Η Ευρώπη χαϊδεύει την Τουρκία όταν τη χρειάζεται – Το μήνυμα Μητσοτάκη στον Κόστα
Διπλό μήνυμα, προς την Άγκυρα και προς τις Βρυξέλλες, έστειλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη συνάντησή του με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα, επαναφέροντας στο προσκήνιο μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής: τη σχέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία.
Η Άγκυρα παραμένει επισήμως υποψήφια προς ένταξη χώρα, παρότι οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις έχουν ουσιαστικά παγώσει εδώ και χρόνια. Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες την αντιμετωπίζουν ολοένα περισσότερο ως στρατηγικό «εταίρο», λόγω της γεωγραφικής της θέσης, της συμμετοχής της στο ΝΑΤΟ, της τελωνειακής ένωσης με την ΕΕ και των ισχυρών διμερών σχέσεων που διατηρεί με κράτη όπως η Γερμανία και η Ισπανία.
Μέσα σε αυτό το αντιφατικό πλαίσιο, ο Έλληνας πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί απειλή για κανέναν και δεν πρόκειται να δεχθεί υποδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο ενισχύει την άμυνά της. Η τοποθέτηση είχε σαφή αποδέκτη την Τουρκία, είχε όμως και ευρωπαϊκή διάσταση, καθώς η Αθήνα επιχειρεί να υπενθυμίσει ότι μια χώρα που διατηρεί ενεργές αμφισβητήσεις απέναντι σε κράτος-μέλος δεν μπορεί ταυτόχρονα να διεκδικεί προνομιακή σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς όρους.
Η κυβέρνηση θέτει στο τραπέζι και τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση στην Τουρκία, τις επιφυλάξεις για το κράτος δικαίου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες, παράγοντες που συνέβαλαν στο πάγωμα της ενταξιακής διαδικασίας.
Η Ευρώπη χρειάζεται την Τουρκία και η Άγκυρα το γνωρίζει
Το πρόβλημα για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ότι η Τουρκία παραμένει πολύ μεγάλη και πολύ σημαντική γεωπολιτικά ώστε να αγνοηθεί. Διαθέτει στρατηγική θέση ανάμεσα στην Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, τη Μαύρη Θάλασσα και τον Καύκασο, ελέγχει κρίσιμους ενεργειακούς και εμπορικούς διαδρόμους και αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους στρατούς του ΝΑΤΟ.
Σε αυτή την πραγματικότητα προστέθηκε μετά το 2015 και το μεταναστευτικό. Η μεγάλη προσφυγική κρίση προκάλεσε βαθιές πολιτικές αναταράξεις στην Ευρώπη και ενίσχυσε κόμματα που οικοδόμησαν μεγάλο μέρος της πολιτικής τους επιρροής πάνω στην αντίδραση προς τη μετανάστευση.
Η Τουρκία έγινε έτσι για πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απαραίτητος συνομιλητής, ανεξάρτητα από το πού βρίσκεται η ενταξιακή της πορεία. Η συνεργασία Άγκυρας–Βρυξελλών απέκτησε όλο και περισσότερο συναλλακτικό χαρακτήρα: μεταναστευτικό, ενέργεια, εμπόριο, καταπολέμηση της τρομοκρατίας, άμυνα και περιφερειακή ασφάλεια.
Η ίδια λογική επιστρέφει σήμερα ακόμη ισχυρότερη. Η ρωσική απειλή, η αβεβαιότητα στις διατλαντικές σχέσεις και η ανάγκη της Ευρώπης να ενισχύσει την άμυνά της μετατρέπουν ξανά την Τουρκία σε πολύτιμο στρατηγικό παράγοντα.
Αυτό εξηγεί και την άνεση με την οποία ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν διατηρεί ανοιχτό δίαυλο με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, χωρίς αυτό να οδηγεί σε απομόνωση της Άγκυρας από το ΝΑΤΟ. Η Τουρκία αξιοποιεί συστηματικά τη γεωγραφική και στρατιωτική της σημασία για να διατηρεί μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας από εκείνον που διαθέτουν άλλα κράτη της Συμμαχίας.
Το αποτέλεσμα είναι μια Ευρωπαϊκή Ένωση που επιστρέφει στην Τουρκία κάθε φορά που ξεσπά μια μεγάλη κρίση, χωρίς να έχει κατορθώσει να διαμορφώσει μια σταθερή, μακροπρόθεσμη και συνεκτική πολιτική απέναντί της.
Η σχέση κινείται από κρίση σε κρίση. Η Ευρώπη χρειάζεται την Τουρκία όταν πιέζεται στο μεταναστευτικό, όταν αναζητεί ενεργειακούς διαδρόμους, όταν χρειάζεται στρατιωτική ισχύ στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ και όταν επιδιώκει επικοινωνία με τη Ρωσία ή άλλες δυνάμεις της περιοχής.
Η Αθήνα επιχειρεί να βάλει ένα σαφές όριο σε αυτή τη λογική. Η βελτίωση των ευρωτουρκικών σχέσεων, σύμφωνα με την ελληνική θέση, δεν μπορεί να λειτουργεί σαν λευκή επιταγή προς την Άγκυρα, ενώ εξακολουθούν να υπάρχουν τουρκικές αμφισβητήσεις και πιέσεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Κυπριακό και ελληνική Προεδρία του 2027
Το επόμενο κομμάτι αυτής της σύνθετης εξίσωσης περνά σήμερα από τη Λευκωσία, όπου ο Αντόνιο Κόστα συναντά τον πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκο Χριστοδουλίδη.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το Κυπριακό, με τη Λευκωσία να ενημερώνει τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τις τελευταίες εξελίξεις και τις προσπάθειες επανέναρξης ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η αυξημένη ευρωπαϊκή εμπλοκή και ο ρόλος που έχει αναλάβει ο εκτελεστικός αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ραφαέλε Φίτο ως ειδικός εκπρόσωπος της Επιτροπής για το Κυπριακό.
Η βασική διαδικασία παραμένει υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί όμως να λειτουργήσει συμπληρωματικά, αξιοποιώντας το πολιτικό και οικονομικό της βάρος και, κυρίως, τα κίνητρα που μπορεί να προσφέρει ή να στερήσει από την Τουρκία.
Εδώ ακριβώς αποκτά μεγαλύτερη σημασία και η συνολική ευρωτουρκική σχέση. Η Άγκυρα ενδιαφέρεται για οικονομική συνεργασία, εμπόριο, αμυντικές συμπράξεις και βαθύτερη πρόσβαση σε ευρωπαϊκά εργαλεία. Η ΕΕ έχει επομένως μέσα πίεσης, αρκεί να αποφασίσει ότι θα τα χρησιμοποιήσει με ενιαία στρατηγική και όχι αποσπασματικά.
Για την Ελλάδα, το ζήτημα θα γίνει ακόμη πιο κρίσιμο το δεύτερο εξάμηνο του 2027, όταν θα αναλάβει την Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Αθήνα θα βρίσκεται τότε σε θέση να επηρεάσει την ευρωπαϊκή ατζέντα σε μια περίοδο κατά την οποία η σχέση με την Τουρκία αναμένεται να παραμείνει κομβική για την ευρωπαϊκή άμυνα, τη μετανάστευση και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η πρόκληση για την ελληνική κυβέρνηση είναι σαφής. Δεν αρκεί να υπενθυμίζει στους Ευρωπαίους ότι η Τουρκία είναι υποψήφια χώρα και οφείλει να σέβεται το Διεθνές Δίκαιο. Χρειάζεται να μετατρέψει αυτή τη θέση σε συγκεκριμένους ευρωπαϊκούς όρους και προϋποθέσεις κάθε φορά που η Άγκυρα ζητά βαθύτερη συνεργασία, χρηματοδότηση ή συμμετοχή σε στρατηγικούς ευρωπαϊκούς μηχανισμούς.
Διαφορετικά, η Ευρώπη θα συνεχίσει το γνώριμο παιχνίδι των δύο ταχυτήτων: αυστηρή ρητορική όταν η Τουρκία προκαλεί και άμεση επιστροφή στον πραγματισμό μόλις η επόμενη γεωπολιτική κρίση καταστήσει ξανά τον Ερντογάν «απαραίτητο εταίρο».
Αυτό είναι και το πραγματικό μήνυμα πίσω από τη συνάντηση Μητσοτάκη–Κόστα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει κάποια στιγμή να αποφασίσει τι ακριβώς θέλει από την Τουρκία και τι είναι διατεθειμένη να απαιτήσει από αυτήν. Η διαρκής διαχείριση κρίσεων χωρίς στρατηγικό σχέδιο έχει αποδειχθεί βολική για την Άγκυρα, όχι όμως απαραίτητα για την Ελλάδα, την Κύπρο ή την ίδια την Ευρώπη.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
ΣΥΡΙΖΑ σε αναζήτηση ρόλου: Έτοιμος για «προοδευτική λύση» μετά τις εκλογές