Σύνοψη Άρθρου
- Η 19η Μαΐου είναι ημέρα μνήμης για τη Γενοκτονία των Ποντίων.
- Η εκπομπή "Συνδέσεις" αναφέρθηκε στα γεγονότα που σημάδεψαν τον Ποντιακό Ελληνισμό.
- Συγκλονιστική μαρτυρία του Πάνου Ηλιάδη για τους εκτοπισμούς του 1916.
- Η οικογένεια του αφηγητή εξορίστηκε σε αρμενικό χωριό, όπου ξέσπασε επιδημία τύφου.
Η 19η Μαΐου αποτελεί μια από τις πλέον τραγικές ημερομηνίες για τον Ελληνισμό, καθώς έχει καθιερωθεί ως ημέρα μνήμης για τη Γενοκτονία των Ποντίων. Στο πλαίσιο της εκπομπής «Συνδέσεις», πραγματοποιήθηκε μια εκτενής αναφορά στα γεγονότα που σημάδεψαν ανεξίτηλα τον Ποντιακό Ελληνισμό, με αφορμή τις επετειακές εκδηλώσεις μνήμης.
Η ιστορική σημασία της 19ης Μαΐου
Όπως τονίστηκε, η συγκεκριμένη ημερομηνία συνδέεται άρρηκτα με την άφιξη του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ στη Σαμψούντα, γεγονός που σηματοδότησε την έναρξη του δεύτερου, πιο βίαιου και μαζικού κύματος διώξεων κατά των Ποντίων. Αυτή η περίοδος χαρακτηρίστηκε από ακραίες βιαιότητες και συστηματικές εκκαθαρίσεις, με στόχο την εξάλειψη του ελληνικού στοιχείου από τις αλησμόνητες πατρίδες.
Ένα συγκλονιστικό απόσπασμα από το Αρχείο της ΕΡΤ, και συγκεκριμένα από την εκπομπή «Μνήμη μου σε λένε Πόντο» του 2011, φέρνει στο φως τη δραματική εμπειρία της οικογένειας του Πάνου Ηλιάδη. Ο ίδιος περιγράφει με γλαφυρό και συγκινητικό τρόπο τα όσα βίωσαν οι δικοί του άνθρωποι κατά τους εκτοπισμούς του 1916, προσφέροντας μια ανθρώπινη διάσταση στην ιστορική τραγωδία.
Η αφήγηση του Πάνου Ηλιάδη
Σύμφωνα με την αφήγηση, στις 15 Νοεμβρίου 1916 ξεκίνησε η μεγάλη δοκιμασία για χιλιάδες Πόντιους. Ο πατέρας του, μαζί με τους γονείς και τις αδελφές του, εξορίστηκαν βίαια και οδηγήθηκαν προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας, υπομένοντας ακραίες συνθήκες χειμώνα και πείνας. «Ο σκοπός ήταν η εξόντωσή τους στην εξορία. Ο λεγόμενος λευκός θάνατος», αναφέρει χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας την προμελετημένη φύση των διώξεων.
Η οικογένεια οδηγήθηκε σε ένα αρμενικό χωριό κοντά στην ενδοχώρα της Κερασούντας, όπου ξέσπασε επιδημία εξανθηματικού τύφου. Οι άνθρωποι, εξαντλημένοι από τις κακουχίες και την ακαθαρσία, πέθαιναν μαζικά. «Πέθαιναν σωρηδόν, σαν τα κοτόπουλα», θυμάται συγκλονισμένος, περιγράφοντας την απόγνωση και τον τρόμο που επικρατούσε.
Η κατάσταση ήταν τόσο τραγική που ακόμη και οι Τούρκοι χωροφύλακες που συνόδευαν τους εξόριστους εγκατέλειψαν την περιοχή, φοβούμενοι μήπως προσβληθούν από την ασθένεια. Μέσα σε αυτή την ανείπωτη τραγωδία, χάθηκαν ο παππούς του αφηγητή και η 17χρονη αδελφή του πατέρα του, Παρασκευή. Η αφήγηση κορυφώνεται με την τελευταία ανάμνηση από τον παππού του: «Οι μπαξέδες και τα πλούτη… χάθηκαν όλα».
Αυτή η μαρτυρία αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο το ανθρώπινο πρόσωπο της τραγωδίας και τη βαθιά πληγή που άφησαν οι διωγμοί στον Ποντιακό Ελληνισμό. Μια μνήμη που παραμένει ζωντανή μέσα από τις προσωπικές αφηγήσεις των επιζώντων και των απογόνων τους, υπενθυμίζοντας σε όλους την ανάγκη να μην ξεχαστούν ποτέ αυτά τα εγκλήματα.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα