική της εγκυρότητα.

Το κρίσιμο πρόβλημα για την ελληνική πλευρά δεν είναι η ύπαρξη αυτών των λογαριασμών. Σε μια ανοιχτή ψηφιακή κοινωνία, τέτοια φαινόμενα είναι αναμενόμενα. Το πρόβλημα είναι το έλλειμμα θεσμικής και πολιτισμικής παρουσίας στο ίδιο πεδίο. Το ελληνικό κράτος, η αυτοδιοίκηση και οι θεσμοί πολιτισμού απουσιάζουν σχεδόν πλήρως από το TikTok με περιεχόμενο που να απευθύνεται οργανωμένα και σύγχρονα στη νεολαία.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων δεν γίνεται με απαγορεύσεις ή καταγγελίες. Χώρες που αντιμετωπίζουν αντίστοιχες προκλήσεις επενδύουν σε πολιτισμική διπλωματία χαμηλής έντασης, με σύγχρονα μέσα, αναγνωρίσιμα πρόσωπα και θετικό αφήγημα. Η απουσία ελληνικού περιεχομένου υψηλής απήχησης αφήνει χώρο να καλυφθεί από άλλους.

Το TikTok δεν είναι απλώς μια πλατφόρμα ψυχαγωγίας. Είναι ένας μηχανισμός διαμόρφωσης αντιλήψεων, ιδιαίτερα σε ηλικίες όπου η ιστορική γνώση δεν έχει ακόμη παγιωθεί. Η παράβλεψη αυτού του δεδομένου συνιστά στρατηγικό κενό. Όχι επειδή «απειλείται» άμεσα η κοινωνική συνοχή, αλλά επειδή διαμορφώνονται, αθόρυβα και σταδιακά, νέες κανονικότητες αντίληψης.

Οι κίνδυνοι

Οι κίνδυνοι που αναδύονται για την Ελλάδα στο βαλκανικό περιβάλλον δεν είναι νέοι, αποκτούν όμως διαφορετικά χαρακτηριστικά στην εποχή των ψηφιακών πλατφορμών. Τα Βαλκάνια παραμένουν ένας χώρος όπου η Ιστορία, οι ταυτότητες και οι γεωπολιτικές ισορροπίες συνυπάρχουν με ανοιχτές εκκρεμότητες. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα, αν και κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ, δεν βρίσκεται εκτός πεδίου ανταγωνισμού ή επιρροής.

Ο πρώτος και πιο άμεσος κίνδυνος αφορά τη σταδιακή αποδυνάμωση της ιστορικής και πολιτισμικής αφήγησης της χώρας στη συνείδηση νεότερων γενεών, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Όταν αφηγήσεις για τη γλώσσα, την παράδοση και την πολιτισμική κληρονομιά προβάλλονται αποσπασματικά και χωρίς συμφραζόμενα, δημιουργείται χώρος για αναθεωρητικές ερμηνείες. Αυτές οι ερμηνείες δεν εκδηλώνονται απαραίτητα ως ανοιχτός αλυτρωτισμός, αλλά ως «εναλλακτικές εκδοχές» που διεκδικούν ισοτιμία στον δημόσιο λόγο.

Ένας δεύτερος κίνδυνος συνδέεται με τη μετατόπιση των μειονοτικών ζητημάτων από το πεδίο της διεθνούς διπλωματίας στο πεδίο της καθημερινής ψηφιακής κατανάλωσης. Όταν ζητήματα γλώσσας ή ταυτότητας παρουσιάζονται μέσα από ψυχαγωγικό περιεχόμενο, απογυμνώνονται από τη θεσμική τους διάσταση και γίνονται μέρος ενός άτυπου, αλλά ευρείας εμβέλειας, δημόσιου διαλόγου. Αυτό δυσκολεύει τη θεσμική διαχείριση και δημιουργεί τετελεσμένα σε επίπεδο αντίληψης.

Στο βαλκανικό περιβάλλον, όπου αρκετά κράτη εξακολουθούν να χρησιμοποιούν ζητήματα ταυτότητας ως εργαλείο εσωτερικής συνοχής ή εξωτερικής πίεσης, η Ελλάδα αντιμετωπίζει τον κίνδυνο να βρεθεί σε θέση άμυνας σε αφηγήσεις που διαμορφώνονται εκτός επίσημων διαύλων. Η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες αφηγήσεις, όταν παγιωθούν, μεταφέρονται αργότερα σε διεθνή φόρα, σε εκθέσεις οργανισμών ή σε πολιτικές διεκδικήσεις.

Ένας τρίτος κίνδυνος αφορά την ενίσχυση της επιρροής τρίτων δυνάμεων στα Βαλκάνια μέσω πολιτισμικών και ψηφιακών εργαλείων. Η Τουρκία, αλλά και άλλοι διεθνείς παίκτες, αξιοποιούν συστηματικά τη λεγόμενη ήπια ισχύ, επενδύοντας σε πολιτισμό, μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αφήγημα κοινής ιστορίας. Η απουσία ισοδύναμης και σύγχρονης ελληνικής παρουσίας δημιουργεί ασύμμετρες συνθήκες επιρροής, ιδιαίτερα σε περιοχές με ιστορικές και πολιτισμικές ιδιαιτερότητες.

Παράλληλα, η εσωτερική διάσταση του προβλήματος δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η έλλειψη συστηματικής ιστορικής παιδείας και ψηφιακής εγγραμματοσύνης καθιστά τμήματα της ελληνικής κοινωνίας ευάλωτα σε απλουστευτικές ή παραπλανητικές αφηγήσεις. Σε ένα περιβάλλον όπου η πληροφορία καταναλώνεται γρήγορα και χωρίς έλεγχο πηγών, η διάκριση μεταξύ πολιτισμικής έκφρασης και πολιτικής εργαλειοποίησης γίνεται δυσδιάκριτη.

Τέλος, υπάρχει ο κίνδυνος της στρατηγικής αδράνειας. Η Ελλάδα συχνά αντιμετωπίζει τα Βαλκάνια ως έναν χώρο όπου τα μεγάλα ζητήματα έχουν κλείσει οριστικά μέσω διεθνών συμφωνιών και θεσμικών πλαισίων. Η πραγματικότητα δείχνει ότι, παρά τις συμφωνίες, ο ανταγωνισμός αφηγήσεων συνεχίζεται σε χαμηλότερο, αλλά διαρκές επίπεδο. Η απουσία ενεργής πολιτισμικής και ψηφιακής πολιτικής ισοδυναμεί με αποδοχή αυτής της κατάστασης.

Η Ελλάδα και οι άλλοι

Η ελληνική στάση απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις διαφοροποιείται αισθητά από τις πρακτικές που ακολουθούν άλλες βαλκανικές χώρες, τόσο ως προς τη στρατηγική αντίληψη όσο και ως προς την επιχειρησιακή εφαρμογή πολιτισμικής και ψηφιακής πολιτικής. Η σύγκριση αναδεικνύει περισσότερο ένα έλλειμμα συντονισμού και προτεραιοποίησης παρά απουσία μέσων.

Η Βόρεια Μακεδονία, ανεξαρτήτως πολιτικών αλλαγών στο εσωτερικό της, έχει επιδείξει συνέπεια στη χρήση της πολιτισμικής ταυτότητας ως εργαλείου εξωτερικής παρουσίας. Μουσική, χορός, γλώσσα και σύμβολα εντάσσονται συστηματικά σε ψηφιακό περιεχόμενο, με στόχευση κυρίως στη διασπορά και στη νεολαία. Το περιεχόμενο αυτό δεν παρουσιάζεται ως κρατική πολιτική, αλλά ως αυθόρμητη κοινωνική έκφραση, γεγονός που του προσδίδει μεγαλύτερη αποδοχή και μειώνει τις αντιστάσεις του κοινού.

Η Σερβία ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση, επενδύοντας περισσότερο σε ιστορικό και πολιτικό αφήγημα. Μέσω ψηφιακών μέσων, αλλά και μέσω πολιτιστικών ιδρυμάτων, προβάλλει μια συνεκτική εικόνα ιστορικής συνέχειας και περιφερειακού ρόλου. Το κράτος διατηρεί ενεργή παρουσία στη στήριξη περιεχομένου που απευθύνεται στο εξωτερικό, ιδίως σε περιοχές όπου υπάρχουν σερβικοί πληθυσμοί ή ιστορικά ερείσματα. Η στρατηγική αυτή είναι περισσότερο κεντρικά σχεδιασμένη και λιγότερο αποσπασματική.

Η Βουλγαρία, παρότι εμφανίζεται συχνά πιο συγκρατημένη, αξιοποιεί μεθοδικά τη γλώσσα και την ιστορική αφήγηση ως εργαλεία πολιτισμικής διπλωματίας. Η έμφαση δίνεται στη θεσμική τεκμηρίωση, στην ακαδημαϊκή παραγωγή και στη σύνδεση πολιτισμού και εκπαίδευσης. Το ψηφιακό περιεχόμενο λειτουργεί συμπληρωματικά, ενισχύοντας θέσεις που έχουν ήδη εδραιωθεί σε ευρωπαϊκά φόρα.

Η Αλβανία έχει επενδύσει συστηματικά στη διασπορά και στη χρήση των κοινωνικών δικτύων ως μέσων προβολής ταυτότητας και ήπιας ισχύος. Μέσω πολιτιστικών εκδηλώσεων, μουσικής και σύγχρονων καλλιτεχνικών εκφράσεων, καλλιεργεί ένα αφήγημα εξωστρέφειας και πολιτισμικής αυτοπεποίθησης. Το κράτος λειτουργεί περισσότερο ως διευκολυντής παρά ως άμεσος καθοδηγητής.

Η Τουρκία, αν και δεν ανήκει γεωγραφικά στον στενό βαλκανικό πυρήνα, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα σύγκρισης. Η παρουσία της στα Βαλκάνια χαρακτηρίζεται από μακροπρόθεσμο σχεδιασμό ήπιας ισχύος, με συνδυασμό πολιτισμού, θρησκείας, εκπαίδευσης και ψηφιακής επικοινωνίας. Οι ψηφιακές πλατφόρμες αντιμετωπίζονται ως φυσική προέκταση της εξωτερικής πολιτικής, χωρίς σαφή διάκριση μεταξύ κρατικού και μη κρατικού περιεχομένου.

Σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα εμφανίζεται να υιοθετεί μια στάση θεσμικής αυτάρκειας. Η συμμετοχή της σε ισχυρούς διεθνείς οργανισμούς και η κατοχύρωση των θέσεών της μέσω συμφωνιών δημιουργούν την αίσθηση ότι το πεδίο έχει κλείσει οριστικά. Η πολιτισμική και ψηφιακή διάσταση αντιμετωπίζεται συχνά ως δευτερεύουσα ή ως ζήτημα που αφορά την κοινωνία των πολιτών και όχι τον στρατηγικό σχεδιασμό.

Σε αντίθεση με άλλες βαλκανικές χώρες, η Ελλάδα δεν διαθέτει συγκροτημένη στρατηγική ψηφιακής πολιτισμικής παρουσίας προς τη νεολαία, ούτε στο εσωτερικό ούτε στο εξωτερικό. Η κρατική παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παραμένει αποσπασματική, θεσμικά φορμαλιστική και περιορισμένης απήχησης. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία κενού, το οποίο καλύπτεται από αφηγήσεις τρίτων.

Η Αθήνα θα πρέπει να δει την κατάσταση που διαμορφώνεται με μεγαλύτερη καθαρότητα. Η προστασία των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων είναι θεμιτή. Η πολιτική εργαλειοποίηση, όμως, ταυτοτήτων που γίνεται με όχημα τον σεβασμό των ιδιαίτερων πολιτιστικών στοιχείων δεν είναι, και πρέπει να μας ανησυχεί.

Δεν μπορεί να παρακολουθούμε αδρανείς την αναγνώριση νέων «εθνικών μειονοτήτων» στα Βαλκάνια, όταν αυτές αφορούν πληθυσμούς που ιστορικά, πολιτισμικά και εθνικά ανήκουν στον ελληνικό κορμό. Ούτε μπορεί να μένουμε αδιάφοροι απέναντι σε ένα πολιτικό παιχνίδι που, με πρόσχημα την ελεύθερη πολιτιστική έκφραση και την προστασία της παράδοσης, παράγει τετελεσμένα.

Η απάντηση δεν είναι ούτε η υστερία ούτε η σιωπή. Είναι η σοβαρή διπλωματία, η συστηματική παρακολούθηση των εξελίξεων και η παρέμβαση όπου απαιτείται, η προσφυγή στα ευρωπαϊκά όργανα, η ανάδειξη –στην περίπτωση των Βλάχων– του ζητήματος στο πλαίσιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Αλβανίας και, κυρίως, η ενίσχυση της πολιτιστικής και εθνικής μας αυτοπεποίθησης. Διότι η ιστορία δείχνει ότι όταν αγνοούμε τέτοιες εξελίξεις, συνήθως τις συναντούμε ξανά, σε πολύ δυσμενέστερες συνθήκες.